Ταξικότητα και Ρατσισμός.

Έργο του John Heartfield, “Krieg und Leichen – Die letzte Hoffnung der Reichen”

[Πόλεμος και Πτώματα – η έσχατη Ελπίδα των Πλουσίων], 1932.

του Renato Caputo

Το διώνυμο ανάμεσα στην ταξικότητα και το ρατσισμό αποτέλεσε ανέκαθεν χαρακτηριστικό των φιλελεύθερων κοινωνιών και του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής που βασίστηκαν στην αποικιοκρατία και την εκμετάλλευση και πάντοτε στοχεύουν στην προληπτική καταστολή των “επικίνδυνων” –για το σύστημα– “τάξεων”.

Μη θέλοντας να σταθούμε στα συνεχόμενα εμπειρικά δεδομένα –που συνεχίζουν να έρχονται στο φως, ακόμα και κατά τη διάρκεια αυτών των ημερών διεθνούς κινητοποίησης ενάντια στο ρατσισμό, τα οποία αποδεικνύουν την αίσθηση απόλυτης ατιμωρησίας μέσα στην οποία ένας αστυνομικός μπορεί, για ευτελείς λόγους, να δολοφονήσει, ως έμβλημα των “επικίνδυνων τάξεων”, έναν Αφροαμερικάνο νεολαίο– είναι αναγκαίο να ανατρέξουμε στην έννοια αυτής της –φαινομενικά αβάσιμης–βίας.

Η φαινομενική αβασιμότητα αυτών των συνεχόμενων και επαναλαμβανόμενων πράξεων βίας αποτελούν τη βάση τόσο της μεγάλης διεθνούς κινητοποίησης μετά τη δολοφονία του Floyd όσο και της ανικανότητας αντίδρασης μπροστά σε νέα περιστατικά, τα οποία σταθερά έρχονται στο φως και χαρακτηρίζονται συνεχώς από μια πιο ξεκάθαρη έλλειψη αναλογικότητας ανάμεσα στις πράξεις των θυμάτων και την αντίδραση των επιτιθέμενων. Είναι ακριβώς αυτή η ξεδιάντροπη αβασιμότητα που αποπροσανατολίζει και –κατά κάποιο τρόπο– αφοπλίζει το διεθνές κίνημα διαμαρτυρίας ενάντια στο ρατσισμό. Σε τέτοιο βαθμό που στο Ηνωμένο Βασίλειο, μετά από δυο εβδομάδες αντιρατσιστικών διαδηλώσεων σε διεθνές επίπεδο, οι δυνάμεις της σοβινιστικής άκρας δεξιάς επέστρεψαν για να καταλάβουν τις πλατείες των μεγαλύτερων πόλεων. Στο επίκεντρο της διαμάχης –που συμβολικά επικεντρώνεται στα αγάλματα που έχουν υψωθεί για να δοξαστούν τα κατορθώματα της αποικιοκρατίας– βρίσκεται δικαιολογημένα αυτό που αποτελεί την πρωταρχική πηγή αυτής της τυφλής ρατσιστικής βίας που συνεχίζει να σκοτώνει αθώα θύματα: η αποικιοκρατία ως ακρογωνιαίος λίθος και –ταυτόχρονα– ως πηγή της πρωταρχικής συσσώρευσης του κεφαλαίου, η οποία παρήγαγε στον αποικισμένο κόσμο τη νέα σκλαβιά και στην πολιτισμένη Ευρώπη το σύγχρονο προλεταριάτο.

Επομένως, θέλοντας να εντοπίσουμε τους βαθύτερους λόγους που καθιστούν –μονάχα φαινομενικά– σε αβάσιμη την τρομακτική στοχοποίηση, από πλευράς των κατασταλτικών μηχανισμών του Κράτους, όλων εκείνων που συναποτελούν το πρότυπο των επικίνδυνων τάξεων –από την καταπίεση και την εκμετάλλευση από τις οποίες τροφοδοτείται ο πλούτος των καπιταλιστικών εθνών– πρέπει, αναγκαστικά, να ανατρέξουμε στην ιστορία.

Στις απαρχές βρίσκονται οι κατασταλτικοί μηχανισμοί που θεσμοθετήθηκαν από τους Βρετανούς φιλελεύθερους ώστε να καταστείλουν με το βιαιότερο τρόπο τον Ιρλανδικό λαό, αφού η βρετανική αποικιοκρατία ήταν τόσο αρπακτική που δεν άφηνε στους Ιρλανδούς καθολικούς παρά μονάχα τις αλυσίδες τους. Από αυτό το μοντέλο εμπνεύστηκε και ο Robert Peel για να φτιάξει και στην πατρίδα του ένα ανάλογο κατασταλτικό εργαλείο, με σκοπό την καταστολή του νεογέννητου σύγχρονου προλεταριάτου που γεννήθηκε ακριβώς από την λεηλασία των αποικιών και το οποίο βρισκόταν στην ίδια κατάσταση, αφού δεν είχε άλλο να χάσει παρά μόνο τις αλυσίδες του. Ως τέτοιο, το σύγχρονο προλεταριάτο αυτό καθαυτό θεωρούταν μια επικίνδυνη τάξη, ή ακόμα περισσότερο ήδη από τον Χέγκελ δυνητικά ανατρεπτική, αφού ακριβώς δεν είχε τίποτα να κερδίσει από την ανάπτυξη της αστικής κοινωνίας των πολιτών, της οποίας γι’ αυτό το λόγο αποτελούσε τον απειλητικότερο εχθρό. Πάνω σε αυτή τη βάση αναδύθηκε η αστυνομία στο βασίλειο του φιλελευθερισμού, η οποία με τη σειρά τηςαποτέλεσε πρότυπο για τα αστυνομικά σώματα με τα οποία εξοπλίστηκαν καταρχήν οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, όπου και επιβλήθηκε για πρώτη φορά η σύγχρονη δημοκρατία και όπου είχαν βρει καταφύγιο οι πιο ένθερμοι Εγγλέζοι χριστιανοί.

Άλλωστε, αντιγράφοντας το αρχαίο αρχικό μοντέλο, και αυτή η δημοκρατία ήταν μια δημοκρατία των δουλοκτητών του νότου, οι οποίοι έπρεπε να βρουν έναν τρόπο συνύπαρξης με τα φιλελεύθερα αφεντικά των βιομηχανιών του βορρά που ασκούσαν μέσα στους χώρους δουλειάς τη δεσποτική κυριαρχία τους επάνω σε ολόκληρους βιομηχανικούς στρατούς, οι οποίοι συνεχώς απεχθάνονταν την άφιξη άνεργων μεταναστών. Αυτές οι δύο δυνάμεις που έδωσαν ζωή στο φιλελεύθερο-δημοκρατικό μοντέλο που σήμερα κυριαρχεί σε διεθνές επίπεδο, είχαν ενωθεί από την αποικιοκρατία, η οποία κατέστησε τις ΗΠΑ σε μια μεγάλη φιλελεύθερη και χριστιανική δύναμη μέσω της συστηματικής γενοκτονίας του αυτόχθονου πληθυσμού. Επάνω σε αυτές τις βάσεις, το βρετανικό κατασταλτικό σύστημα εισήχθηκε στις ΗΠΑ με τους ίδιους σκοπούς, δηλαδή την αδυσώπητη υπεράσπιση των ιδιοκτητών και των ιδιοκτησιών του λαού των κυριών καθώς και την καταστολή όλων των “επικίνδυνων τάξεων”, οι οποίες αποτελούνταν καταρχήν από τους αυτόχθονες, σε δεύτερο βαθμό από τους Αφροαμερικάνους και σε τρίτο βαθμό από τους πιο πρόσφατους μετανάστες, αρχικά καθολικούς κι έπειτα Κινέζους. Οι σερίφηδες που εισήχθησαν από το βρετανικό σύστημα έχουν το καθήκον να υπερασπίζονται τα τεράστια προνόμια που έχει συσσωρεύσει ο λαός των κυρίων, χάρη στη γενοκτονία των Ινδιάνων, τη σκλαβιά των Αφρικανών και την άγρια εκμετάλλευση των πιο πρόσφατων μεταναστών, ιδιαίτερα εκείνων που δεν ασπάζονται τον χριστιανικό φανατισμό των παλιότερων αποίκων.

Επομένως, όπως άλλωστε σε όλες τις φιλελεύθερες δημοκρατίες, οι κατασταλτικοί μηχανισμοί του αστικού Κράτους είναι λειτουργικοί για την υπεράσπιση με κάθε κόστος των μεγάλων ιδιοκτησιών των ολιγαρχιών μέσω της προληπτικής και γενικευμένης καταστολής των επικίνδυνων τάξεων, αφού αυτές έχουν κάθε συμφέρον να θέσουν σε αμφισβήτηση τα τεράστια, παράλογα και άδικα προνόμια της κυρίαρχης τάξης. Στις ΗΠΑ, οι κατασταλτικοί μηχανισμοί έχουν το μεγάλο πλεονέκτημα να μπορούν να εντοπίσουν ευκολότερα τα μέλη των επικίνδυνων τάξεων, αφού αυτά προέρχονται καταρχήν από τους Ινδιάνους, κατά δεύτερο λόγο από τους Αφροαμερικάνους σκλάβους και πρώην σκλάβους, και κατά τρίτο από τους πιο πρόσφατους μετανάστες, που προέρχονται από την ανατολική Ευρώπη, έπειτα από την Ασία, κυρίως από την Κίνα και σήμερα κυρίως από την λατινική Αμερική.

Έτσι, μέχρι και τις μέρες μας, τα άτομα που πιο συχνά ελέγχονται και υπόκεινται τη βία κάθε είδους από την πλευρά των κατασταλτικών μηχανισμών του Κράτους είναι κυρίως οι ιθαγενείς. Ακολουθούνε, αμέσως μετά, οι απόγονοι των μαύρων σκλάβων κι έπειτα οι πιο πρόσφατοι και φτωχοί μετανάστες, δηλαδή οι Λατίνοι. Έτσι, ακόμα και σήμερα που η δεύτερη ομάδα, οι Αφροαμερικάνοι –μετά από δεκαετίες σκληρότατων αγώνων– κατέκτησαν τα ίδια τυπικά δικαιώματα με το λαό των κυριών, αυτοί οι τελευταίοι αντέδρασαν με την επαναλειτουργία των σπιτιών δουλειάς, δηλαδή των φιλελεύθερων προγόνων των στρατοπέδων συγκέντρωσης για τις επικίνδυνες τάξεις, τα οποία και τελειοποιήθηκαν περαιτέρω κατά τη διάρκεια της αποικιοκρατικής εποχής. Έτσι, οι ΗΠΑ, κυρίως μέσα από την εγκληματοποίηση των τοξικοεξαρτημένων –που δημιουργήθηκαν με μαεστρία μέσω της διάδοσης των παραισθησιογόνων ουσιών, οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν αρχικά για τη διατήρηση της κυριαρχίας πάνω στους προλετάριους με στολή κατά τη διάρκεια της ιμπεριαλιστικής επιδρομής στην Ινδοκίνα και έπειτα διαδόθηκαν συστηματικά στα αφροαμερικάνικα γκέτο για την κατάπνιξη της εξέγερσης– μετατράπηκαν στο τρομερότερο συγκεντρωτικό σύμπαν του κόσμου, επάνω σε αυστηρά ταξικά και ρατσιστικές βάσεις, με μια τεράστια ποσότητα εργατικών χεριών σε κατάσταση ημι-σκλαβιάς που τίθενται στη διάθεση των ιδιοκτητών των ιδιωτικών φυλακών.

Έτσι, η αστυνομία σε όλες τις καπιταλιστικές χώρες συνεχίζει να εκτελεί τη λειτουργία για την οποία προέκυψε και εκ των πραγμάτων εκπαιδεύτηκε, δηλαδή την υπεράσπιση της ατομικής –και ολοένα και πιο μονοπωλιακής– κτήσης, του πλούτου που παράγεται ολοένα και περισσότερο από τον καταμερισμό και τη συνεργασία της εργασίας σε διεθνές επίπεδο, μέσω της προληπτικής καταστολής των επικίνδυνων τάξεων, εκμεταλλευόμενη γι’ αυτούς τους σκοπούς τις ρατσιστικές αντιεπιστημονικές προκαταλήψεις.

Επομένως, δεν πρόκειται για ένα ιδιαίτερο πρόβλημα των ΗΠΑ, αν και σε αυτή τη χώρα το φαινόμενο εκδηλώνεται με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο, αφού αυτή είναι και η χώρα όπου είναι πιο καθαρή και ξάστερη η δικτατορία της αστικής τάξης. Κάτι που φάνηκε και με αφορμή τον ιό, όπου οι “επικινδυνότερες” τάξεις των ιθαγενών, των Αφροαμερικανών και των πιο πρόσφατων μεταναστών είχαν ποσοστά θνησιμότητας πολύ υψηλότερα από τα αντίστοιχα του καυκάσιου πληθυσμού. Καταρχήν γιατί αυτές είναι που αποτελούνε το ευρύτερο κομμάτι εκείνου του υπο-προλεταριάτου ή του προλεταριάτου των working poor [φτωχών εργατών] που δεν μπορεί επιτρέψει στον εαυτό του να βρεθεί σε καραντίνα και να απαιτήσει τα ελάχιστα κριτήρια ασφάλειας μέσα στους χώρους δουλειάς. Κατά δεύτερο λόγο γιατί οι ινδιάνικοι καταυλισμοί, τα μαύρα γκέτο και οι περιοχές κατοικίας των πιο πρόσφατων μεταναστών είναι οι πιο μολυσμένες περιοχές, όπου και έχουν θαφτεί τοξικά απόβλητα κάθε είδους,

Άλλωστε, ανάλογα προβλήματα, αν και σε μικρότερο βαθμό, παρουσιάστηκαν και στο Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας. Π.χ και εκεί το κομμάτι του πληθυσμού που χτυπήθηκε περισσότερο ήταν εκείνο με αφρικανική καταγωγή, το οποίο και βρίσκεται περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο στο στόχαστρο των κατασταλτικών μηχανισμών του Κράτους. Ανάλογη συνθήκη προληπτικής καταστολής από πλευράς των κατασταλτικών μηχανισμών του Κράτους, η οποία κι εκεί πυροδοτείται από τις συνηθισμένες ρατσιστικές προκαταλήψεις, επικρατεί και στα γαλλικά banlieu [προάστια] όπου κατοικούν κυρίως οι απόγονοι των αποικιοκρατούμενων λαών. Η γαλλική συνθήκη επιδεινώνεται περαιτέρω και από το γεγονός πως η αφομοιωτική αποικιακή πολιτική, ανέκαθεν κυρίαρχη στη Γαλλία, παρεμποδίζει τη διενέργεια διαφοροποιημένων στατιστικών για τις εθνοτικές ομάδες. Έτσι, λείπουν τα εντυπωσιακά στοιχεία που μπορούν όμως να επαληθευτούν στις ΗΠΑ και τη Μεγάλη Βρετανία.

Σχετικά με το ρατσισμό και την προληπτική καταστολή των επικίνδυνων τάξεων, δεν υπολείπονται οι κατασταλτικοί μηχανισμοί του γερμανικού ή του ιταλικού Κράτους. Αυτό φαίνεται ιδιαίτερα στην καταστολή εναντίον των πιο φτωχών και πρόσφατων μεταναστών. Και σε αυτές τις περιπτώσεις, η συνθήκη επιδεινώνεται από το γεγονός ότι οι πιο κομφορμιστές είναι γεμάτοι με ταξικές και ρατσιστικές προκαταλήψεις, τείνοντας έτσι να κρατάνε μια απολογητική στάση απέναντι στους κατασταλτικούς μηχανισμούς του Κράτους, ακριβώς σε σχέση με τη λειτουργία της προληπτικής καταστολής που εφαρμόζουν ενάντια στις δυνητικά “επικίνδυνες” τάξεις.

Σίγουρα τα πράγματα δεν πάνε –σε καμία περίπτωση– καλύτερα στις χώρες της ανατολικής Ευρώπης, εκεί που οι δυνάμεις της αντεπανάστασης –κατά τη διάρκεια των τελευταίων χρόνων– γνώρισαν πιένες. Η προληπτική καταστολή που τέθηκε σε εφαρμογή από τους κατασταλτικούς μηχανισμούς του Κράτους ενάντια στους φτωχότερους μετανάστες και τους Ρομά, αγγίζουν πρωτοφανή επίπεδα ωμότητας σε χώρες που συχνά κυβερνιούνται από ένθερμες αντικομμουνιστικές δυνάμεις της δεξιάς, όπως η Κροατία, η Σλοβενία, η Ουγγαρία και η Ουκρανία, για να αναφέρουμε μονάχα τις χαρακτηριστικότερες περιπτώσεις,

Από την άλλη πλευρά, ολοένα και λιγότερο απρόσβλητες από αυτά τα φαινόμενα είναι και οι χώρες με έντονες φιλελεδημοκρατικές και σοσιαλδημοκρατικές παραδόσεις όπως –κυρίως– η Αυστρία, η Ολλανδία και οι σκανδιναβικές χώρες. Σε όλες αυτές τις χώρες, εδώ και χρόνια είναι σε άνοδο οι ρατσιστικές και οι ξενοφοβικές δυνάμεις ενώ αυξάνεται η καταστολή των τάξεων, οι οποίες συχνά στοχοποιούνται με ρατσιστικά κριτήρια και θεωρούνται ως οι πλέον επικίνδυνες.

Τα πράγματα δεν πάνε σίγουρα καλύτερα ούτε στον Καναδά ούτε στην Ωκεανία, όπου και εκεί διαπράχθηκε μια γενοκτονία των ιθαγενών και μια διαρκή καταστολή των επιζησάντων. Ούτε βέβαια στο Ισραήλ οπού η δραστηριότητα των κατασταλτικών μηχανισμών του Κράτους είναι ακόμα πιο βίαιη και ρατσιστική, ιδιαίτερα ενάντια στους Παλαιστίνιους αλλά και ενάντια στους μετανάστες, ειδικά τους Αφρικανούς καθώς και ενάντια στους ίδιους τους αυτόχθονες Εβραίους. Εξίσου τρομακτική είναι η προληπτική καταστολή των επικίνδυνων τάξεων στις “μετριοπαθείς” αραβικές χώρες, οι οποίες και αποτελούν διαχρονικούς σύμμαχους των ιμπεριαλιστικών χωρών. Από το Λίβανο μέχρι τις πετρέλαιο-μοναρχίες του Περσικού Κόλπου εξελίσσεται μια τρομακτική καταστολή εναντίον των μεταναστών που υπόκεινται ένα καθεστώς ημι-σκλαβιάς και βρίσκονται -–σε σχέση με τα χαρτιά τους– σε απόλυτη εξάρτηση από τους εργοδότες τους.

Σίγουρα η κατάσταση δεν είναι καλύτερη στις καπιταλιστικές χώρες της Ασίας, από την Ιαπωνία μέχρι τη Νότια Κορέα και από τη Σιγκαπούρη μέχρι την Ταϊβάν.

Ανάλογη είναι η κατάσταση και στις χώρες των BRICS, ιδιαίτερα σε εκείνες όπου οι φιλοκαπιταλιστικές δυνάμεις της δεξιάς κατέκτησαν την κυβέρνηση. Ο ρατσισμός της βραζιλιάνικης κυβέρνησης ενάντια στους ιθαγενείς, τους απόγονους Αφρικανών και ευρύτερα ενάντια σε όλες τις “επικίνδυνες τάξεις” στις φαβέλες είναι ιδιαίτερα ωμός, όπως άλλωστε και ο αντίστοιχος της κυβέρνησης της Ινδίας ενάντια στη μουσουλμανική μειονότητα και τις χαμηλότερες κάστες. Για να μην αναφερθούμε στη Νότια Αφρική, της οποίας ο πλούτος παραμένει συσσωρευμένος στις τσέπες των απόγονων των αποίκων και όπου ο ρατσισμός και η προληπτική καταστολή ενάντια στους φτωχότερους μετανάστες από τις γειτονικές χώρες αυξάνονται, παρά το γεγονός ότι σε αυτή τη χώρα υπάρχει μια προοδευτική κυβέρνηση.

Για να μην αναφερθούμε εν τέλει στις ίδιες τις αφρικανικές και τις κεντροαμερικάνικες φιλο-καπιταλιστικές και φιλο-ιμπεριαλιστικές χώρες, όπου η καταστολή με ρατσιστικά και ταξικά κριτήρια αγγίζει τρομακτικά επίπεδα, αν και ο ταξικός ρατσισμός των κυρίαρχων στρωμάτων από τις ευρωπαϊκές χώρες είναι τόσο διαδεδομένος που δεν αποτελεί πλέον είδηση. Εκτός και αν εξυπηρετεί την ενορχήστρωση κάποιας μορφής χρωματιστής αντεπανάστασης.

Πηγή στα ιταλικά: lacittafutura.it

Μετάφραση: Προλεταριακή Πρωτοβουλία. Αθήνα, Ιούνης 2020.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *