Μικρασία 1919-1922: Εκστρατεία -Καταστροφή- Προσφυγιά -“Αποκατάσταση”

Σημειώσεις για την ιμπεριαλιστική εκστρατεία της Αντάτ στην καταρρέουσα οθωμανική Αυτοκρατορία & το τέλος της μεσοπολεμικής “Μεγάλης Ιδέας” του ελληνικού Αστισμού

Το παρόν επετειακό κείμενο της Κίνησης της Βιολέττας γράφτηκε και εκδόθηκε, σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων, ως μια συμβολή στην Εκδήλωση – Συζήτηση “Από την ιμπεριαλιστική εκστρατεία της Αντάτ για τον διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (1919) στην Μικρασιαστική Καταστροφή και το Τέλος της Μεγάλης Ιδέας (1922)” που διοργανώθηκε από την Ταξική Αντεπίθεση (ομάδα Αναρχικών – Κομμουνιστ(ρι)ών), στο πολιτικό χώρο της (Καλιδρομίου 49, Εξάρχεια) στις 29/9/2022. Για τη συγγραφή του αντλήθηκαν στοιχεία και πληροφορίες (μεταξύ άλλων) από συντροφικά προφίλ και τη σελίδα στο FB του εργατικού περιοδικού – μαρξιστικής επιθεώρησης Praxis Review.

Κίνηση της Βιολέττας (ΚτΒ)
Αθήνα, Σεπτέμβρης 2022
για επικοινωνία: violetta@espiv.net

Ι. Εκστρατεία – Καταστροφή

«Μικρασιατική Εκστρατεία, έγκλημα ή παραφροσύνη; Με τα μάτια μας είδαμε το ψέμμα το εθνολογικό: οι Έλληνες δεν αποτελούσαν σ’ όλες εκείνες τις περιφέρειες ούτε το ένα πέμπτο και στα μέρη που είσαν πιο συγκεντρωμένοι δεν έφθαναν ούτε στο ήμισυ του άλλου πληθυσμού. Με τα μάτια μας είδαμε να πέφτουν και να σακατεύονται τ’ αδέρφια μας κατά δεκάδες χιλιάδες, συρμοί ατέλειωτοι και καραβάνια να διατρέχουν τη χώρα εκείνη του θανάτου και του στεναγμού, γεμάτα από σαπισμένα κρέατα και πηχτό αίμα»

Απόσπασμα από τις Αποφάσεις του 1ου Πανελλήνιου Συνεδρίου Παλαιών Πολεμιστών και Θυμάτων Στρατού (1924) [1].

Καλύτερα να μείνουν εδώ να τους σφάξει ο Κεμάλ, γιατί αν πάνε στην Αθήνα θα ανατρέψουν τα πάντα… [2]: αυτά τα μακιαβελικά λόγια που φέρεται να εκστόμισε ο Αριστείδης Στεργιάδης, ύπατος αρμοστής της (υπό ελληνική διοίκηση [3]) Σμύρνης, λίγο πριν την κατάρρευση του μετώπου του εκστρατευτικού σώματος στα βάθη της Ανατολίας που ολοκληρώθηκε με την καταστροφή αυτής της παραλιακής πολυπολιτισμικής μητρόπολης, μπορεί να θεωρηθεί ως μια επιτομή της κυνικής πολεμοκαπηλίας με την οποία χειρίστηκε (προς εξυπηρέτηση των μεγαλοϊδεατισμών της αλλά πάνω απ’ όλα των συμφερόντων των ιμπεριαλιστικών Μεγάλων Δυνάμεων της Αντάτ) η ελληνική μεσοπολεμική Αστική Τάξη & το Κράτος της, τον -κατά τ’ άλλα…- “αλύτρωτο Ελληνισμό της Μικράς Ασίας”.

Μια κυνική πολεμοκαπηλία που ακολούθησε την απόβαση των ελληνικών στρατευμάτων στη Σμύρνη, την Πρωτομαγιά του 1919, η οποία δεν υπήρξε διόλου «ειρηνική» (όπως ψευδώς αφήνει να εννοείται η εγχώρια καθεστωτική ιστορική βιβλιογραφία), αλλά συνοδεύθηκε με πράξεις βαρβαρότητας, πλιατσικολογήματος, καταστροφών, βιασμών, βασανιστηρίων και δολοφονιών αμάχων. Τα συγκεκριμένα εγκλήματα πολέμου αποτέλεσαν το ιδανικό άλλοθι για την αντίστοιχη βαρβαρότητα του τουρκικού εθνικισμού και οδήγησαν στην καταστροφή, το θάνατο και την προσφυγιά, η οποία και επισφραγίστηκε με την υπογραφή της ελληνοτουρκικής “σύμβασης ανταλλαγής πληθυσμών” , τον Ιανουάριο του 1923 στη Λοζάνη [4].

Με αυτή την απόβαση και την ακόλουθη εκστρατεία του, το ελληνικό Κράτος περνώντας δια πυρός και σιδήρου, με πρόσχημα την υπεράσπιση των λεγόμενων “αλύτρωτων αδελφών” από την καταρρέουσα οθωμανική κυριαρχία, αναλαμβάνανε το ρόλο του ιππικού για τη διατήρηση και τη διασφάλιση των μονοπωλιακών ενεργειακών (και ευρύτερων γεωπολιτικών) συμφερόντων της βρετανικής αποικιοκρατίας [5].
Έπειτα, όταν στα πεδία των μαχών βρισκόταν προς των πυλών η συντριβή αυτών των μεγαλοϊδεατικών “ονείρων θερινής νυκτός”, με αυτά τα προαναφερθέντα λόγια του, το δεξί χέρι του Ελ. Βενιζέλου, καθισμένο στην καρέκλα του ύπατου αρμοστή, δεν μίλαγε μονάχα με το δικό του στόμα, αλλά και μ’ εκείνο των σαφών εντολών που είχε λάβει από τον αντιβενιζελικό πρωθυπουργό Γούναρη για την “αποφυγή δημιουργίας προσφυγικού ζητήματος”.

Ενδεικτικό αυτής της βρώμικης πολεμοκάπηλης πολιτικής του ελληνικού Κράτους, είναι και το γεγονός ότι στις 20/7/1922, μόλις ένα μήνα πριν την τελική αντεπίθεση των Νεότουρκων του Κεμάλ Ατατούρκ, η Βουλή είχε υπερψηφίσει ομόφωνα το νόμο 2870 “περί παρανόμου μεταφοράς προσώπων ομαδόν ερχομένων εις τους Ελληνικούς λιμένας εκ της αλλοδαπής”. Κι όταν τελικά, στις 27 Αυγούστου δόθηκε η εντολή εκκένωσης της Μικράς Ασίας, και οι “πατρίδες” που μέχρι τότε ονομάζονταν από την πολεμική προπαγάνδα του αθηναϊκού αστικού Τύπου “αλύτρωτες” γίνανε “χαμένες”, με τους μέχρι πρότινος “αλύτρωτους αδελφούς” να μετατρέπονται μια για πάντα σ’ ένα προσφυγικό λαό, αυτό το καθεστωτικό ιδιοτελές κάθαρμα, ως γνήσιος εκπρόσωπος της δολοφονικής και εκμεταλλεύτριας Τάξης που εκπροσωπούσε, αφού πρώτα διέταξε “να συσκευασθώσιν τα αρχεία”, τόνισε πως η διαταγή έπρεπε να κρατηθεί “απολύτως μυστική από (τον) πληθυσμόν” και έπειτα αναχώρησε από τους πρώτους, με θωρηκτό της “προστάτιδας, σύμμαχης και φίλης” Μεγάλης Βρετανίας… [6]

Αν κάτι είναι βέβαιο αυτό είναι το αναντίρρητο γεγονός πως πάνω στις στάχτες της Σμύρνης, μέσα από το θάνατο χιλιάδων και πάνω στο πετσί εκατομμυρίων άλλων ανθρώπων που αναγκάστηκαν -και στις δυο πλευρές του Αιγαίου- να ξεριζωθούν από τις πατρογονικές εστίες τους, γράφτηκε το αιματοβαμμένο τέλος της μεσοπολεμικής “Μεγάλης Ιδέας” περί της “Ελλάδας των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών”.

Το τέλος ενός αντιδρ-αστικού ιδεολογήματος που καθόρισε και κράτησε ενωμένες (αν και διχασμένες) τις τύχες των δυο μεγάλων πολιτικών παρατάξεων (των Βασιλικών και των Βενιζελικών) του ελληνικού Αστισμού στις αρχές του 20ου αιώνα. Ένα τέλος που επισφραγίστηκε με τη λεγόμενη “Δίκη των 6”. Αν και οι κατηγορούμενοι στρατιωτικοί, πρωθυπουργοί και υπουργοί που συνελήφθησαν και παραπέμφθηκαν σε έκτακτο στρατοδικείο ως “πρωταίτιοι εσχάτης προδοσίας” ήταν 8 (Μ. Γούδας, Γ. Μπαλτατζής, Ξ. Στρατηγός, Δ. Γούναρης, Ν. Στράτος, Ν. Θεοτόκης, Π. Πρωτοπαπαδάκης), εν τούτοις αυτή η δίκη σκοπιμότητας (που αποτέλεσε μια βενιζελική απόπειρα εμπέδωσης της κίβδηλης αντίληψης σύμφωνα με την οποία “η Ελλάς δεν ηττήθη αλλά επροδόθη”…), έμεινε στην πολιτική ιστορία με τον αριθμό όσων τελικά εξ’ αυτών καταδικάστηκαν και εκτελέστηκαν δια τυφεκισμού στο Γουδί στις 15/11/1922, ρίχνοντας έτσι τίτλους τέλους σε αυτό το αντιδρ-αστικό ιδεολόγημα.

Άξιο ιστορικής αναφοράς είναι το γεγονός ότι προ δωδεκαετίας, (σχεδόν) έναν αιώνα μετά, τον Οκτώβριο του 2010, η αστική “δικαιοσύνη” της Γ’ Ελληνικής “Δημοκρατίας” μέσω του Άρειου Πάγου της -έπειτα από προσφυγή για “αναψηλάφηση της δίκης” που κατέθεσε ένας εκ των συγγενών των εκτελεσμένων αξιωματούχων και παρά την παράσταση πολιτικής αγωγής από την Ομοσπονδία Προσφυγικών Σωματείων Ελλάδος για την απόρριψη της ως νομικά αβάσιμης- έκρινε τελικά αθώο όχι μονάχα τον μακαρίτη πρόγονο του ενάγοντα, άλλα και τους άλλους πέντε συγκατηγορουμένους του. Μια “αναψηλάφηση” και μια απόφαση που αποδεικνύει (αν μη τι άλλο) ότι το ενιαίο κόμμα των αφεντικών, δηλαδή το αστικό Κράτος δεν παραλείπει (έστω και με χρονοκαθυστέρηση…) να “αποκαταστήσει” την υστεροφημία εκείνων των αξιωματούχων υπηρετών του, τους οποίους -κατά καιρούς- αναγκάζεται να θυσιάσει στο βωμό της διαιώνισης της ταξικής κυριαρχίας του.

Σε κάθε περίπτωση και ανεξάρτητα από τις όποιες δικαστικές ετυμηγορίες, πρόκειται για μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο του (απο τη σύσταση του υπερχρεωμένου και εξαρτημένου) ελληνικού εθνοκρατικού σχηματισμού, την περίοδο του λεγόμενου “Εθνικού Διχασμού”, που έκλεισε βουτηγμένη στο αίμα, μέσα στη δυστυχία και τον ξεριζωμό.

Η άφιξη στη “μητέρα πατρίδα” περίπου 1,5 εκατομμυρίου ανθρώπων όλων των ηλικιών, από τη Μικρασία, μαζί με την αντίστοιχη αναχώρηση περίπου μισού εκατομμυρίου τουρκόφωνων μουσουλμάνων από την Ελλάδα, θ’ αλλάξει αισθητά την πληθυσμιακή σύνθεση και την ανθρωπογεωγραφία, τους κοινωνικούς-ταξικούς συσχετισμούς και τις πολιτικές ισορροπίες στη χώρα. Ένα τέλος εποχής που θα σημάνει την έναρξη μιας άλλης αιματοβαμμένης ιστορικής περιόδου, η οποία και θ’ αποτελέσει εκείνη κατά τη διάρκεια της οποίας θα γραφτούν στους δρόμους και τις πλατείες, στους χώρους δουλειάς και τις συνοικίες, στις απεργίες και τις φυλακές, στις διαδηλώσεις και τα πεδία των μαχών στις πόλεις και τα βουνά, μερικές από τις ενδοξότερες αλλά και (από τις πλέον) τραγικές σελίδες της εργατικού – λαϊκού, κομμουνιστικού – αντιφασιστικού κινήματος και των επαναστατικών πολιτικών δυνάμεων του (ντόπιου και προσφυγικού) εργαζόμενου λαού αυτού του τόπου. Ένας ιστορικός κύκλος Αντιστάσεων & Αγώνων για μια κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, που μετά την 4η Αυγούστου του 1936 και την επιβολή -με τη συγκατάθεση του βασιλιά Γεωργίου Β’- του μοναρχοφασιστικού καθεστώτος του Ι.Μεταξά, θα ολοκληρωθεί με το τέλος της γερμανικής ναζιστικής Κατοχής (1941-44) και την Απελευθέρωση με τα ΕΛΑΣίτικα παρτιζάνικα όπλα, κι έπειτα με τα Δεκεμβριανά του ’44, τότε που τα βομβαρδιστικά του βρετανικού στέμματος σφυροκοπούσαν αδιάκοπα τις αθηναϊκές και πειραϊκές εργατικές προσφυγογειτονιές, οι οποίες αποτελούσαν τα “κόκκινα” προπύργια της εθνικοαπελευθερωτικής – αντιφασιστικής Αντίστασης [7], ώστε να καταπνίξουν έν τη γενέσει της αυτήν την “εξέγερση των παιδιών της γαλαρίας” (όπως την είχε χαρακτηρίσει 40 χρόνια αργότερα ο μεγάλος μουσικοσυνθέτης, έντιμος δεξιός και αλληλέγγυος (μεταξύ άλλων) μεταπολιτευτικών αναρχικών πολιτικών κρατουμένων Μάνος Χατζιδάκις). Μια εξέγερση με την οποία αυτοί “οι μικροί γαβριάδες που σαν σηκωθούν υψώνουν θύελλες” (πολλοί και πολλές εκ των οποίων ήταν σάρκα από τη σάρκα αυτού του προσφυγικού κύματος), παραλίγο όντως ν΄ ανατρέψουν τα πάντα, επιβεβαιώνοντας έτσι τον τρόμο των αστών που εκστόμιζε 22 χρόνια νωρίτερα από τη Σμύρνη ο Στεργιάδης, πριν τραπεί σε ασφαλή φυγή μ’ εκείνο το θωρηκτό των Βρετανών “αφεντικών των αφεντικών του”

Αλλά αυτή, όπως κι εκείνη του “δεύτερου αντάρτικου” του ΔΣΕ (1946-49), της τελευταίας μαζικής και οργανωμένης απόπειρας για λαϊκή Επανάσταση στην Ελλάδα, η οποία ηττήθηκε στρατιωτικά (αλλά όχι πολιτικά), κάτω από τις ΗΠΑτζίδικες βόμβες ναπάλμ στο Γράμμο και το Βίτσι, από τον αμερικανοντυμένο “εθνικό” στρατό των πολιτικών (Βασιλικών και Βενιζελικών) κληρονόμων αυτής της κουρελιασμένης “Μεγάλης Ιδέας”, είναι μια άλλη ιστορία…

ΙΙ. Προσφυγιά – “Αποκατάσταση”

Όπως ήταν αναμενόμενο, το συγκεκριμένο προσφυγικό κύμα, η μαζική μετακίνηση πληθυσμών αυτών των διαστάσεων σε μια χώρα σαν την Ελλάδα των αρχών του περασμένου αιώνα, δεν μπορούσε ν’ αφήσει ανεπηρέαστο κανένα από τα πεδία της κοινωνικής ζωής της.

Διαχείριση της συντριβής της Μεγάλης Ιδέας και διαχείριση των ξεριζωμένων προσφύγων από την Ανατολία: αυτά ήταν τα δύο ακανθώδη ζητήματα που θ’ απασχολήσουν από εκείνο το καλοκαίρι του 1922 και για τα επόμενα χρόνια, την ελληνική αστική Τάξη και τους πολιτικούς (κυβερνητικούς και αντιπολιτευόμενους) υπαλλήλους της.

Οι βρώμικες μέθοδοι που χρησιμοποίησε για την επίτευξη των στόχων της δεν ήταν πρωτότυπες, ενώ εφαρμόστηκαν (πανομοιότυπες ή και παραλλαγμένες) και σε επόμενες (πιο πρόσφατες) φάσεις της τυχοδιωκτικής ιστορικής διαδρομής της.
Αστεγία και ανέχεια. Φτώχεια και δυστυχία. Πείνα και εκμετάλλευση. Ασθένειες διαφόρων ειδών και πανάθλιες συνθήκες διαβίωσης και εργασίας. Αυτά είναι όλα όσα “κληρονόμησαν” από τη “Μεγάλη του Έθνους Ιδέα”, όταν έφτασαν στην Ελλάδα οι Ρωμιοί και οι Ρωμιές, οι Πόντιοι και οι Πόντιες, οι Αρμένιοι και οι Αρμένισες της Μικρασίας.

Από τη μια πλευρά, υποδαύλιση του μίσους των γηγενών προς τους πρόσφυγες που μετά την άφιξη τους μετατράπηκαν μεμιάς -από την καθεστωτική προπαγάνδα- σε “τουρκόσπορους” και “παστρικές” και υποκίνηση αντιπροσφυγικών πογκρόμ [8].

Από την άλλη, στυγνός ψηφοθηρικός-πολιτικάντικος εμπαιγμός (με φρούδες υποσχέσεις για “Αποκατάσταση”) και εντατικοποιημένο ξεζούμισμα στις φάμπρικες και τα ορυχεία, στα μηχανοστάσια και τους αργαλειούς εκείνης της πρώτης (ουσιαστικής) εκβιομηχάνισης και κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης & ανάπτυξης, (τουλάχιστον) μέχρι το ξέσπασμα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης της δεκαετίας του 1930 και την έναρξη της δεύτερης παγκόσμιας πολεμικής ανθρωποσφαγής [9].

Όσον αφορά τις αντιλήψεις που επικρατούσαν εκείνα τα χρόνια στα σαλόνια της “καλής κοινωνίας των Αθηνών”, αυτές εμφανίζονται ανάγλυφες στα όσα δηλητηριώδη έγραφε στις 30/07/1928 ο εκδότης Γ. Βλάχος της Καθημερινής, η οποία και τότε (όπως άλλωστε και τώρα), πρωτοστατούσε στην αντιπροσφυγική προπαγάνδα:

«Συμπονούμεν και συμπαθούμεν τους πρόσφυγας ως ανθρώπους και αδελφούς δυστυχήσαντας και παθόντας, αλλά δεν τους θέλομεν ούτε ως ψηφοφόρους, ούτε ως εκλογείς, ούτε ως εκλέξιμους, ούτε ως πολίτας δικαιούμενους να κυβερνούν την Ελλάδα».

Μια οκταετία αργότερα, λίγους μήνες πριν τον ματωμένο Μάη της Σαλονίκης και το μοναρχοφασιστικό πραξικόπημα της 4ης Αυγούστου, τον Φεβρουάριο του 1936, η αντιβενιζελική Ακρόπολις διαπίστωνε: «Οι πρόσφυγες περιλούονται με ύβρεις εμετικάς. Ονομάζονται “λεφούσι”, χαρακτηρίζονται “Τούρκοι”, απειλούνται με εξόντωσιν».

Όσο αφορά την “Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων” (ΕΑΠ) που ιδρύθηκε το Σεπτέμβριο του 1923, με πρόεδρο της τον Αμερικάνο διπλωμάτη Ερρίκο Μοργκεντάου, αυτή λειτούργησε για μια επταετία υπό διεθνή εποπτεία, διαχειριζόμενη 8.400.000 στρέμματα γης (αγροτικών εκτάσεων και περιαστιακών ακινήτων) που τέθηκαν στη διάθεση της από το Κράτος, έχοντας για “προίκα” τα ποσά των δυο δανείων που είχαν συναφθεί για την “προσφυγική περίθαλψη και αποκατάσταση” με τους “διεθνείς πιστωτές”.

Ένα ενδεικτικό παράδειγμα, σχετικά με τον “βίο και πολιτεία” μερικών εξ’ όσων στελέχωσαν αυτόν τον οργανισμό, αποτελεί το γεγονός πως ο δημοσιογράφος Δ. Αφεντάκης, διευθυντής του γραφείου Τύπου του, ήταν ο πρώτος πρόεδρος της πρώτης ελληνικής ναζιστικής – φασιστικής οργάνωσης του Μεσοπολέμου, της «Εθνική Ένωσις Ελλάς» που ιδρύθηκε τον Φεβρουάριο του 1927 στη Σαλονίκη και έγινε γνωστή ως «Τρία Έψιλον».

Με αυτά τα δεδομένα, δεν φαντάζει διόλου τυχαίο ή παράλογο το γεγονός ότι η ζωτική ανάγκη των προσφύγων (ιδιαίτερα στις πόλεις αλλά και την επαρχία) για “να βάλουν ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι τους”, με την οποία βρέθηκαν αντιμέτωποι και αντιμέτωπες με την άφιξη τους στην Ελλάδα, δεν θα μπορούσε ποτέ να καλυφθεί εξ’ ολοκλήρου από αυτό το Κράτος που είχε αναγάγει τον εμπαιγμό και την υποκίνηση του μίσους εναντίον τους σε επίσημη πολιτική πρακτική και ιδεολογία του.

Έτσι, για μια μεγάλη μερίδα προσφύγων, ιδιαίτερα για τους πιο φτωχούς ανάμεσα τους, αυτή η πρωταρχική ζωτική ανάγκη μπορούσε να καλυφθεί μονάχα μέσα από την κοινωνική Αυτοοργάνωση και την ταξική Αλληλεγγύη. Κι έτσι κι έκαναν. Σε κρανίου τόπους, χέρσα εδάφη, βάλτους και λασπώδεις εκτάσεις, με τα ίδια τους τα χέρια και με τη βοήθεια της ίδιας της κοινότητας τους, έδωσαν “αυθαίρετα” και “παράνομα” τις όποιες λύσεις μπόρεσαν στο στεγαστικό πρόβλημα τους, απέναντι και ενάντια σ’ ένα Κράτος που έφερε ακέραια την ευθύνη του ξεριζωμού τους.

Με αυτά τα δεδομένα, γίνεται αντιληπτό ότι η λέξη “αποκατάσταση” δεν αντικατοπτρίζει -ούτε κατά προσέγγιση- την πραγματικότητα. Για τη συντριπτική πλειοψηφία των προσφύγων, πιο δόκιμη θα ήταν η χρήση του όρου της “μετεγκατάστασης” μέσα σε συνθήκες απόλυτης ένδειας, κακουχιών και εξαθλίωσης.

Σε σχέση με την υπερεκμετάλλευση μεγάλης μερίδας του προσφυγικού πληθυσμού μέσα από τη μετατροπή του σε βιομηχανικό – εργοστασιακό προλεταριάτο, αλλά και τις αντιλήψεις που έφερε μέσα της αυτή η νέα εργατική Τάξη, αξίζουν ν’ αναφερθούν τ’ ακόλουθα αποσπάσματα από κείμενο της αθάνατης κομμουνίστριας αγωνίστριας Ηλέκτρας Αποστόλου, δημοσιευμένου (με ψευδώνυμο Ηλέκτρα Σιδερίδου) στην Κομμουνιστική Επιθεώρηση (ΚΟΜ.ΕΠ) στις 15/1/1934, γραμμένου το Δεκέμβρη της προηγούμενης χρονιάς στις φυλακές Αβέρωφ, σχετικού με τα οργανωτικά καθήκοντα που προέκυπταν από την κομματική δουλειά που έπρεπε ν’ αναπτυχθεί μέσα σε αυτά τα κάτεργα, με τίτλο

«Για την κατάχτηση των 10.000 υφαντουργών των Ποδαράδων”:

Ένας από τους σπουδαιότερους βιομηχανικούς κλάδους της χώρας μας είναι η υφαντουργία. Ολόκληρες χιλιάδες εργατών και εργατριών χτικιάζουν μέσα στα εργοστάσια αυτά. Ιδίως για την Αθήνα μπορεί κανείς να πει πως τα υφαντουργικά εργοστάσια είναι εκείνα που έχουνε τους περισσότερους συγκεντρωμένους εργάτες. Μέσα στα υφαντουργεία των Ποδαράδων για τα οποία ειδικά θα μιλήσω δουλεύουν περίπου 10 χιλιάδες εργάτες από τους οποίους τα 70% είναι νέοι και νέες. Οι εργάτες αυτοί ζούνε κάτω από βαριά εκμετάλλευση και η αγανάχτηση που επικρατεί ανάμεσά τους είναι μεγάλη […]

ΤΑ ΑΜΕΣΑ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΜΑΣ

Η κατάχτηση των υφαντουργείων των Ποδαράδων θα πρέπει να γίνει πρώτ’ απ’ όλα δουλειά ολόκληρης της οργάνωσης Ποδαράδων και όχι να φορτωθεί σε 2-3 συντρόφους. Όλοι οι πυρήνες μας θα πρέπει να το καταλάβουνε καλά αυτό. Και τώρα ας δούμε τις μέθοδες που θα μας βοηθήσουν στη δουλειά μας αυτή.
Πρώτ’ απ’ όλα πρέπει να μην ξεχνάμε ότι η μεγάλη πλειοψηφία των υφαντουργών είναι γυναίκες που φοβόνται ακόμη των κομμουνισμό κ’ έχουν ένα σωρό προλήψεις. Οι ίδιες όμως αυτές εργάτριες νιώθουνε πολύ καλά την ανάγκη να παλέψουν για τα ζητήματά τους. Γι’ αυτό όλη μας η προπαγάνδα, όλη μας η δουλειά πρέπει να στηριχτεί πάνω στη δημιουργία ενός πλατιού ενιαίου μετώπου με τις εργάτριες στην οργάνωση του αγώνα για τις άμεσες διεκδικήσεις τους. Οι διεκδικήσεις αυτές θα πρέπει να διατυπωθούνε από το σωματείο απλά, απλά έτσι που να τις καταλαβαίνει και η πιο καθυστερημένη εργάτρια. Αν εμείς δώσουμε στις εργάτριες να καταλάβουν ότι ο εργοδότης τις χτυπάει και τις εκμεταλλεύεται ανεξάρτητα από το αν είναι κομμουνίστριες, βενιζελικές ή τσαλδαρικές, θα τις έχουμε πολύ σύντομα μαζί μας. Η διαφωτιστική αυτή δουλειά είναι πολύ εύκολο να γίνει στους Ποδαράδες γιατί εκεί κάθε σπίτι σχεδόν έχει κι έναν υφαντουργό. Φτάνει μονάχα να γίνει δουλειά όλων των συντρόφων. Πρώτο μας λοιπόν καθήκον είναι να πείσουμε τους υφαντουργούς και τις υφαντουργίνες για την ανάγκη της δημιουργίας ενός πλατιού ενιαίου μετώπου πάλης για τα ζητήματά τους.
Δεύτερο καθήκον είναι να αποδείξουμε στους εργάτες αυτούς ότι το σωματείο ενδιαφέρεται πραγματικά για τα ζητήματά τους. Αυτό θα γίνει μονάχα όταν η Οργανωτική Επιτροπή του Σωματείου που υπάρχει σήμερα ή η Εκτελεστική Επιτροπή που πρέπει να βγει πολύ σύντομα από μια συνέλευση, καταπιάνονται έγκαιρα για κάθε ζήτημα που παρουσιάζεται στα εργοστάσια και πονάει τους υφαντουργούς, όσο μικρό και ασήμαντο αν φαίνεται (π.χ. χτύπησε μια εργάτρια, βάλανε ένα πρόστιμο, έσπασε ένα παράθυρο και κρυώνουν κλπ.) […] Το πιο δύσκολο όμως απ’ όλα είναι η σταθεροποίηση των πυρήνων και των σωματειακών ομάδων στα εργοστάσια. Για να μπορέσουμε να το καταφέρουμε αυτό θα πρέπει να έχουμε υπ’ όψη μας ότι η πλειοψηφία των υφαντουργών είναι γυναίκες που είναι ποτισμένες μ’ ένα σωρό προλήψεις. Δεν θα πρέπει να έχουμε την απαίτηση οι εργάτριες αυτές να πετάξουν όλες τις προλήψεις τους μόλις γίνουν μέλη του σωματείου ή του πυρήνα μας. Δεν μας πειράζει καθόλου αν μια εργάτρια που μας βοηθάει να κάνουμε συσκέψεις και να κινητοποιούμε και άλλες βάζει λίγο κοκκινάδι ή της αρέσει να κάνει κόρτε και δεν θα πρέπει ν’ αρχίσουμε να την κουτσομπολεύουμε γι’ αυτό γιατί τότε θα την χάσουμε. Οι προλήψεις αυτές θα τους φύγουνε σιγά-σιγά αν εμείς τους βοηθήσουμε να εξελιχτούν μέσα στο κίνημα…[9]

Πέρα από αυτό το κύριο πεδίο αντίθεσης κάθε κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας, της αντίθεσης Κεφάλαιου-Εργασίας, δεν υπήρξε -όπως προαναφέρθηκε- πεδίο της κοινωνικής ζωής που να έμεινε ανέγγιχτο από αυτή την νέα πραγματικότητα που διαμορφώθηκε -ακριβώς έναν αιώνα πριν- στη χώρα.

Συνοπτικά, μπορεί ν’ αναφερθεί πως από τις τέχνες και τον αθλητισμό, τη μουσική και το θέατρο, μέχρι τον κινηματογράφο, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τις ψυχαγωγικές μέχρι τις ενδυματολογικές και τις διατροφικές συνήθεις τους, οι Μικρασιάτες και οι Μικρασιάτισσες εμπλούτισαν σημαδεύοντας ανεξίτηλα τη φυσιογνωμία της μεσοπολεμικής και μετακατοχικής Ελλάδας.

Τα ονόματα που μπορούν να αναφερθούν είναι πραγματικά πάρα πολλα, αλλά δεν θ’ αναφέρουμε κανένα, γιατί φοβόμαστε ότι θα λησμονήσουμε πολλά από τα πιο τεράστια και δεν το θέλουμε. Όπως επίσης και οί αντίστοιχες αναφορές σε ψυχαγωγικές, ενδυματολογικές και διατροφικές συνήθειες που έφτασαν μαζί με αυτό το προσφυγικό κύμα του 1922, το οποίο -πραγματικά- άλλαξε για πάντα αυτή τη χώρα.

Κλείνοντας, μια μικρή αναφορά στον γλωσσικό πλούτο που έφεραν μαζί τους αυτοί οι άνθρωποι, όπως περιγράφεται ανάγλυφα στο ακόλουθο απόσπασμα από ένα δοκίμιο αυτογνωσίας:

[…] Και η γλώσσα τους, α, η γλώσσα τους, που δεν ήταν ούτε τούρκικα, ούτε ελληνικά -κρατούσε τη δομή και τον ερωτισμό της τουρκικής και τα έντυνε με λέξεις ελληνικές, χωρίς το άρθρο ή το υποκείμενο στο τέλος. Αυτό όμως μόνο οι προερχόμενοι από τα ενδότερα της Μικρασίας, όπου παραμένοντας, πάντοτε ορθόδοξοι και Ρωμιοί στη συνείδηση τους, είχαν “τουρκοφωνήσει”, γιατί οι Σμυρνιοί και οι Πολίτες μιλούσαν θαυμάσια τα ελληνικά, πολλοί δε και τα γαλλικά […] [10]

Αντί Επιλόγου

[…] Έναν αιώνα μετά τη στρατιωτική εκστρατεία στην Μικρά Ασία, προς υπεράσπιση των συμφερόντων των δυτικών ιμπερια-ληστών “συμμάχων και προστατών”, η οποία και ολοκληρώθηκε με την Καταστροφή και την Προσφυγιά του 1922, η σύγχρονη Μεγάλη Ιδέα της ντόπιας αστικής Τάξης και του Κράτους της, για γεωπολιτική αναβάθμιση στα πλαίσια του εντεινόμενου ενδοαστικού ελληνοτουρκικού ανταγωνισμού, εγκυμονεί εξίσου οδυνηρές συνέπειες και αφήνει ορθάνοιχτο το πολεμικό ενδεχόμενο […] [11]

Σημειώσεις

[1] Από ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ. Αποφάσεις του Πρώτου Πανελλήνιου Συνεδρίου Παλαιών Πολεμιστών και Θυμάτων Στρατού (1924). Εκδόσεις Διεθνής Βιβλιοθήκη. Αθήνα 1975.

[2] Αναφέρεται στο Γρηγόριος Δαφνής “Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων”. Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 1997.

[3] Στις 28/7 (ή 10/8 με το νέο ημερολόγιο) του 1920 υπογράφεται στη γαλλική πόλη των Σεβρών το πρωτόκολλο ειρήνης μεταξύ των ευρωπαϊκών “Συμμαχικών Δυνάμεων” και της καταρρέουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η συνθήκη αυτή μεταξύ άλλων προέβλεπε την παράδοση της οθωμανικής κυριαρχίας της Μεσοποταμίας (Ιράκ), της Παλαιστίνης και της Υπεριορδανίας ως προτεκτοράτα στη Βρετανία, της Συρίας και του Λιβάνου ως προτεκτοράτα στην Γαλλία, την ενσωμάτωση της Βορείας Ηπείρου στο υπό σύσταση (ουσιαστικά ως ιταλικό προτεκτοράτο) αλβανικό κράτος και την παράδοση των Δωδεκανήσων στην Ιταλία, ενώ στην Ελλάδα παραχωρούνταν τα νησιά Ίμβρος και Τένεδος καθώς και η Θράκη, οπού η Βουλγαρία αποποιούταν κάθε δικαιώματος της.

Για την ευρύτερη περιοχή της Σμύρνης, προβλεπόταν η παραμονή της υπό την ονομαστική επικυριαρχία του Σουλτάνου αλλά υπό τη διοίκηση σε -χρέη εντολοδόχου της Αντάτ- Έλληνα Αρμοστή, ενώ προβλεπόταν η δυνατότητα προσάρτησης της στην Ελλάδα, έπειτα από διεξαγωγή δημοψηφίσματος, μετά από πέντε χρόνια.

Αυτή η ταπεινωτική -για την αυτοκρατορική “Υψηλή Πύλη”- συμφωνία και η μη αποδοχή της από το κίνημα των Νεότουρκων του (γεννημένου στη Σαλονίκη) στρατιωτικού διοικητή Μουσταφά Κεμάλ, οδήγησε στην ανατροπή αυτού του πολυφυλετικού χαλιφάτου που τελούσε υπό οθωμανική κυριαρχία με πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη (γνωστού στα ευρωπαϊκά διπλωματικά σαλόνια εκείνης της εποχής ως ο “μεγάλος ασθενής”) και με την ανακήρυξη, από τους Νεότουρκους, νέας πρωτεύουσας στην Άγκυρα στην εγκαθίδρυση -τον Οκτώβριο του 1923- του αστικού εθνοκράτους της Τουρκίας.

[4] Η σύμβαση ανταλλαγής πληθυσμών που υπογράφτηκε στις 30/1/1923, αφορούσε περίπου 2 εκατομμύρια άτομα (1,5 εκατομμύριο χριστιανούς της Ανατολίας και 500.000 μουσουλμάνους της Ελλάδας), το μεγαλύτερο μέρος των οποίων έγιναν πρόσφυγες, χάνοντας de jure την υπηκοότητα της χώρας που εγκατέλειπαν. Μέχρι τον Ιανουάριο του 1923, η τεράστια πλειοψηφία των Ρωμιών της Μικράς Ασίας και των Ποντίων είχε πάρει το δρόμο της προσφυγιάς. Μέχρι το φθινόπωρο του 1922 υπολογίζεται ότι είχαν φτάσει στην Ελλάδα περίπου 900.000 πρόσφυγες, μεταξύ των οποίων 50.000 Αρμένιοι.

[5] Όπως αναφέρει ο μαρξιστής ιστορικός Νίκος Ψυρούκης στο άρθρο του “Μικρασιατική Καταστροφή: Ο βρώμικος ρόλος των Μεγάλων Δυνάμεων στη Σμύρνη”:

Οι πρωταίτιοι τής τραγωδίας στην Εγγύς Ανατολή μετά τόν πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, οι δυνάμεις τής Άντάντ απαθέστατα καί μέ κυνική βιασύνη τακτοποιούσαν τους λογαριασμούς τους. Ή Αγγλία από τις αρχές Αυγούστου γύρεψε νά τήν πληρώσει ή όφειλέτιδα Ελλάδα τα χρέη της.

Μέ τήν κατάρρευση τού μετώπου καί την απασχόληση τών Τούρκων στην εκδίωξη καί σφαγή τών Ελλήνων, οί «Αγγλοι ανενόχλητα τόν ‘Οκτώβρη του 1922 στέλνουν στρατιωτικά τμήματα αραβικού στρατού τής Μεσοποταμίας καί καταλαμβάνονν τήν Μοσούλη. Στις 10/10/1922 ή Αγγλία έκλεινε συμφωνία μέ τό Ιράκ από 18 άρθρα, συμφωνα μέ τήν οποία σταθεροποιούνταν η αγγλική Κηδεμονία καί επιρροή στή Μεσοποταμία […]

Ό Αγγλος υπουργός των Εξωτερικών λόρδος Κώρζον είχε πραγματοποιήσει τήν επιθυμία του. Ο Κώρζον της Turkish Petroleum ησύχασε. Τά πετρέλαια τής Μοσούλης ήταν στά χέρια τής αγγλικής αποικιοκρατίας. H επιχείρηση κόστισε στην Έλλάδα πολύ ακριβά, στην Αγγλία όμως τίποτα. Οχι μόνο έπαιρνε την Μοσούλη αλλά είχε νά εισπράττει άπό τήν Ελλάδα, γιά τά έξοδα τής μικρασιάτικης εκστρατείας, χρέη με τόκους και επιτόκια. Οι Αμερικανοί πάλι εισέπρατταν τό αντίτιμο τής «φιλίας» τους προς τήν κεμαλική Τουρκία. Ό Γ. Δαφνής αναφέρει ότι πρίν ακόμα καί άπό τήν υπογραφή τής συνθήκης της Λωζάννης «οί Αμερικανοί ανέλαβαν έν Τουρκία μεγάλα έργα, σιδηροδρόμους, λιμένας, ανοικοδομήσεις» […] πηγή: cognoscoteam.gr

[6] Χαρακτηριστικό δείγμα του “αυτοκρατορικού φλέγματος” και του άσβεστου μοναρχικού-ταξικού μίσους που έθρεφαν (και διαχρονικά θρέφουν) οι “γαλαζοαίματοι γόνοι” προς τους υποτελείς λαούς τους, το ακόλουθο απόσπασμα απο επιστολή του πρίγκιπα Ανδρέα Γλύξμπουργκ, διοικητή του ελληνικού Β΄ Σώματος Στρατού στην εκστρατεία στην Μικρασία (πατέρα του Φίλιππου, του συζύγου της βασίλισσας Ελισάβετ Β’ της “Γηραιάς Αλβιώνας”, η οποία ψόφησε πρόσφατα υπέργηρη): “Ἀπαίσιοι πραγματικῶς εἶναι οἱ ἐδῶ Ἕλληνες…Θὰ ἤξιζε πράγματι νὰ παραδώσωμεν τὴν Σμύρνην εἰς τὸν Κεμὰλ διὰ νὰ τοὺς πετσοκόψῃ ὅλους αὐτοὺς τοὺς ἀχρείους”.

[7] Ενδεικτικοί της συνεισφοράς των προσφυγικών εργατογειτονιών στην εθνικοαπελευθερωτική – αντιφασιστική Αντίσταση των “Παρτιζάνων των Αθηνών”, οι ακόλουθοι στίχοι που τραγουδούσαν τα τμήματα του ΕΛ.ΑΣ, τους μήνες που προηγήθηκαν της Απελευθέρωσης της πρωτεύουσας από τη ναζιστική κατοχή: “Η Κοκκινιά είναι Στάλινγκραντ και η Καλογρέζα Μόσχα και οι συνοικίες του λαού μας οδηγούν στη δόξα”…

Αναφέρεται στο “Το Μπλόκο της Καλογρέζας. Το αίμα δεν είναι νερό. Η Μνήμη δεν είναι σκουπίδι”. Εκδόσεις Προλεταριακή Πρωτοβουλία. Αθήνα. 2017.

[8] Ένα από τα πολλά καταγεγραμμένα πογκρόμ εκείνων των χρόνων αποτελεί εκείνο που έλαβε χώρα το φθινόπωρο του 1924 εναντίον τουρκόφωνων Ποντίων προσφύγων στο Κιούπκιοϊ (νυν Πρώτη) Σερρών. Οργανωτής του, ο μακεδονομάχος δάσκαλος του χωριού Γεώργιος Καραμανλής (πατέρας του Κωνσταντίνου, μετέπειτα πρωθυπουργού, “εθνάρχη” και Πτ”Δ”). Σύμφωνα με δημοσίευμα της εφημερίδας ΣΚΡΙΠ στις 7/11/1924, τα “παλαιοελλαδίτικα” τάγματα εφόδου πυρπόλησαν τις σκηνές 120 οικογενειών, τραυμάτισαν 50 και σκότωσαν 9 πρόσφυγες, ενώ υπήρξαν μαρτυρίες και για βιασμούς γυναικών από “εντόπιους” πογκρομιστές. Σκοπός τους, η εκδίωξη των προσφύγων ώστε να καρπωθούν τα ανταλλάξιμα κτήματα.

[9] Διαδικτυακή πηγή: ΑΤΕΧΝΩΣ. Αναδημοσιεύθηκε στο prolprot.espivblogs.net

[10] Χρίστος Ρουμελιωτάκης. “Χθεσινός κόσμος. Ιωνία, η Πόλη μας. Δοκίμιο Αυτογνωσίας” (Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα, 2017),

[11] Κίνηση της Βιολέττας (ΚτΒ). “Διεθνιστική Αλληλεγγύη – Ειρήνη στους Λαούς της Ουκρανίας. Μπλόκο στη συμμετοχή της Ελλάδας στον ιμπεριαλιστικό Πόλεμο!”. Aθήνα, 28/2/2022.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *