Με αφορμή την καφκική δίωξη & ομηρία από το ιταλικό Κράτος του κομμουνιστή ιστορικού ερευνητή Πάολο Περσικέτι.

Ρώμη, Αύγουστος 2002: Ο Π. Περσικέτι κατά τη διάρκεια της άφιξής του ως “λάφυρο” στην Ιταλία του Σίλβιο Μπερλουσκόνι, μετά τη σύλληψη και την έκδοσή του από τη Γαλλία του Νικολά Σαρκοζί.

Αναδημοσίευση κειμένου που περιλαμβάνεται στο 11ο τεύχος (9/2022) της εφημερίδας Ζερμινάλ που εκδίδεται στην Πάτρα από την αναρχική ομάδα Δυσήνιος Ίππος

H Μάχη της Μνήμης ενάντια στη Λήθη της σύγχρονης Ιεράς Εξέτασης της Ιστορίας”.

Με αφορμή την καφκική δίωξη & ομηρία από το ιταλικό Κράτος του κομμουνιστή ιστορικού ερευνητή Πάολο Περσικέτι.

Αφιερώνεται στη Μνήμη ενός ξεχωριστού προλετάριου, σεμνού κομμουνιστή και παντοτινού αντάρτη, του Salvatore Ricciardi που έφυγε από τη ζωή -έπειτα από ένα μήνα νοσηλείας- στις 9/4/2020 στη γενέτειρα του Ρώμη, έπειτα από τον βαρύτατο τραυματισμό του, μετά την πτώση του από μεγάλο ύψος, καθώς σκαρφάλωνε ψηλά, στα ογδόντα του -εν μέσω πανδημίας και καραντίνας- για να κρεμάσει πανό αλληλεγγύης στους αγωνιζόμενους και εξεγερμένους και τις αγωνιζόμενες και εξεγερμένες, κρατούμενους και κρατούμενες των ιταλικών φυλακών…

Αντί προλόγου

[…] Να! όλα τα επειχειρήματα ενός περιπετιώδικου μυθιστορήματος πολιτικής φαντασίας δείχνουν τη θέληση του μην κοιτάς για να μη δεις και διαφθείρουν ως το μεδούλι τους ανθρώπους και την ικανότητα τους να σκέφτονται λογικά. Δεν υπάρχει τίποτα άλλο που να αλλοτριώνει την ικανότητα του πνεύματος από το να ζει και να κρίνει ένα φαινόμενο -μια διαδικασία, ένα γεγονός- από σκοπιά δαιμονιακή και μυστηριώδικη, συνδέοντας το μ’ ένα κόσμο γιομάτο τέρατα, όπου ενεργούν μυστηριώδικες δυνάμεις, που ξεφεύγουν από την αντίληψη, που κινούνται στο βασίλειο του ασύλληπτου και άπιαστου […] [1]

[…] Την επίσημη ιστορία τη γράφουν πάντοτε οι νικητές. Τη γράφουν, τη μεταδίδουν και τη διηγούνται, παραποιώντας και διαστρεβλώνοντας με βάση τα πολιτικά συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης. Αυτό συνέβη και με την ιστορία του κύκλου αγώνων των δεκαετιών 1970-80. Η παραποίηση και η διαστρέβλωση ακολουθούνε δυο συγκεκριμένες κατευθυντήριες γραμμές: τον απολογητικό εγκωμιασμό του νικητή και τη δαιμονοποίηση του εχθρού. Ο νικητής παρουσιάζεται σαν ένας ήρωας και ένας πρωταθλητής της δημοκρατίας, ο εχθρός ως ένας αποκρουστικός τρομοκράτης που στερείται οποιασδήποτε νομιμοποίησης. Ο βαθμός της έντασης της απολογίας του νικητή και της απαξίας για τον εχθρό εξαρτάται από το επίπεδο στο οποίο έχει φτάσει η αναμέτρηση και η σύγκρουση. Στην περίπτωση μιας αναμέτρησης και μιας ένοπλης σύγκρουσης, όπου το διακύβευμα είναι η ίδια η πολιτική εξουσία, είναι ξεκάθαρο ότι η απαξία και η απονομιμοποίηση του εχθρού αγγίζουν το υψηλότερο δυνατό επίπεδο. Αυτή ακριβώς είναι και η δική μας περίπτωση.

Η ιστορική αλήθεια που δεν γίνεται αποδεκτή και θάβεται ή διαστρεβλώνεται μέσω συνωμοσιολογικών και κατασκοπευτικών αναπαραστάσεων είναι πάρα πολύ απλή⸱ στην Ιταλία, και όχι μόνο στην Ιταλία, από τα τέλη της δεκαετίας του ‘60 ως τις αρχές εκείνης του ’80, υπήρξε μια κοινωνική και ταξική σύγκρουση, η οποία διεξήχθη και με τα όπλα. Μια ένοπλη σύγκρουση που έθετε στην ημερήσια διάταξη το ζήτημα της πολιτικής εξουσίας, μια επαναστατική απόπειρα που στόχευε στην ανατροπή του καπιταλιστικού κράτους και την οικοδόμηση μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας, μιας κοινωνίας χωρίς τάξεις, χωρίς εκμεταλλευτές και εκμετελλευόμενους, μια κοινωνία μέσα στην οποία όλοι συμμετέχουν στην κοινωνική παραγωγή και διανομή του πλούτου, όπου ο σκοπός της εργασίας δεν είναι το κέρδος των λίγων και η εκμετάλλευση των εργαζομένων αλλά η κοινωνική ευημερία του λαού. Αυτή η ένοπλη σύγκρουση διεξήχθη με τις μεθόδους του αντάρτικου πόλης και στη χώρα μας έλαβε τις διαστάσεις ενός εμφυλίου πολέμου χαμηλής έντασης. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο υπήρξαν πάρα πολλοί νεκροί, τραυματίες και φυλακισμένοι και από τις δυο πλευρές. Δεν επρόκειτο για ανυπεράσπιστα θύματα αλλά για μαχόμενους που έπεσαν, τραυματίστηκαν και αιχμαλωτίστηκαν κατά τη διάρκεια των μαχών. Από τη μια πλευρά, είναι οι πεσόντες των δυνάμεων που, υπό διάφορες ιδιότητες, πολεμούσαν στην πρώτη γραμμή για την υπεράσπιση αυτού του κράτους. Από την άλλη πλευρά, οι πεσόντες των επαναστατικών δυνάμεων που μάχονταν για να το ανατρέψουν. Τα μοναδικά αθώα θύματα ήταν εκείνα των σφαγών του κράτους, από τη σφαγή της πλατείας Φοντάνα μέχρι τη σφαγή στο σταθμό της Μπολόνιας. Αυτή είναι η ιστορική αλήθεια που θάβεται με τη λογοκρισία, τη λήθη και τα ψέματα. Όλα αυτά, παρά τα στατιστικά στοιχεία που είχαν δημοσιοποιηθεί από το Υπουργείο Εσωτερικών τον Δεκέμβρη του 1979 και στα οποία δηλωνόταν ότι κατά τη διάρκεια της δεκαετίας 1969-79 πραγματοποιήθηκαν 12.000 ένοπλες ενέργειες, έδρασαν γύρω στις 100 μαχόμενες επαναστατικές ομάδες, ενώ υπήρξαν 6.000 πολιτικοί κρατούμενοι και εκατοντάδες νεκροί και τραυματίες. Επίσης, μονάχα κατά τη διάρκεια του 1976 καταγράφηκαν 430 αποδράσεις από τις φυλακές, πολλές από τις οποίες με το όπλο στο χέρι και την ένοπλη υποστήριξη από έξω.

Μέσα σε αυτό το ιστορικό και πολιτικό πλαίσιο εντάσσεται η Καμπάνια της Άνοιξης των Ερυθρών Ταξιαρχιών, η απαγωγή και η θανάτωση του προέδρου της Χριστιανοδημοκρατίας Άλντο Μόρο […][2]

“Όποιος απαγάγει το παρελθόν κρατάει σε ομηρία το μέλλον”

Όπως διαχρονικά έχει διαπιστωθεί, σε κάθε καιρό και κάθε τόπο, η Εξουσία του Κεφαλαίου και του Κράτους του, με ή χωρίς δημοκρατική προβιά, περιφρουρεί τα συμφέροντα της ενάντια “στις επικίνδυνες Τάξεις, τον εχθρό λαό και τους υποκινητές τους”, όχι μονάχα με το αστυνομικό κνούτο, τα κελιά των φυλακών και την άσκηση απροκάλυπτης τρομοκρατίας από τα ένστολα (και μη) τάγματα εφόδου, αλλά σε -βάθος χρόνου και μακροπρόθεσμα- θωρακίζεται και διαιωνίζεται με τη “διχαλωτή γλώσσα και την αργυρώνητη πένα των αυλικών της”.

Η Ιταλία των τελευταίων δεκαετιών, η γειτονική χώρα όπου -από τον Μάη του ‘68, το θερμό εργατικό φθινόπωρο του ‘69 και επί σχεδόν μια εικοσαετία- έλαβε χώρα η τελευταία μαζική και μακρόχρονη, οργανωμένη και ένοπλη απόπειρα για την προλεταριακή Έφοδο στον Ουρανό στην καρδιά της “ψυχροπολεμικής” δυτικής Ευρώπης του 20ου αιώνα, αποτελεί -αν μη τι άλλο- ένα κυριολεκτικό εργαστήριο όχι μονάχα της “αντι”τρομοκρατίας (με τις υπερεξουσίες των αστυνομικοδικαστικών μηχανισμών, το εξοντωτικό καθεστώς εξαίρεσης και τις ειδικές συνθήκες κράτησης των πολιτικών κρατούμενων του) αλλά και του ιστορικού αναθεωρητισμού. Ένας αντιδρ-αστικός αναθεωρητισμός που καλλιεργείται και συντηρείται μέσα από τα συνωμοσιολογικά και κατασκοσκοπευτικά ιδεολογήματα με τα οποία έκανε και εξακολουθεί να κάνει καριέρα ένας ολόκληρος εσμός δεξιών, κεντρώων και “αριστερών” πολιτικών, δικαστών, δημοσιογράφων, “στοχαστών και διανοούμενων”, δημοσιολόγων απολογητών και άγρυπνων φρουρών αυτού του αυτοαποκαλούμενου “δημοκρατικού” καταπιεστικού – εκμεταλλευτικού καθεστώτος.

Ένας αντιδρ-αστικός αναθεωρητισμός που εκκίνησε και εξελίσσεται μέσα από πολύχρονες και πολύπλευρες επιχειρήσεις ψυχολογικού πολέμου, οι οποίες και συναποτελούν μια κυριολεκτική φάμπρικα παραγωγής ψεμμάτων και διαστρεβλώσεων, λασπολογιών και παραποιήσεων, όπου με όχημα την ιστορική παραχάραξη εξ’ αρχής στόχευσε (και σ’ ένα μεγάλο βαθμό πέτυχε) “ν’ ακρωτηριάσει τις μελλοντικές γενιές επίδοξων “ταραξιών και διασαλευτών της Τάξης που βασιλεύει αλλά δεν κυβερνά”, φτάνοντας (μετά από χρόνια) μέχρι και να τους δολοφονεί και πάλι στους δρόμους (όπως εκείνο τον καυτό Ιούλη του 2001 στη Γένοβα.)” [3].

Ένα χαρακτηριστικό δείγμα αυτής της σύγχρονης “Ιεράς Εξέτασης της Ιστορίας” αποτελεί η καφκική δίωξη και ομηρία που βιώνει από το καλοκαίρι του 2021 μέχρι και σήμερα ο σύντροφος Paolo Persichetti. Είχαν προηγηθεί δυο ακόμα (από τα πολλά) επεισόδια αυτού του άσβεστου ρεβανσισμού, με την παράτυπη σύλληψη και έκδοση τον Γενάρη του 2019 του πολιτικού πρόσφυγα και συγγραφέα Cesare Battisti από τη Βολιβία στην Ιταλία, όπου και βρίσκεται έγκλειστος σε φυλακή υψίστης ασφαλείας, αλλά και με την κατασταλτική επιχείρηση “Κόκκινες Σκιές” τον Απρίλη του 2021 στη Γαλλία, στο στόχαστρο της οποίας βρέθηκαν έπειτα από το αίτημα έκδοσης τους στην Ιταλία, άλλοι δέκα πολιτικοί πρόσφυγες, αγωνιστές και αγωνίστριες, μέλη επαναστατικών οργανώσεων των δεκαετιών του 1970-80 (Giovanni Alimonti, Luigi Bergamin, Enzo Calvitti, Roberta Cappelli, Maurizio Di Marzio, Marina Petrella, Giorgio Pietrostefani, Sergio Tornanghi, Narciso Manenti και Raffaele Ventura). [4]

Ο βίος και η πολιτεία του 60χρονου Π. Περσικέτι φανερώνει πολλά για τους λόγους για τους οποίους βρίσκεται στο μάτι του κυκλώνα της “αστυνομίας της Ιστορίας”, κατηγορούμενος εν πολλοίς για το “αμάρτημα” της αναζήτησης, παράθεσης και αποκατάστασης της ιστορικής αλήθειας.

Προερχόμενος από μια εργατική κομμουνιστική οικογένεια της ιταλικής πρωτεύουσας, έπειτα από το πέρασμα του από τον πολιτικό χώρο της Εργατικής Αυτονομίας, το 1984 θα ενταχθεί στις Κόκκινες Ταξιαρχίες – Ένωση Μαχόμενων Κομμουνιστών [BR – UCC] [5]. Θα συλληφθεί το 1987 κι έπειτα από μια πρωτόδικη αθώωση και μια ερήμην καταδίκη στο εφετείο, θα ζήσει (όπως και πολλές δεκάδες άλλοι διωκόμενοι και διωκόμενες) την πολιτική προσφυγιά στη Γαλλία, όπου θα δραστηριοποιηθεί ως ανεξάρτητος ιστορικός ερευνητής και θα διδάξει Πολιτική Κοινωνιολογία στο Πανεπιστήμιο του Παρισίου VII.

Ένεργο μέλος της κοινότητας των πολιτικών προσφύγων και του κινήματος για Αμνηστία, τον Αύγουστο του 2002 θα εκδοθεί στην Ιταλία του Μπερλουσκόνι από την Γαλλία του Σαρκοζί, χαρακτηριζόμενος από τα καθεστωτικά ΜΜΕ ως “το πρώτο ζωντανό παράδειγμα ενταφιασμού του δόγματος Μιτεράν”, με το οποίο αναγνωριζόταν -ως τότε από το γαλλικό Κράτος- η πολιτική φύση των αδικημάτων για τα οποία είχαν καταδικαστεί οι διωκόμενοι αγωνιστές και αγωνίστριες, απορρίπτοντας τα αιτήματα για έκδοση τους στην Ιταλία.

Μετά την απέλαση του από τη Γαλλία θα εκτίσει μακρόχρονη ποινή κάθειρξης στις ιταλικές φυλακές και μετά την αποφυλάκιση του θα αφιερωθεί εξ’ ολοκλήρου στην ανεξάρτητη ιστορική έρευνα για το “παρελθόν που δεν περνάει”, κυρίως μέσα από την προσωπική ιστοσελίδα του insorgenze.net (την οποία και ανανεώνει με αναρτήσεις του ως σήμερα) αλλά και με τη συγγραφή άρθρων σε εφημερίδες και άλλα έντυπα. Διόλου τυχαία, στον υπότιτλο της ιστοσελίδας του, αναγράφεται η προτροπή του Paul Klee: Μην αφήσεις τη σπίθα να σβήσει εντελώς από το νόμο…

Βασικό και πολύτιμο καρπό αυτής της κοπιαστικής και πολύχρονης ερευνητικής δουλειάς θ’ αποτελέσει ο πρώτος τόμος της έρευνας που κυκλοφόρησε στη Ρώμη το 2017 από τις εκδόσεις Derive Approdi με τίτλο Κόκκινες Ταξιαρχίες. Από τα εργοστάσια στην “καμπάνια της άνοιξης”, την οποία και έφερε σε πέρας και συνυπέγραψε μαζί με τον Marco Clementi και την Elisa Santalena. Ένα μνημειώδες έργο ιστορικής αναδρομής της Οργάνωσης της οποίας υπήρξε μέλος, με το οποίο -μέσα από ατράνταχτα στοιχεία και ντοκουμέντα- αποκαθηλώνεται ολόκληρη η συνωμοσιολογική – κατασκοπευτική ιδεολογία της αστικής ιστοριογραφίας. Ένα έργο που έστρεψε επάνω του με μένος το “ενδιαφέρον” των “αντι”-τρομοκρατών και των “χωροφυλάκων της Μνήμης”…  

[…] Τον Ιούνη του 2021, η Αστυνομία πρόληψης [Polizia di prevenzione], η Ασφάλεια προστασίας πολιτεύματος [DIGOS] και η ταχυδρομική Αστυνομία [Polizia postale] εισέβαλαν στην κατοικία του, κατάσχοντας ολόκληρο το αρχείο του και τα ντοκουμέντα που είχε συλλέξει έπειτα από χρόνια ερευνών.  Από εκείνη τη στιγμή κι έπειτα, ο συγγραφέας βρίσκεται αντιμέτωπος μ’ ένα κουβάρι από κατηγορίες που με το πέρασμα του χρόνου η μια αντικαθιστά την άλλη.

Η παρούσα έκδοση διηγείται αυτό το μακρόσυρτο κυνήγι του “αδικήματος της έρευνας” και καταγγέλλει την ύπαρξη ενός αστυνομικού μηχανισμού που απασχολείται με την ιστορία, ο οποίος -όπως σε ένα οργουελικό σενάριο- ανακηρύσσεται σε υπουργείο αλήθειας, υπαγορεύοντας το παρελθόν, περιφράζοντας τα ζητήματα, φιλτράροντας τα περιεχόμενα. Η ανέφικτη αλήθεια για την υπόθεση Μόρο αποκαλύπτει τον τρόπο με τον οποίο το να καταπιάνεσαι με την ιστορία μπορεί να μετατραπεί σε αδίκημα […] [6]

Περισσότερο από ένα χρόνο έπειτα από την έναρξη αυτής της καφκικής δίωξης, οι προσχηματικές “έρευνες των αρχών” συνεχίζονται, ο Πάολο -μαζί με την οικογένεια του- εξακολουθεί να βιώνει αυτό το ιδιότυπο καθεστώς ομηρίας, με το αρχείο του να βρίσκεται ακόμα στα χέρια των απηνών διωκτών του, με κύριο στόχο την παρεμπόδιση της ιστορικής έρευνας του, μέσα από την οποία έχει καταφέρει να ρίξει “σταγόνες αλήθειας στη στοιχειωμένη πόλη”, μέσα στον ανιστόρητο ωκεανό των καθεστωτικών ψεμμάτων που υπηρετούν αέναα τη Λήθη…

Αντί επιλόγου

[…] οι δημοσιογράφοι ρωτάνε τον κομμουνιστή που ίσως όσο κανέναν άλλον δεν θυμούνται με τόσο δίκαιο τρόμο οι αστοί στην Ιταλία του ύστερου 20ου αιώνα: “Μέχρι τώρα βίωσες τη φυλακή και τη διάλυση της μνήμης. Αν ένας κακός άγγελος σου προσέφερε σε ένα πιάτο ελευθερία και λήθη και σε ένα άλλο φυλακή και μνήμη, ποιο θα προτιμούσες;”. Και εκείνος, όπως και τόσοι άλλοι πριν αλλά και μετά απ’ αυτόν, ακόμα και τώρα που μιλάμε, που δεν φοβούνται να δωρίσουν τη ζωή τους, να προσφέρουν τα χρόνια τους και να “λερώσουν τα χέρια τους”, σ’ όλους τους καιρούς, σ’ όλους τους τόπους για το “πέρασμα από την προϊστορία στην ιστορία της ανθρωπότητας, από το βασίλειο της αναγκαιότητας στο βασίλειο της ελευθερίας” απαντάει με βαθιά ανθρωπιά και απαράμιλλη νηφαλιότητα: “Δεν υπάρχουν τόσο καταχθόνιοι άγγελοι, μονάχα οι άνθρωποι σου προσφέρουν δύο εξίσου οδυνηρούς τρόπους για να πεθάνεις. Επομένως θα του έλεγα: δώσε μου ελευθερία και μνήμη. Αν δεν είσαι ικανός για κάτι τέτοιο, αγαπητέ μου άγγελε, τότε πετάς χαμηλά, δεν φτάνεις καν στο ύψος της δικής μας ήττας” [7]

To εξώφυλλο του πρώτου τόμου του (προς το παρόν) ανολοκλήρωτου έργου, το οποίο αποτέλεσε την αφορμή και την αιτία για να τεθεί ο 60χρονος αγωνιστής – ιστορικός ερευνητής στο στόχαστρο των “χωροφυλάκων της Μνήμης”.

Σημειώσεις:

[1] Απόσπασμα από Ορέστε Σκαλτσόνε, “Μια άποψη για την πολιτική βια”. Δημοσιεύθηκε στα ελληνικά στο 1ο τεύχος του περιοδικού “Κείμενα” [Αθήνα, καλοκαίρι 1979].

[2] Απόσπασμα από “Διαδικτυακή κουβέντα με τον Πασκουάλε Αμπατάντζελο”, με αφορμή την κυκλοφορία στα ελληνικά της βιογραφίας του “Έτρεχα και σκεφτόμουν την Άννα. Μια ιστορία της δεκαετίας του ‘70” [Εκδόσεις Διάδοση. Αθήνα 2020]. Πηγή: rednnoir.gr

[3] Απόσπασμα από Λεωνίδας Β. [Εξάρχεια, 17 Νοέμβρη 2021] Εισαγωγικό Σημείωμα στη βιογραφία του συντρόφου Μιχάλη Μαυρόπουλου “Εκκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα…” [Εκδόσεις Μέθεξις. Θεσσαλονίκη 2021]

[4] Τον περασμένο Ιούνη, το Εφετείο του Παρισιού απέρριψε τελικά το ιταλικό αίτημα έκδοσης των 10 ηλικιωμένων κομμουνιστών και κομμουνιστριών, επικαλούμενο τα άρθρα 6 και 8 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων περί “σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής και της ερήμην εκδίκασης”.

[5] Περισσότερα στοιχεία για την ιστορία και τις διασπάσεις της μακροβιότερης και μαζικότερης κομμουνιστικής Οργάνωσης του δυτικοευρωπαϊκού Αντάρτικου στο συλλογικό έργο της Επιτροπής για μια Διεθνή Κόκκινη Βοήθεια (Βρυξέλλες – Ζυρίχη) “Επανάσταση και Αντεπανάσταση στην Ιταλία”. [Πρώτη (εξαντλημένη) έκδοση στα ελληνικά από τις εκδόσεις Προλεταριακή Πρωτοβουλία, Αθήνα 2011. Κυκλοφορεί σε επανέκδοση από το Ταμείο Αλληλεγγύης φυλακισμένων και διωκόμενων αγωνιστών, Αθήνα, 2015].

[6] Απόσπασμα από το οπισθόφυλλο του πρόσφατης έκδοσης (στα ιταλικά) Paolo Persichetti. “H αστυνομία της ιστορίας. Η φάμπρικα των ψευδών ειδήσεων για την υπόθεση Μόρο”. [Εκδόσεις Derive Approdi. Ρώμη, 2022].

[7] Απόσπασμα από την εισήγηση της Προλεταριακής Πρωτοβουλίας στη Bιβλιοπαρουσίαση “Μάριο Μορέττι. Ερυθρές Ταξιαρχίες. Μια Ιταλική Υπόθεση” (εκδόσεις Διάδοση, Αθήνα 2016) που πραγματοποιήθηκε στις 3/12/2016 στο Ελεύθερο Αυτοδιαχειριζόμενο Θέατρο Εμπρός. Πηγή: prolprot.espivblogs.net

Λεωνίδας Β.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *