Βία και αστικό κράτος.

ksilodarmos

Tο βίαιο περιστατικό του ξυλοδαρμού από τους δύο αστυνομικούς στη Πάφο, που αποκαλύφθηκε μόλις πρόσφατα, και το οποίο συγκλόνισε την κυπριακή κοινή γνώμη και την αστική πολιτική ηγεσία, χρήζει βαθιάς πολιτικής ανάλυσης, ώστε να μην παραμείνει ακόμα μια φορά ένα πυροτέχνημα για τα ΜΜΕ και ένα μεμονωμένο περιστατικό για την κοινή γνώμη και την εκτελεστική εξουσία, δηλαδή την αστυνομία στην συγκεκριμένη περίπτωση.

Μέσα από τα δεκάδες νομικά ερωτήματα που θα προκύψουν από το περιστατικό, μια που έχει συμβεί ενάμιση χρόνο πριν (Φεβρουάριος του 2014), θα θέσουμε και κάποια ερωτήματα σχετικά με την λειτουργία της αστικής δικαιοσύνης, την αστική βία αλλά και την κοινωνία του θεάματος.

Όλες σχεδόν οι εφημερίδες και γενικά τα ΜΜΕ διαχειρίζονται το περιστατικό ξυλοδαρμού σαν ένα αυτόνομο συμβάν και ως ένα εμμέσως πλην σαφώς μεμονωμένο περιστατικό βίας.

Τα ΜΜΕ διαχειρίζονται το περιστατικό σαν ένα υπερθέαμα βίας που ο κάθε τύπου θεατής μένει με ανοικτό το στόμα. Το περιστατικό, ως πολυπόθητο φαντασιακό της δράσης ότι όλοι συμμετεχουν με κάποιο τρόπο γίνεται επιτέλους πραγματικότητα. Με αυτό τον τρόπο η αυτόνομη θεματοποίηση του συμβάντος γίνεται η πηγή χιλιάδων θέσεων, κριτικών, επικρίσεων, συμφωνούντων και μη.

Συμφωνείς ή όχι; καλά έκαναν οι αστυνομικοί ή όχι; ήταν νόμιμο ή όχι; καμιά φορά χρειάζεται και λίγο ξύλο ή όχι; πολύ δημοκρατία βλάφτει ή όχι; Τα ερωτήματα θα μπορούσαν να είναι αμέτρητα όπως ακριβώς και οι απαντήσεις μια που οι ερωτοαπαντήσεις αναδυονται μέσα από ένα ηθικοπλαστικό περιστατικό εμποτισμένο με μια διαπροσωπική τελικά διένεξη. Εδώ ακριβώς έγκειται και το “σοκ” που προκαλεί το βίντεο.

Αν λοιπόν είμαστε ικανοί μιας κοινωνικοπολιτικής διεργασίας όσον αφορά την διαχείριση του περιστατικού πέρα από μια ηθικοσυναισθηματική έκπληξη τότε θα έρθουμε μπροστά από κάποιους προβληματισμούς όσον αφορά την αστική δικαιοσύνη αλλά και την προβληματική απάντηση της πολιτείας ως αυτά να είναι μεμονωμένα περιστατικά.

Όπως ακριβώς τα ΜΜΕ θεματοποιούν το αυτούσιο του βίντεο ως θέαμα και τίποτα περισσότερο έτσι ακριβώς και η πολιτεία θεματοποιεί το περιστατικό ως μεμονωμένο και μπουρδουκλώνοντας το επιπλέον με νομικίστικες παρανοήσεις ιδού το αποτέλεσμα:

Η ψυχολογία αχ μάτια μου…

Είναι δυνατόν ο Πρόεδρος του Συνδέσμου της Αστυνομίας Κύπρου να μην γνωρίζει τα πλέον βασικά (κοινωνικής) εγκληματολογίας έστω για απαντήσεις; Ο ίδιος, εξέφρασε το κορυφαίο: «Πρέπει εσείς οι δημοσιογράφοι να δείτε τη ψυχολογία των αστυνομικών που λαμβάνουν μέρος σε μία επιχείρηση, την ώρα μάλιστα που ακούνε ότι δέχθηκε επίθεση συνάδελφος τους»… δηλαδή τι μας λέει με άλλα λόγια ο κύριος Συμεού εκτός από την ψυχολογίστικη πρωινάδικη προσέγγιση του “μπαίνω και βγαίνω” από την θέση του άλλου σαν να παίζουμε μουσικές καρέκλες; Ο Συμεού μας λέει  ότι οι βασικοί δέκτες του περιστατικού είναι οι δημοσιογράφοι, και αν αυτοί βιώσουν φαντασιακά το περιστατικό ως αστυνομικοί, τότε και η αναλυτική αρθρογραφία και η όποια κριτική θα πάρει το χαρακτήρα δικαιολόγησης των ψυχολογικά φορτισμένων και ευέξαπτων αστυνομικών. Επίσης με αυτή την αστυνομικοποιημένη δημοσιογραφία κατά τον Συμεού ο φτωχός και ηλίθιος κοσμάκης θα το λάβει αναλόγως. Κύριε Συμεού όχι δεν είστε ψυχολόγος αλλά θα μπορούσε να σας χαρακτηρίσει κάποιος και ολίγον έως πολύ ελιτιστή όσο επίσης και αδαή όσον αφορά τους βασικούς νόμους της κοινωνικής επιστήμης.

 Το αστυνομικό σώμα, ως το εκτελεστικό σώμα επιβολής της αστικής εξουσίας στο εσωτερικό ενός κράτους, είναι επιρρεπής σε τέτοιου είδους απαντήσεις (ειδικά σε σχετικά νέα και κουτσουρεμένα κράτη όπως είναι το Κυπριακό), δείχνοντας ουσιαστικά μια πτυχή που αστική εξουσία ειδικά στην Κύπρο, “ξέχασε” να τραβήξει την κουρτίνα και να κάνει δημόσιες σχέσεις. Αλλά σε τέτοιες αναλύσεις και απαντήσεις βλέπουμε συχνά δημοσιογράφους που καλύπτουν αστυνομικά νέα και ειδήσεις, να υιοθετούν την ίδια γλώσσα. O Φανής Μακρίδης με το άρθρο του είναι ένα επιπλέον παράδειγμα της ψυχολογιστικοποίησης της πολιτικής και της διαπροσωπικής σχέσης θύματος και θύτη. Οι αντιδιαλεκτικές ερμηνείες του συμβάντος και οι αναλύσεις του ντιβανιού όσον αφορά κοινωνικοπολιτικά ζητήματα είναι τόσο επικίνδυνα όσο να λέγαμε ότι ο φασισμός είναι μια πολιτική ρήξης με το κατεστημένο άρα ας φασιστικοποιήσουμε την κοινωνία. Αυτό που έχει σημασία όμως σε τέτοιες περιπτώσεις, θα έλεγα πως δεν είναι η καλύτερη δημοσιοσχετίστική διαχείριση εικόνας της αστυνομίας, αλλά το άνοιγμα μιας συζήτησης για το τι είναι και τι εξυπηρετεί η αστυνομία συνολικά καθώς και τα ειδικά σώματα ξεχωριστά.

Ο καπιταλισμός, η οικονομική βάση δηλαδή της κοινωνίας μας, και το νομικό του πλαίσιο ως εποικοδόμημα όσο και οι δυνάμεις καταστολής του δεν θα μπορούσαν να είχαν άλλη λειτουργία από του να εξυπηρετούν τον ίδιο τον καπιταλισμό και την άρχουσα τάξη. Όσο απλουστευτικό και αν ακούγεται αυτό, η πολυπλοκότητα των ζητημάτων της αστυνομικής δραστηριότητας στο Κυπριακό κράτος, διαμεσολαβείται από αυτή την βασική αλήθεια. Το να κατηγορήσει κάποιος την αστυνομία και τους αστυνομικούς ως καταχραστές της εξουσίας ως αποκλειστικά αστυνομικό πρόβλημα είναι το ίδιο με το να κατηγορείς την προσωπικότητα Χίτλερ για τους εκατομμύρια νεκρούς και όχι αυτό που γεννά τους εκάστοτε Χίτλερ.

Για να δούμε εαν η Κυπριακή κοινωνία (σσ. εννοώντας το εργατικό και λαικό κίνημα) έχει ωριμάσει έτσι ώστε να ανοίξει αυτή την συζήτηση ή αν θα μιλάμε ξανά για ένα πυροτέχνημα που έδωσε λίγο τηλεοπτικό χρόνο σε συγκεκριμένα ΜΜΕ και χρόνο ψυχαγωγίας σε απαθής θεατές.

αναδημοσίευση από Αγκάρρα

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *