Οι Παρτιζάνοι των Αθηνών – Partigiani d’ Atene


Μετάφραση από τα ιταλικά από το 16ο τεύχος του διαδικτυακού περιοδικού quieora.ink.

Οι “Παρτιζάνοι των Αθηνών” θα προβληθούν και θα παρουσιαστούν στη Ρώμη, κατά τη διάρκεια του Antifa Roma (F)Εst (13-14/10/2018) στo Κατειλημμένο Αυτοδιαχειριζόμενο Κοινωνικό Κέντρο Forte Prenestino.

Το κείμενο που ακολουθεί είναι μια σύντομη παρουσίαση του ντοκιμαντέρ “Οι Παρτιζάνοι των Αθηνών”, που δημιουργήθηκε από δύο Έλληνες συντρόφους για να διηγηθούν μερικές ανέκδοτες ιστορίες της ναζιστικής-φασιστικής κατοχής της Αθήνας, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1940.

Ένα ντοκιμαντέρ για την υπεράσπιση και την οικοδόμηση μιας συλλογικής Μνήμης… που μιλάει για το παρελθόν αλλά και για το παρόν.

“Παρτιζάνοι των Αθηνών” [ 72 λεπτά. Ντοκιμαντέρ των Ξ. Βαρδαρού και Γ. Ξύδα ]

Σημειώσεις για την Αντίσταση και την Ιστορία, την Πόλη και τη Μνήμη

Νύχτα αποφασισμένη.
Συνοικίες γκαστρωμένες με την κοιλιά τους
βαριά από πείνα, από καημό
και από άγιο μίσος.

Γιάννης Ρίτσος

Ι.

Μια από τις πιο συνηθισμένες κοινοτοπίες λέει: την Ιστορία τη γράφουν οι νικητές. Παρόλη την κοινοτοπία της, αυτή η τόσο γοητευτική φράση κουβαλάει μέσα της μια αλήθεια που διατρέχει την ιστορία, εκείνη που μένει επικηρυγμένη και απαγορευμένη, εκείνη που είναι γραμμένη χωρίς το αρχικό γιώτα κεφαλαίο… και σημαδεύει κάθε καιρό και κάθε τόπο. Το ντοκιμαντέρ “Οι Παρτιζάνοι των Αθηνών” αποτελεί ένα από εκείνα τα κοινωνικά, πολιτισμικά -επομένως και πολιτικά- εργαλεία της διαχρονικής μάχης για την υπεράσπιση και για την οικοδόμηση της συλλογικής Μνήμης, εκείνης των αήττητων νικημένων.

Μια πολύτιμη αυτο-οργανωμένη παραγωγή που δημιουργήθηκε χωρίς θεσμικές χορηγίες, έξω από κομματικά και μιντιακά κυκλώματα. Αυτό το ντοκιμαντέρ γεννήθηκε από την ανάγκη διήγησης στο σήμερα της ιστορίας των “Παρτιζάνων των Αθηνών”, σε καιρούς όπου οι αναθεωρητισμοί κάθε είδους (της δεξιάς αλλά και της “αριστεράς”) βγαίνουν στον αφρό, μέσα σε σκοτεινούς καιρούς, όπου προελαύνουν ο πιο άγριος καπιταλισμός, ο κοινωνικός και θεσμοποιημένος ρατσισμός, ο ωμός φασισμός: καθισμένος στα κοινοβούλια και τα υπουργεία της μεταμοντέρνας Ευρώπης, τόσο στην ηγεμονική και ευημερούσα εκδοχή του Βορρά, όσο και σ’ εκείνη του περιφερειακού και χρεωμένου Νότου. Προελαύνει σε μια Ενωμένη Ευρώπη, όπου τα αντι-ιστορικά θεωρήματα των “αντιτιθέμενων εξτρεμισμών” καθίστανται σε ιδεολογία, βάζοντας -μέσα από τη “δημοκρατική καταδίκη”- στο ίδιο επίπεδο το ναζισμό με τον κομμουνισμό.

Γεννήθηκε από την ανάγκη διήγησης μιας ιστορίας στην Ελλάδα των μνημονίων, της κρίσης και της μόνιμης κατάστασης έκτακτης ανάγκης. Εδώ, όπου ακούς τα τελευταία χρόνια ηλικιωμένους να λένε, “οι Γερμανοί ξανάρχονται, αλλά αυτήν τη φορά όχι με τα τανκς αλλά με τα “προγράμματα δημοσιονομικής προσαρμογής” για τη σωτηρία των τραπεζών τους…”. Ένα ντοκιμαντέρ που μιλάει για ένα παρελθόν όπου οι λέξεις πείνα, φυλακή, μαζικοί θάνατοι και πόλεμος δεν ανήκουν μόνο στην Ιστορία και τις ιστορίες, αλλά και σ’ ένα παρελθόν που ποτέ δεν περνάει, σ’ ένα παρόν όπου ακόμα και σήμερα βαραίνουν όλες οι νικηφόρες ήττες τού χθες. Σ’ ένα παρόν όπου οι γιοι και τα εγγόνια των συνεργατών των ναζιστών-φασιστών κατακτητών, με την πολιτική στολή της “χρυσής αυγής” και όχι μόνο, βρίσκονται στα ίδια μέγαρα και τις ίδιες βίλες του κέντρου της Αθήνας και των εύπορων προαστίων της, στην πόλη όπου γεννήθηκε η “δυτική δημοκρατία”. Σ’ ένα παρόν όπου ως μοναδικός εφικτός κόσμος εμφανίζεται εκείνος της κατ’ εξοχήν υπερδύναμης, που κυβερνιέται από κάποιον κύριο Donald Trump. Για όλους αυτούς τους λόγους οι “Παρτιζάνοι των Αθήνων” μπορούν να φαντάζουν ως μια παρακινδυνευμένη πρόταση, αλλά δεν είναι…

Οι φωνές και οι μαρτυρίες, τα μάτια και τα χαμόγελα των 14 ανδρών και γυναικών στον αγώνα, των κομμουνιστών και των κομμουνιστριών, των Παρτιζάνων των Αθηνών στα χρόνια της δεκαετίας του ’40 του 20ού αιώνα που εμφανίζονται -για πρώτη και τελευταία ίσως φορά στη ζωή τους- μπροστά στον κινηματογραφικό φακό, μας δίνουν να καταλάβουμε πολλά πράγματα και πολλές κρυμμένες αλήθειες, ακόμα και για την Ελλάδα του σήμερα. Σίγουρα περισσότερες αλήθειες από εκείνες που διηγούνται οι πολιτικές και οικονομικές σελίδες στην Ουάσιγκτον, το Βερολίνο και τις Βρυξέλλες.

ΙΙ

Μια πυκνή αριστουργηματική δουλειά, τεχνικά άρτια, τεκμηριωμένη σε επίπεδο πηγών, με μια ειλικρινή διήγηση που συνοδεύεται από την πρωτότυπη μουσική των drog_A_tek. 72 λεπτά κατά τη διάρκεια των οποίων οι 14 ιστορίες γίνονται μια Ιστορία. 14 από τις πάρα πολλές ιστορίες που προέρχονται από εκείνη τη μάχη κατά τη διάρκεια της εποχής των τεράτων, από εκείνο τον πόλεμο που ο Enzo Traverso προσδιόρισε ως ευρωπαϊκό εμφύλιο πόλεμο. Ο σύντροφος Τάσος Κατσαρός, συγγραφέας δυο ερευνών για την Αντίσταση στη Θεσσαλονίκη [1], έλεγε πρόσφατα: “αγωνιζόμαστε για να κάνουμε τους ανθρώπους να θυμούνται”.

Οι φίλοι και σύντροφοι Γιάννης Ξύδας και Ξενοφώντας Βαρδαρός κάνουν ακριβώς αυτό. Δίνουν το λόγο σε μερικές από τις φωνές, μας κάνουν να δούμε μερικά από τα πάρα πολλά πολύτιμα πρόσωπα της Αντίστασης στην Αθήνα, ενάντια στο καθεστώς της ναζιστικής-φασιστικής κατοχής και ενάντια στο μαύρο μέτωπο των ντόπιων συνεργατών του (1941-’44). Όμως δεν αρκούνται σ’ αυτό: οι εικόνες τού χθες και του σήμερα τρέχουν παράλληλα, δείχνοντας τις πληγές που είναι ακόμα ανοιχτές, στα κτίρια και τις αθηναϊκές συνοικίες (Καισαριανή, Κοκκινιά, Νέα Ιωνία, Χαϊδάρι κ.α.), μιλάνε για την Πόλη και για τη Μνήμη της. Εκείνη με το αρχικό Μ κεφαλαίο. Τη Μνήμη μιας πόλης στον αγώνα. Μια Μνήμη σημαδεμένη και λαβωμένη από πολλές, πάρα πολλές, νικηφόρες ήττες.

Ξ.Β.: Είμαστε και παιδιά της πόλης. Η Αθήνα είναι ο τόπος μας. Είμαστε Αθηναίοι και έχοντας ως πολιτικά υποκείμενα ένα ενδιαφέρον για το τι συνέβη τότε, το πρώτο πράμα που θέλαμε να μάθουμε είναι το τι έγινε στον τόπο μας. Είναι γεγονός ότι για την Αντίσταση στην Αθήνα δεν υπήρχε καταγεγραμμένο κάτι σε εικόνα. Επίσης, έπαιξε ρόλο και η ανάγκη μας να εκφραστούμε πολιτικά και σε σχέση με ό,τι μας ενδιαφέρει. Δεν είναι ένα ντοκιμαντέρ που έγινε κατά παραγγελία. Ήταν κάτι που μας ενδιαφέρει, το οποίο το κάναμε ντοκιμαντέρ.

Γ.Ξ.: Την αγαπάμε την Αθήνα, οι δρόμοι μάς θυμίζουν κάτι. Όπως εδώ στα Εξάρχεια είναι το μνημείο του Καλτεζά [δολοφονημένου από την αστυνομία κατά τη διάρκεια συγκρούσεων στις 17 Νοέμβρη 1985] ή το μνημείο που σκοτώθηκε ο Γρηγορόπουλος [δολοφονημένου από την αστυνομία στις 6 Δεκέμβρη 2008]. Τα κτίρια κάτι μας λένε. Μπορεί να είναι πυροβολημένα, μπορεί να έχουν σφαίρες.[2]

Ένας από τους εξεγερμένους του Μάη του ’68, ο Mustafa Kajati, έγραφε: η εξουσία δεν δημιουργεί τίποτα, μόνο επαναφομοιώνει. Οι λέξεις που δημιούργησαν μέχρι χτες την επαναστατική κριτική είναι σαν τα όπλα που άφησαν οι παρτιζάνοι στα πεδία των μαχών, που περνούν στα χέρια της αντεπανάστασης, όπως οι αιχμάλωτοι πολέμου, υποτάσσονται στο καθεστώς των καταναγκαστικών έργων. Από τη στιγμή που απομακρύνεται η πρακτική αυτή θεώρηση, τότε αρχίζουν να δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για την επαναφομοίωση της επαναστατικής θεωρίας από την πλευρά του συστήματος.

Σε αυτή την επίπονη και μακρόχρονη διαδικασία, σ’ αυτές τις υπάρχουσες συνθήκες, ο Γιάννης και ο Ξενοφώντας και, μέσω αυτών, οι Παρτιζάνοι και οι Παρτιζάνες των Αθηνών δεν προσποιούνται, δεν πλασάρουν μια ακαδημαϊκή “αντικειμενικότητα” που καταλήγει πάντοτε να μιλάει τη γλώσσα της κατεστημένης εξουσίας. Όχι. Παίρνουν θέση, καθαρή και ξάστερη: συντάσσονται με την πλευρά των αήττητων νικημένων, από την πλευρά εκείνων που έχουν πραγματικό συμφέρον και ανάγκη να μπλοκάρουν αυτήν τη διαρκή διαδικασία επαναφομοίωσης και λήθης.

ΙΙΙ

[…] Γιατί χωρίς τα συσσίτια των Λαϊκών Επιτροπών και της Εθνικής Αλληλεγγύης κατά τη διάρκεια του λιμού το ’41-’42, ο λαός της Αθήνας όχι μόνο δεν θα είχε επιβιώσει, αλλά δεν θα είχε αρχίσει να οργανώνει την Αντίσταση στη βία του κατακτητή. Χωρίς την κατάκτηση των δρόμων της Αθήνας -φαινόμενο πρωτοφανές για τα ευρωπαϊκά δεδομένα- που ξεκίνησε από τα τέλη του ’42 με μαζικές αιματηρές διαδηλώσεις με δεκάδες νεκρούς, τις κινητοποιήσεις ενάντια στην πολιτική επιστράτευση, τις πορείες διαμαρτυρίας για την εκτέλεση των 106 κομμουνιστών στο Κούρνοβο από τα ιταλικά και γερμανικά στρατεύματα και αργότερα με αφορμή την απειλούμενη επέκταση της βουλγαρικής ζώνης κατοχής στην Κεντρική Μακεδονία, δεν θα μπορούσε να αρχίσει ο ένοπλος αγώνας του λαού της Αθήνας. Γιατί μέσα από αυτούς τους μαζικούς αγώνες του ΕΑΜ, με κινητήρια δύναμη το ΚΚΕ, άρχισαν να ξεπηδούν οι χιλιάδες επονίτες και επονίτισες, οι αγωνιστές και οι αγωνίστριες που θα στελέχωναν αργότερα έναν ηρωικό παρτιζάνικο στρατό. Μέσα σε αυτές τις πολιτικές και κοινωνικές διεργασίες εμφανίστηκαν οι πρώτες ομάδες περιφρούρησης που θα στελέχωναν αργότερα την ΟΠΛΑ, την πολιτοφυλακή του Αγώνα […] [3]

Αυτή είναι η χρονολογική αλληλουχία που διατρέχει όλη τη διήγηση του ντοκιμαντέρ, μέσα από τις γεμάτες περηφάνια και συγκίνηση μαρτυρίες των 14 πρωταγωνιστών και πρωταγωνιστριών. Οι βιογραφικές -και όχι μόνο- διηγήσεις τους συνδέονται με το ιδιαίτερο περιβάλλον κάθε συνοικίας, σκιαγραφώντας συνολικά το πλαίσιο της καθημερινότητας σ’ ολόκληρη την πόλη της Αθήνας, κατά τη διάρκεια μιας μαύρης περιόδου, στη μακρά και αιματοβαμμένη ιστορία της. 14 ιστορίες από την Ιστορία, η οποία μέσα από εκείνο το αόρατο, υπόγειο -αλλά ποτέ κομμένο- κόκκινο νήμα, φτάνει μέχρι τους καιρούς μας, στη δική μας εποχή των τεράτων.

ΙV

Οι 14 Παρτιζάνοι και Παρτιζάνες των Αθηνών είναι οι Βαλιμίτης Δήμητρης, Βοσκοπούλου-Κουβά Μαρία, Ντερμιτζόγλου Βαγγέλης, Ζαμάνος Στέλιος, Ζαχαρίας Μάνος, Κατιμερτζής Γιώργος, Μαραγκουδάκης Κώστας, Μπαλάνος Νίκος, Νικηφοράκης Ζάχος, Νικολάου Έλλη, Παπαδημητρίου Γιώργος, Πετροπούλου Ζωή, Σφακιανάκης Νίκος, Σαβατιανού Ελένη.

Δυστυχώς μερικοί και μερικές μάς άφησαν πριν προλάβουν να δουν τις ιστορίες τους, την Ιστορία μας, στη μεγάλη οθόνη…

V

Αυτό το κείμενο θα μπορούσε να ολοκληρωθεί εδώ. Αλλά αφού δομήθηκε και γράφτηκε στα ιταλικά, δεν θα μπορούσε παρά να αφιερωθεί στον Antonio Pellegrino, λιποτάκτη του κατοχικού στρατού της φαισιστικής Ιταλίας, ο οποίος -μέσα από την παρανομία- πέρασε στις γραμμές του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ. Μερικούς μήνες πριν από την Απελευθέρωση της Αθήνας, τουφεκίστηκε μαζί με 21 Έλληνες αντιφασίστες κατά τη διάρκεια του μπλόκου, στις 15 Μάρτη του 1944, σε μια από τις κόκκινες αθηναϊκές συνοικίες (Καλογρέζα). Τον ίδιο δρόμο πήραν και δεκάδες Ιταλοί, Γερμανοί, Αυστριακοί που αφού βρέθηκαν να υπηρετούν ως στρατιώτες της κατοχής επέλεξαν να πάρουν θέση και να μην “κάνουν το καθήκον τους”, να κοιτάξουν το τέρας στα μάτια, να παλέψουν, ακόμα και να πέσουν στο πλευρό των αήττητων νικημένων της Ιστορίας. Στο πλευρό εκείνων που, ενάντια στη ναζιστική-φασιστική κατοχή, την τυραννία, την πείνα, την εξαθλίωση, τη φυλακή, τα βασανιστήρια, τις συνοπτικές εκτελέσεις και το θάνατο της δεκαετίας του 1940 στην Αθήνα, πάλεψαν για λεύτερη πατρίδα και πανανθρώπινη τη λευτεριά, για έναν κόσμο στο μπόι των ονείρων και των ανθρώπων.

L77
Αθήνα, καλοκαίρι 2018

[1] “Οι αντάρτες δεν προσκυνούν (μάχες του ΕΛΑΣ και της ΟΠΛΑ στην κατεχόμενη Θεσσαλονίκη)” και “Μια απόφαση μάχομαι μέχρι το τέλος. Θεσσαλονίκη 1946-47.” Κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Διάδοση
[2] Απόσπασμα από το “Οι Παρτιζάνοι των Αθηνών Έβγαιναν από το Σπίτι και Έβλεπαν Παντού Πτώματα”. Μια κουβέντα με τον Γιάννη Ξύδα και τον Ξενοφώντα Βαρδαρό για το ντοκιμαντέρ Παρτιζάνοι των Αθηνών. Κείμενο των Τάσου Θεοφίλου και Άννας Νίνη για το vice.com.
[3] Απόσπασμα από το “Οι Παρτιζάνοι των Αθηνών: ένα ντοκιμαντέρ κάλεσμα σε αγώνα” που δημοσιεύθηκε στο δεύτερο τεύχος της εφημερίδας Έφοδος στον Ουρανό και στην αφίσα για την προβολή-παρουσίαση των Παρτιζάνων των Αθηνών στο Πολυτεχνείο (27/6/18), που συνδιοργανώθηκε από την Ταξική Αντεπίθεση (Ομάδα Αναρχικών και Κομμουνιστών) και Συντρόφους-Συντρόφισσες.

 

 

Εισήγηση στην εκδήλωση “Το ιταλικό μωσαϊκό της Αυτονομίας τη δεκαετία του ‘70” στο 1ο Παγκρήτιο Ελευθεριακό Φεστιβάλ Βιβλίου (Ρέθυμνο 4-5-6/5/18)

Εισήγηση της Προλεταριακής Πρωτοβουλίας (μέλος του κινηματικού εκδοτικού εγχειρήματος Los Solidarios) στην εκδήλωση “Το ιταλικό μωσαϊκό της Αυτονομίας τη δεκαετία του ‘70” στα πλαίσια του 1ου Παγκρήτιου Ελευθεριακού Φεστιβάλ Βιβλίου (Ρέθυμνο, πλ. Μικρασιατών 4-5-6 Μάη 2018) που διοργανώθηκε από το Laboratorio Influenza, τη συλλογικότητα Azadi και την Αναρχική συλλογικότητα Οκτάνα.

Καλησπέρα και από μένα. Καταρχήν να ευχαριστήσουμε τους συντρόφους και τις συντρόφισσες από το Ρέθυμνο, το Ηράκλειο και τα Χανιά που μας κάλεσαν στο 1ο Παγκρήτιο Ελευθεριακό Φεστιβάλ Βιβλίου. Από την πλευρά μας, νοιώθουμε την ανάγκη ν΄ αφιερώσουμε την παρουσία μας στο Φεστιβάλ στο Σύντροφο μας και Φίλο μας Χρήστο Πολίτη, ιδρυτικό μέλος του κινηματικού εκδοτικού εγχειρήματος Los Solidarios, ο οποίος πριν από το πρόωρο και αναπάντεχο χαμό του στις 11 Μάρτη, ήταν αυτός που μας προέτρεψε για τη συμμετοχή μας σ’ αυτήν την εκδήλωση.

Όσον αφορά καθαυτό το ζήτημα της αποψινής εκδήλωσης, σε σχέση με την περίοδο που αναφερόμαστε -τη δεκαετία του ‘70 συγκεκριμένα-, δυο πράγματα συμπληρωματικά για τη μεταπολεμική περίοδο που είχε προηγηθεί στην Ιταλία, που κατά τη γνώμη μας έχουν μια αξία ιδιαίτερη. Αναφερθήκανε και από τους συντρόφους [της Οκτάνα] κάποια στοιχεία που φωτίζουν το τι είχε προηγηθεί στη χώρα, πριν τη δεκαετία του ‘70. Ένα βασικό στοιχείο που έπαιξε σημαντικό ρόλο για τη συγκρότηση όχι μόνο του χώρου και του ιδεολογικού ρεύματος της Αυτονομίας αλλά και ευρύτερα του ριζοσπαστικού-επαναστατικού κινήματος που αναπτύχθηκε στην Ιταλία από τα τέλη της δεκαετίας του ‘60, το οποίο από την πλευρά μας θεωρούμε και το τελευταίο πραγματικά οργανωμένο, μαζικό, προλεταριακό κίνημα που προσπάθησε να κάνει την Επανάσταση στην Ευρώπη τον 20ο αιώνα. Έχει να κάνει με τη στάση του Κομμουνιστικού Κόμματος [PCI] μεταπολεμικά στην Ιταλία. Κάποια πράγματα πολύ βασικά ειπώθηκαν ήδη, ένα που αξίζει ν’ αναφερθεί γιατί δείχνει χαρακτηριστικά την πολιτική που σκόπευε ν’ ακολουθήσει και ακολούθησε το Κομμουνιστικό Κόμμα, το 1948 μετά την απόπειρα δολοφονίας από ένα νεαρό φασίστα του γενικού γραμματέα του Παλμίρο Τολιάτι, κι ενώ χιλιάδες εργάτες, κομμουνιστές και μη, είχαν ήδη βγει στους δρόμους της εξέγερσης και της απόπειρας ανατροπής του αστικού καθεστώτος -που είχε εγκαθιδρυθεί στην Ιταλία υπό την καθοδήγηση και την προστασία των Αμερικάνων- η εντολή και προτροπή του ίδιου του Τολιάτι, που κάλεσε από το κρεβάτι του νοσοκομείου, ραδιοφωνικά, τους εξεγερμένους “να γυρίσουν στα σπίτια τους”, ήταν και το γεγονός μετά το οποίο ήταν ξεκάθαρο, περισσότερο ή λιγότερο, στην εργατική Τάξη και τα ευρύτερα λαϊκά στρώματα, ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα στην Ιταλία δεν έβαζε πλέον το ζήτημα της Επανάστασης, της ρήξης με το αστικό καθεστώς. Έβαζε πλέον, σιγά σιγά όλο και πιο ξεκάθαρα, έννοιες όπως αυτές της “ειρηνικής συνύπαρξης”, της κοινοβουλευτικής προσπάθειας κατάκτησης της κυβέρνησης μέσω των εκλογών κλπ. Ειπώθηκε και πριν, τα χρόνια του ‘50 και του ‘60, τα οποία αυτά ήταν τα πραγματικά μολυβένια χρόνια για τον λαό στην Ιταλία κι όχι η δεκαετία του ‘70, όπως το θέαμα και τα ΜΜΕ έχουν προσπαθήσει να χαρακτηρίσουν τη δεκαετία του ‘70, χρόνια με νεκρούς απεργούς σε διαδηλώσεις, με αγώνες για τη στέγαση, για την κάλυψη των βασικών πρωταρχικών αναγκών, σε μια χώρα πραγματικά κατεστραμμένη μετά τον Πόλεμο, βομβαρδισμένη από τους Αγγλοαμερικάνους αλλά και από τους Γερμανούς κατά την αποχώρηση με την καταστροφή πολλών υποδομών. Ένα άλλο βασικό στοιχείο έχει να κάνει με τους αγώνες που είχαν αρχίσει ν’ αναπτύσσονται σ’ όλη τη δεκαετία του ‘60, που κορυφώθηκαν στα τέλη της, κι ενώ ήδη έχει προηγηθεί ο φοιτητικός Μάης του ‘68 που ξέσπασε στη Γαλλία και γενικεύτηκε και σ’ άλλες ευρωπαϊκές χώρες και όχι μόνο, με μια ιδιαιτερότητα: ο Μάης του ‘68, όπως ειπώνεται, στην Ιταλία κράτησε πάνω από δέκα χρόνια. Επίσης, το εργατικό φθινόπωρο του ‘69, με τις εργατικές εξεγέρσεις και απεργίες, με διαδηλώσεις σ’ όλα τα μεγάλα βιομηχανικά κέντρα, κυρίως στο Βορρά, οι οποίες μπορεί να πει κάποιος ότι ήταν οι πρώτες ενδείξεις για το τι θ’ ακολουθούσε.

Απέναντι σ’ αυτήν την απόπειρα των εργατικών και των ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων ν’ ανακτήσουν έστω και τα ελάχιστα απ’ αυτά που τους στερούνταν, το ιταλικό Κράτος με την ανοιχτή συνέργεια των Αμερικάνων προστατών του και των Ευρωπαίων συμμάχων του, αλλά -αξίζει ν’ αναφερθεί αυτό- και με τη συνδρομή παρακρατικών φασιστών της ελληνικής Χούντας, έβαλε μπροστά το σχέδιο που έμεινε ιστορικά γνωστό ως Στρατηγική της Έντασης, με πρώτη ενέργεια [στις 12 Δεκέμβρη του ‘69] τη σφαγή του Κράτους στην πλατεία Φοντάνα του Μιλάνου, μια πολύνεκρη βομβιστική ενέργεια την οποία το Κράτος και οι υπηρεσίες του προσπάθησαν να χρεώσουν στους αναρχικούς, που οδήγησε και στο θάνατο του αναρχικού Τζουζέπε Πινέλλι, ο οποίος εκπαραθυρώθηκε από την κεντρική Αστυνομική Διεύθυνση του Μιλάνου, και σε μια πρώτη φάση προσπάθησαν να το παρουσιάσουν σαν αυτοκτονία και όχι δολοφονία. Το συγκεκριμένο γεγονός όπως έχει αποτυπωθεί σε βιογραφίες, κείμενα, συνεντεύξεις κλπ διάφορων αγωνιστών συντρόφων, τόσο κομμουνιστών όσο και αναρχικών, είτε αυτόνομων είτε και μελών ένοπλων οργανώσεων όπως οι Κόκκινες Ταξιαρχίες [Brigate Rosse (ΒR)], η Πρώτη Γραμμή [Prima Linea] κλπ, ήταν το γεγονός το οποίο κάποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι λειτούργησε σαν καταλύτης στις συνειδήσεις ιδιαίτερα της νέας εργατικής Τάξης και γενικότερα της νεολαίας. Μιας συνείδησης που έλεγε ότι “εδώ πέρα, ζούμε σε κατάσταση ακήρυχτου πολέμου, το Κράτος χρησιμοποιεί ανοιχτά πλέον τη βία τοποθετώντας βόμβες στους δρόμους, και αυτό δεν γίνεται τυχαία, γίνεται για να ξαναγυρίσει ο κόσμος στα σπίτια του, στις δουλείες του”, για “ν’ αδειάσουν οι δρόμοι” όπως έλεγαν χαρακτηριστικά και προέτρεπαν οι φασίστες, οι υπόγειοι σύμμαχοι της Χριστιανοδημοκρατίας. Απ’ αυτά τα γεγονότα αρχίζει να σχηματοποιείται ένα κίνημα με πιο στέρεες βάσεις, με διάφορες ιδεολογικές και πολιτικές αναφορές, μέσα στο οποίο εξελίχτηκε παίρνοντας διάφορες οργανωτικές μορφές και σχήματα και το κίνημα της Αυτονομίας.

Σε σχέση με τα πρώτα εκείνα χρόνια, νομίζω ότι αξίζει να διαβαστεί ένα μικρό απόσπασμα από τη μπροσούρα με μια συνέντευξη του Σαλβατόρε Ριτσάρντι, ο οποίος αποτελεί μια χαρακτηριστική φιγούρα εκείνων των χρόνων. Ο Ριτσάρντι για χρόνια στρατεύτηκε και συμμετείχε, ήταν από τους πρωταγωνιστές της συγκρότησης της Εργατικής Αυτονομίας στη Ρώμη και στη συνέχεια, το 1977 εντάχτηκε στις Κόκκινες Ταξιαρχίες. Λέει λοιπόν:

“Η γέννηση των ομάδων προκύπτει γύρω στο ’69, η Εργατική Εξουσία (Potere Operaio [Po]), η Συνεχής Αγώνας (Lotta Continua [Lc]) που είναι οι μεγάλες ομάδες, αλλά και η Εργατική Πρωτοπορία (Avanguardia Operaia [Ao]) που σχηματίζεται στη Ρώμη και μια μυριάδα άλλων μικρότερων ποσοτικά μ-λ ομάδων και κομμάτων, καθώς και το Manifesto-Κόμμα Προλεταριακής Ενότητας (Partito d’ Unita Proletaria [Pdup]), που αρχικά για μια περίοδο θ’ αποτελέσει μια ομάδα και στη συνέχεια θα μείνει μόνο η εφημερίδα. Όλες αυτές οι ομάδες θα προσπαθήσουν ν’ αντιπροσωπεύσουν αυτήν την κινηματική πραγματικότητα που έχει αρχίσει να σχηματίζεται και αποτελείται από πάρα πολλές Επιτροπές σε εργοστάσια και άλλους εργασιακούς χώρους. Επιζητούν λοιπόν αυτήν την αντιπροσώπευση, και για μια περίοδο στοχεύουν πολύ στη ριζοσπαστικότητα της δράσης, στη σύγκρουση με την αστυνομία στις διαδηλώσεις κτλ. Κατά κάποιον τρόπο, δεν βγαίνει στην επιφάνεια η αντίθεση ανάμεσα σ’ αυτήν την αντιπροσώπευση και τη φύση αυτού του κινήματος. Αυτό γιατί η μορφή της πάλης, μια μορφή πολύ σκληρή και πολύ ισχυρή -και αυτό είναι ένα ζήτημα που κατά τη γνώμη μου πρέπει να λαμβάνουμε υπ’ όψη μας και σήμερα- γιατί μερικές φορές η εξτρεμιστική μορφή της πάλης, η σύγκρουση στις διαδηλώσεις, οι ξυλοδαρμοί, οι συλλήψεις κτλ. μπορεί να επικαλύψει την ένδεια των περιεχομένων. Όπως και να έχει, η Ποτέρε Οπεράιο και η Λόττα Κοντίνουα κάνουν δύο πράγματα που μπορούν να θεωρηθούν σίγουρα θετικά. Γενικεύουν τη σύγκρουση, αφού τη φέρνουν ακόμα και στο πιο μικρό χωριό, σε μέρη που πιθανώς η συνοικιακή επιτροπή δεν έχει τη δύναμη να χτιστεί ενώ η οργάνωση έχει αυτή τη δύναμη. Κλιμακώνουν το επίπεδο της σύγκρουσης π.χ. στις φυλακές, όπου ειδικά η Λοττα Κοντίνουα θα κάνει σπουδαία δουλειά, ανεβάζοντας το επίπεδο της σύγκρουσης, η οποία θα φτάσει και στα πιο απομακρυσμένα σημεία. Έπειτα όμως θα εγκαταλείψει. Και αυτό είναι κάτι πολύ άσχημο. Η Ποτέρε Οπεράιο θα διαλυθεί το ’73. Προωθούν πάντως και γενικεύουν τη σύγκρουση. Με τις δυνάμεις της τάξης, με την αστυνομία και το κράτος, δημιουργώντας τους ένα πραγματικό κόστος. Έτσι, αυτή η αντιπροσώπευση φαίνεται να λειτουργεί, να ταιριάζει σ’ αυτό το τόσο ριζοσπαστικό κίνημα. Στην πραγματικότητα, τα περιεχόμενα δεν είναι και τόσο ξεκάθαρα. Πέρα από την Ποτέρε Οπεράιο, που ήταν το κόμμα της εξέγερσης, μιας εξέγερσης που τελικά ποτέ δεν ξεκαθαρίστηκε. Η Λόττα Κοντίνουα δεν είναι ξεκάθαρο πού ακριβώς βρίσκεται, αφού στοχεύει συνέχεια σ’ έναν πολύ μετωπικό αντιφασισμό, οπότε και λιγότερο ταξικό. Μέχρι το σημείο να βλέπει κάθε ενέργεια της πολιτικής των αφεντικών, του κεφαλαίου κτλ. σαν ένα βήμα για τον Φανφασισμό [από τ’ όνομα του χριστιανοδημοκράτη Φανφάνι], σαν κάτι που συνδέεται μ’ αυτόν το φασισμό, τονίζοντας πολύ τον κίνδυνο πραξικοπήματος. Κάτι που δεν ίσχυε, αφού το σχέδιο που εξελισσόταν ήταν η αιχμαλωσία των συνδικάτων και του Κομμουνιστικού Κόμματος μέσα στο καπιταλιστικό έδαφος και όχι το πραξικόπημα.

Στη συνέχεια όμως, αυτή η διαφορά ανάμεσα στα περιεχόμενα και τις μορφές βγαίνει στην επιφάνεια. Η Ποτέρε Οπεράιο το ’73 θα αυτοδιαλυθεί. Οι μισοί θα ενταχθούν στην αυτονομία και οι άλλοι μισοί θα περάσουν στις ένοπλες οργανώσεις. Η Λόττα Κοντίνουα θ’ αρχίσει να χάνει κομμάτια, μέχρι που το ’76 καταρρέει και χωρίζεται στα δύο: ένα κομμάτι θα φτιάξει την Προλεταριακή Δημοκρατία (Democrazia Proletaria [Dp]) που θα κατέβει και στις εκλογές ενώ ένα άλλο θα φτιάξει την Πρώτη Γραμμή (Prima Linea [Pl]) ή θα ενταχθεί στον χώρο της αυτονομίας” [1]

Tο συγκεκριμένο απόσπασμα περιγράφει αρκετά περιεκτικά αυτά τα πρώτα χρόνια της συγκρότησης αυτού του κινήματος. Η διάλυση των δύο συγκεκριμένων μαζικών πολιτικών οργανώσεων που αναφέρονται, που δρούσαν σ’ όλη σχεδόν την Ιταλία, δηλαδή είχανε μέλη, βάσεις, γραφεία κλπ σ’ όλες σχεδόν τις μεγάλες πόλεις θα οδηγήσει σε διαφορετικές επιλογές. Οι επιλογές των συντρόφων και των συντροφισσών που συμμετείχαν σ’ αυτές τις μαζικές οργανώσεις και όχι μόνο, θα είναι διαφορετικές. Ένα μεγάλο κομμάτι τους θα είναι κι αυτό που θα συγκροτήσει αυτό που ονομάστηκε Εργατική Αυτονομία. Έχει μεγάλη σημασία -κατά τη γνώμη μου- και το γεγονός που αναφέρθηκε και στην εισαγωγή από τους συντρόφους, ποια ήταν τα υποκείμενα που συγκρότησαν και δημιούργησαν την Αυτονομία. Αναφέρθηκε πριν η νέα εργατική Τάξη, που άρχισε να μπαίνει στα κάτεργα της καπιταλιστικής παραγωγής ήδη από τη δεκαετία του ‘50 και με κορύφωση από τα μέσα του ‘60 κι έπειτα. Μια νέα εργατική Τάξη, στη μεγάλη της πλειοψηφία αποτελούμενη από εσωτερικούς μετανάστες, από τον υπανάπτυκτο Νότο στον ανεπτυγμένο-βιομηχανοποιημένο Βορρά, ως επί το πλείστον νεολαιίστικη ηλικιακά, που δεν κουβάλαγε το σύνδρομο της προδομένης επανάστασης, όπως ονομαζόταν η στάση του Κομμουνιστικού Κόμματος αμέσως μετά την πτώση του Φασισμού και το τέλος του Πολέμου, μια νέα εργατική Τάξη που συμπύκνωνε αυτό που ζήταγε στο σύνθημα που στη συνέχεια έγινε και τίτλος του βιβλίου του Νάνι Μπαλεστρίνι: Τα Θέλουμε Όλα.

Αυτή η αμφισβήτηση ξεκινάει πρωταρχικά μέσα στους χώρους δουλειάς κυρίως στις μεγάλες αυτοκινητοβιομηχανίες, στις χημικές βιομηχανίες, στις ναυπηγοεπισκευαστικές ζώνες στη Γένοβα και τα άλλα μεγάλα λιμάνια καθώς και στο Μιλάνο, στο Τορίνο, στη Fiat, στην Pirelli, σ’ όλα αυτά τα μεγάλα εργοστάσια, μέσα στα οποία το πρόσωπο, ο κόσμος του Κεφαλαίου παρουσιάζεται στην πιο ωμή, στην πιο εκμεταλλευτική μορφή, αυτή της αλυσίδας παραγωγής, εκεί που ο άνθρωπος εργάτης γίνεται απλά ένα εξάρτημα της μηχανής. Όλα αυτά θα δημιουργήσουν ένα κλίμα όχι μόνο διεκδίκησης καλύτερων συνθηκών, καλύτερων μισθών, περισσότερων διαλειμμάτων, που από εκεί, συνήθως από τέτοια “μικρά” σε εισαγωγικά ζητήματα ξεσπάνε μεγαλύτερες συγκρούσεις, αλλά αυτό που βγαίνει συνέχεια στην επιφάνεια, σε κάθε ευκαιρία, είναι η ολική εναντίωση αυτής της νέας εργατικής Τάξης ν’ ακολουθήσει τις νόρμες, τους ρυθμούς παραγωγής που επιβάλλονταν από το ιταλικό Κεφάλαιο, από την ιταλική αστική Τάξη, η οποία ήδη αρχές της δεκαετίας του ‘70 είχε μπορέσει ν’ αναβαθμίσει το ρόλο της, σε μια χώρα που είχε βγει ηττημένη από τον Πόλεμο, και να συγκροτήσει αυτό που ειπώθηκε και πριν, το “ιταλικό θαύμα”, το made in Italy, να γίνει εξαγωγική χώρα, βασισμένη βέβαια σε μισθούς άθλιους, σε σύγκριση μ’ αυτούς των άλλων τότε βιομηχανοποιημένων χωρών.

Οι μορφές που προκύπτουν οργανωτικά μέσα στους ίδιους τους χώρους δουλειάς έρχονται σε άμεση σύγκρουση με τον επίσημο συνδικαλιστικό μηχανισμό, ο οποίος ελέγχεται από το συνδικάτο CGIL του Κομμουνιστικού Κόμματος, Το πρώτο ζήτημα που τίθεται και δημιουργεί και τις πρώτες ρήξεις, το πρώτο αίτημα προς το ίδιο το συνδικάτο είναι ότι “πλέον αυτοί που θα μας εκπροσωπούν στις διαπραγματεύσεις είτε με τον εκάστοτε εργοδότη, είτε με το υπουργείο, την κυβέρνηση κλπ δεν μπορεί να είναι άλλοι από τους ίδιους τους εργάτες που πρέπει να προέρχονται ο καθένας μέσα από έναν χώρο δουλειάς”, σπάζοντας έτσι την αντιπροσώπευση, το γραφειοκρατικό ρόλο της διαμεσολάβησης, καθιστώντας πρωταγωνιστές τους ίδιους τους εργάτες και τις εργάτριες. Όλο αυτό το ξέσπασμα που ξεκινάει κυρίως στην πόλη του Μιλάνου, και συγκεκριμένα σε εργοστάσια όπως αυτά της Pirelli, της Sit-Siemens, αλλά και στο Τορίνο, στην εμβληματική Fiat που αποτελεί και την “ατμομηχανή” του ιταλικού καπιταλισμού, όπου εκείνη την περίοδο δουλεύανε 120.000 εργαζόμενοι. Πολύ σύντομα, η σύγκρουση δεν θα περιοριστεί μέσα στα εργοστάσια, μιας κι εκεί εντοπιζόταν το πραγματικό όριο των εργατικών-συνδικαλιστικών αγώνων, ότι ακόμα κι όταν είναι νικηφόροι περιορίζουν τις διεκδικήσεις και την καλυτέρευση των συνθηκών ζωής μέσα στο χώρο δουλειάς. Όμως τα προβλήματα και οι ανάγκες, όπως πολύ καλά γνωρίζουμε όλοι δεν περιορίζονται μόνο εκεί, στο οκτάωρο ή στο όποιο ωράριο της δουλειάς, αλλά επεκτείνονται σ’ όλη της διάρκεια της μέρας και της ζωής. Έτσι, αρχίζουν να προκύπτουν ή μάλλον καλύτερα να πολλαπλασιάζονται, γιατί ήδη μεγάλα κομμάτια της εργατικής Τάξης στις μητροπόλεις, στη Ρώμη, στο Μιλάνο κλπ, έχουν αρχίσει να καταλαμβάνουν κτίρια για να καλύψουν τις στεγαστικές ανάγκες τους μιας και η έλλειψη στέγης -η οποία εν μέρει είχε δημιουργηθεί και από τους βομβαρδισμούς του Πολέμου- αποτελούσε ένα πεδίο από το οποίο θυσαύριζαν συγκεκριμένοι μεγαλοκαπιταλιστές, ιδιοκτήτες και κατασκευαστές πολυκατοικιών, σε συνεργασία πάντα με τα υπουργεία. Η άμεση μαζική απάντηση που δίνεται, κυρίως στη Ρώμη αλλά όχι μόνο, είναι η κατάληψη πάρα πολλών κτιρίων για την επίλυση του στεγαστικού προβλήματος. Ένα άλλο πεδίο του Αγώνα, όπου τίθεται πραγματικά σε αμφισβήτηση από το άλφα ως το ωμέγα η καπιταλιστική τάξη και η αστική κουλτούρα είναι ο χώρος των πανεπιστημίων αλλά κι εκείνος των σχολείων. Ειπώθηκε πριν, το γεγονός του ανοίγματος της πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση από τη δεκαετία του ‘60 κι έπειτα, που αποτέλεσε και τον τρόπο με τον οποίο στα πανεπιστήμια πλέον δεν είχαν πρόσβαση μόνο τα παιδιά των μεγαλοαστών, των μεσοαστών και των μικροαστών, αλλά μπορούσανε ακόμα και τα παιδιά των εργατών να έχουν πρόσβαση σε μια ανώτερη εκπαίδευση. Δεν είναι τυχαίο ότι στη νεοσύστατη τότε σχολή Κοινωνιολογίας του Τρέντο φοίτησε ένα κομμάτι απ’ όσους στη συνέχεια θα συγκροτούσαν τον πρώτο πυρήνα των Κόκκινων Ταξιαρχιών.

Σε σχέση με την Αυτονομία πιο συγκεκριμένα, νομίζω ότι έχει αξία να ειδώνεται, να γίνεται αντιληπτή ως ένα κομμάτι ενός ευρύτερου ριζοσπαστικού-επαναστατικού κινήματος. Γιατί πολλές φορές, τουλάχιστον από την πλευρά της καθεστωτικής αφήγησης, αυτό που προσπαθούν πραγματικά να θάψουν είναι ο πολύπλευρος τρόπος με τον οποίο αγωνίστηκαν οι προλετάριοι και οι προλετάριες εκείνα τα χρόνια στην Ιταλία και να παρουσιάσουν όλη αυτό το κομμάτι της Ιστορίας ως ένα λουτρό αίματος χωρίς καμία λογική επεξήγηση, λες και όλοι αυτοί οι νεκροί και όλοι αυτοί οι τραυματίες δεν ήτανε αποτελέσματα που προκύψαν από το διεξαγόμενο κοινωνικό-ταξικό πόλεμο αλλά ήταν γέννημα κάποιων παράφρονων δολοφόνων. Και μιας και αναφερόμαστε σε θανάτους και αίμα, νομίζω ότι αξίζουν -γιατί συμπυκνώνουν την έκταση και την ένταση αυτής της συγκεκριμένης δεκαετίας αλλά και της περιόδου που ακολούθησε- μερικοί αριθμοί:

“Από το 1969 και μέχρι το 1989 διώχθηκαν και φυλακίστηκαν, κατηγορούμενοι για γεγονότα σχετιζόμενα με την ένοπλη πάλη, 4.087 άνθρωποι. Τα μέλη των κομμουνιστικών και αναρχικών ένοπλων οργανώσεων που είτε δολοφονήθηκαν κατά τη διάρκεια ένοπλων συμπλοκών, είτε εκτελέστηκαν εν ψυχρώ από τα κρατικά κατασταλτικά σώματα, είτε πέθαναν στις φυλακές ή την πολιτική εξορία ανέρχονται σε 68. Οι νεκροί κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων –δολοφονημένοι κυρίως από τις ειδικές δυνάμεις– υπολογίζονται ανάμεσα σε 40 και 50 ενώ άλλοι τόσοι είναι οι σύντροφοι και οι συντρόφισσες που έχασαν τη ζωή τους από τα φασιστικά τάγματα εφόδου. Έπειτα, οι σφαγές του Κράτους μέσω της αδιάκριτης τοποθέτησης βομβών σε πλατείες, σιδηροδρομικούς σταθμούς και αμαξοστοιχίες προκάλεσαν το θάνατο σε τουλάχιστον 140 άτομα. Για κανέναν απ’ όλους αυτούς του νεκρούς, το αστικό Κράτος δεν ανέλαβε ποτέ καμία πολιτική ευθύνη επιλέγοντας να κινηθεί με βάση τη συσκότιση, τη διαστρέβλωση, τον αποπροσανατολισμό.

Από την άλλη πλευρά αντίθετα, η ένοπλη πάλη κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου αποτέλεσε την πηγή του θανάτου –είτε μέσω εκτελέσεων είτε λόγω ατυχημάτων– για 131 άτομα και γι’ όλες αυτές τις ενέργειες υπήρξε διεκδίκηση ή ανάληψη της πολιτικής ευθύνης. Και αυτό από μόνο του είναι ένα στοιχείο το οποίο μαρτυράει πολλά για την άβυσσο που χωρίζει την αγωνιστική-επαναστατική ηθική από την αστική-κρατική ηθικολογία περί του δήθεν σεβασμού της υπέρτατης αξίας της ανθρώπινης ζωής.”[2]

Από τα μέσα της δεκαετίας του ‘70, όπου πλέον η ιταλική οικονομία, ιδιαίτερα από το ‘73 κι έπειτα με την πετρελαϊκή κρίση, όπου γενικά ο διεθνής καπιταλισμός αρχίζει να μπαίνει σε μακρούς ρυθμούς ύφεσης, αυτό φυσικά αντανακλάται και στην Ιταλία, η οποία αποτελεί και οργανικό κομμάτι του δυτικού καπιταλισμού, αρχίζει να βγαίνει στην επιφάνεια η κρίση. Αρχίζουν αρχικά να διαμορφώνονται και στη συνέχεια να μπαίνουν ανοιχτά από τις αστικές δυνάμεις, κυρίως από τη Χριστιανοδημοκρατία, συνθήματα όπως “λιτότητα”, “να ξεπεράσουμε όλοι μαζί την κρίση” κλπ πράγματα που έχουμε ακούσει πολλές φορές στην Ιστορία, και τα έχουμε ακούσει κι εδώ πολλές φορές και πρόσφατα. Αυτό που πρέπει να τονιστεί για εκείνη την περίοδο είναι ότι πλέον το Κομμουνιστικό Κόμμα στην Ιταλία έχει διακηρυγμένη θέση, έπειτα από το συνέδριο του ‘73 αν δεν κάνω λάθος, την πρόθεση του να προσπαθήσει να μπει στην κυβέρνηση σε συνεργασία με την Χριστιανοδημοκρατία, υπό την ηγεσία πλέον του Ενρίκο Μπερλιγκουέρ, ο οποίος και δηλώνει ανοιχτά ότι το παράδειγμα της Χιλής ήταν τόσο έντονο που δεν θα μπορούσε να στοχεύει σε κάτι άλλο. Αυτή η ανοιχτή διακήρυξη από την πλευρά του Κομμουνιστικού Κόμματος που έμεινε ιστορικά γνωστή ως ιστορικός συμβιβασμός, βρήκε απέναντι της την ενταντίωση και την αντίσταση από μεγάλα κομμάτια της εργατικής Τάξης, και κυρίως της νέας εργατικής Τάξης. Προφανώς, ο τρόπος με τον οποίο αυτή η εναντίωση, αυτή η αντίσταση καταγράφηκε δεν ήταν ομοιόμορφος. Χωρίς να επεκταθούμε στον τρόπο με τον οποίο υπήρξε αυτή η αντίσταση από άλλα κομμάτια, αλλά περιοριζόμενοι στο χώρο της Αυτονομίας αξίζει ν’ αναφερθεί ότι εκείνα τα χρόνια όλα τα κομμάτια της διακηρύττουν ανοιχτά την εναντίωση τους και την εχθρότητα τους απέναντι στην πολιτική γραμμή του Κομμουνιστικού Κόμματος, σε πολλές προκηρύξεις τους το Κ που σήμαινε Κομμουνιστικό έμπαινε σε εισαγωγικά, πολλές φορές προκύπτει μετωπική σύγκρουση στις διαδηλώσεις ανάμεσα στις αυτόνομες ομάδες περιφρούρησης και την περιφρούρηση του Κομμουνιστικού Κόμματος. Αποκορύφωμα, ή μάλλον καλύτερα μια αρκετά χαρακτηριστική στιγμή αυτής της σύγκρουσης ανάμεσα στην Αυτονομία και το ευρύτερο ριζοσπαστικό-επαναστατικό κίνημα με το Κομμουνιστικό Κόμμα θ’ αποτελέσουν τα γεγονότα το Φλεβάρη του ‘77 στο Πανεπιστήμιο της Ρώμης, όταν ο γενικός γραμματέας του συνδικάτου CGIL, του συνδικάτου του Κομμουνιστικού Κόμματος Λουτσιάνο Λάμα αποπειράται να μιλήσει μέσα στο κατειλημμένο Πανεπιστήμιο. Οι συγκρούσεις που θ’ ακολουθήσουν θα είναι πολύ σφοδρές και θα είναι η πρώτη φορά που ο μηχανισμός περιφρούρησης του Κομμουνιστικού Κόμματος θ’ αναγκαστεί να υποχωρήσει ηττημένος.

Τα γεγονότα που έχουν προηγηθεί, είναι μια περίοδος που ήδη, και αυτό είναι κατά τη γνώμη μου ένα ιστορικό δεδομένο και όχι άποψη, σε σχέση με το πολυσυζητημένο ζήτημα της βίας και της χρήσης της, σ’ όλα τα κείμενα που μπορεί ν’ ανατρέξει κάποιος πλέον και στα ελληνικά, γιατί υπάρχει πλέον μια αρκετά ευρεία βιβλιογραφία και στα ελληνικά, αποδεικνύουν ότι οι όποιες διαφωνίες, πολιτικές διαφοροποιήσεις ως προς τον τρόπο οργάνωσης και αγώνα κλπ, δεν έμπαιναν για το αν έπρεπε να χρησιμοποιείται βία ή όχι, αλλά έμπαιναν γύρω από τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να χρησιμοποιείται η βία, ζητήματα κατά κάποιο τρόπο διαχρονικά, που έχουν τεθεί πολλές φορές στο διεθνές επαναστατικό κίνημα. Ο τρόπος με τον οποίο θ’ απαντήσει σ’ αυτό το ερώτημα η Αυτονομία διαφέρει, όχι μόνο σε πολιτικό επίπεδο που κι αυτό αποτυπώνεται, με την έννοια ότι θα υπάρξει από ένα σημείο και μετά ένα κομμάτι της Αυτονομίας το οποίο θα προσπαθήσει να φτιάξει μια Οργάνωση με την έννοια ενός οργανωμένου πολιτικού σχηματισμού, με μια ενιαία πολιτική γραμμή σ’ όλες τις πόλεις κλπ. Μια προσπάθεια που τελικά θ’ αποτύχει πάρα πολύ γρήγορα. Αυτό θα είναι και το κομμάτι που θα ονομαστεί Οργανωμένη Αυτονομία. Ένα άλλο μεγάλο κομμάτι, ίσως η πλειοψηφία του αυτόνομου κινήματος, που χαρακτηριζόταν ως η διάχυτη αυτονομία θα περιοριστεί σε μια πολιτική που μπορεί να χαρακτηριστεί ως πιο εδαφικοποιήμενη, πιο συνδεδεμένη με συγκεκριμένους χώρους δουλειάς, σπουδών, στις συνοικίες κλπ, αλλά χωρίς να θέτει ανοιχτά ζήτημα συνολικής αμφισβήτησης ή προσπάθειας συγκρότησης κάποιας κεντρικής πολιτικής οργάνωσης. Απ’ την άλλη, έχει μεγάλη σημασία να γίνει αντιληπτό το γεγονός ότι η Αυτονομία δεν αποτέλεσε ένα διαχωρισμένο πολιτικό ρεύμα μέσα σ’ όλο αυτόν τον ανεμοστρόβιλο που σηκώθηκε εκείνα τα χρόνια στην Ιταλία. Αυτό είναι κάτι που αποδεικνύεται και από τις βιογραφίες των ίδιων των ανθρώπων που πρωταγωνίστησαν σ’ αυτά τα γεγονότα. Είναι πάρα πολλές οι περιπτώσεις συντρόφων και συντροφισσών που ξεκίνησαν την πολιτική τους δράση μέσα από σχηματισμούς, όπως οι εργατικές Επιτροπές, τα σχήματα στις γειτονιές κλπ, που σχετίζονταν με το χώρο της Αυτονομίας και από ένα σημείο κι έπειτα, όταν η σύγκρουση πλέον είχε κορυφωθεί, με την έννοια του τρόπου με τον οποίο το Κράτος αντιμετώπιζε την όποια πολιτική αμφισβήτηση του, δηλαδή με δρακόντειους νόμους, αυστηροποίηση των ποινών στον κώδικα ποινικής δικονομίας, μ’ έναν από τους πρώτους αντιτρομοκρατικούς νόμους που αντέγραφε τον αντίστοιχο της Δυτικής Γερμανίας και με συνθήκες κράτησης επιδεινωμένες, μέσα σ’ αυτή τη συνθήκη ένα μεγάλο κομμάτι όλου αυτού του κόσμου θα κάνει την επιλογή να περάσει πλέον στην ένοπλη αμφισβήτηση, κυρίως μέσα από την ένοπλη οργάνωση Prima Linea, που ακόμα και τ’ όνομα της αντανακλούσε αυτή τη λογική: Prima Linea σημαίνει Πρώτη Γραμμή και προέκυπτε από το ότι η συντριπτική πλειοψηφία των μελών της προερχόταν από τις αυτόνομες ομάδες περιφρούρησης του κινήματος, και η οποία θα βάλει μια διαφορετική πολιτική ανάλυση της κατάστασης, τουλάχιστον σε σύγκριση με την αντίστοιχη που γινόταν από τις Κόκκινες Ταξιαρχίες. Όλος αυτός ο συγκεκριμένος πολιτικός χώρος θα είναι εκείνος από τον οποίο θα προκύψουν θεωρητικές έννοιες που -κατά βάση- μπορούν και είναι χρήσιμες μέχρι και σήμερα, όπως αυτές του κοινωνικού εργοστασίου, του κατακερματισμού της παραγωγής κλπ. Είναι τα χρόνια που αρχίζει να σχηματοποιείται αυτό που αργότερα ονομάστηκε παγκοσμιοποίηση της παραγωγής, όταν οι μεγάλες αυτοκινητοβιομηχανίες και όχι μόνο αρχίζουν να φεύγουν σταδιακά, να παίρνουν την παραγωγή τους από την Ιταλία και να την μεταφέρουν στην Λατινική Αμερική, στην Ασία, και αργότερα και στην ανατολική Ευρώπη. Χρόνια που η παραγωγή κατακερματίζεται σε μικρούς χώρους δουλειάς με λίγους εργαζόμενους, κάτι το οποίο προφανώς καθιστά πολύ πιο δύσκολη την οργάνωση σε σύγκριση με τα μεγάλα εργοστάσια και τις μεγάλες βιομηχανίες.

Παράλληλα, μέσα σ’ όλη αυτήν τη σύγκρουση ανοίγονται όλα τα ζητήματα που μπορεί κάποιος να θεωρήσει προταγματικά ως απελευθερωτικά: είτε τα ζητήματα που έχουν να κάνουν με την πατριαρχία και τα προτάγματα του φεμινισμού, είτε με τα ζητήματα της ψυχιατρικής και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι ψυχικές ασθένειες. Πραγματικά δεν υπάρχει πεδίο της κοινωνικής ζωής που να μην τέθηκε σε αμφισβήτηση. Προσπαθώντας κάπως να κωδικοποιήσουμε τη συγκεκριμένη περίοδο, το 1977 θα ξεκινήσει αρχικά με ισχυρές φοιτητικές κινητοποιήσεις, σε μια απ’ αυτές, στις 12 Μάρτη στην Μπολόνια η αστυνομία θ’ ανοίξει πυρ σκοτώνοντας έναν κομμουνιστική φοιτητή, τον Φραντσέσκο Λορούσσο, οπότε και ξεσπάνε γενικευμένες συγκρούσεις στη Μπολόνια και σ’ όλες τις πόλεις, με αποκορύφωμα την πορεία που θα γίνει λίγες μέρες αργότερα στη Ρώμη, όπου συμμετείχαν εκατοντάδες χιλιάδες σύντροφοι και συντρόφισσες απ’ όλη την Ιταλία, μια πορεία που έμεινε στην ιστορία τόσο για την μαζικότητα της όσο και την επιθετικότητα της -κατά τη διάρκεια εκείνης της μέρας θα χτυπηθούν και θα καταστραφούν τράπεζες, κρατικά ιδρύματα, κομματικά γραφεία, θα λεηλατηθούν οπλοπωλεία στο κέντρο της Ρώμης- αυτή η συγκεκριμένη διαδήλωση θ’ αποτελέσει κατά κάποιο τρόπο σημάδι αυτού που στη συνέχεια κάποιοι θα ονομάσουν μιλιταριστική στροφή, με πιο χαρακτηριστικό τον Τόνι Νέγκρι, άνθρωποι οι οποίοι βέβαια μέχρι πριν λίγα χρόνια εκθείαζαν τις βίαιες ενέργειες, άνθρωποι που δεν προέρχονταν από την εργατική Τάξη αλλά ήταν ανώτερης κοινωνικής Τάξης όντας καθηγητές πανεπιστημίου και οι οποίοι αρχίζουν να σχηματοποιούν τον τρόπο με τον οποίο θ’ απεμπλακούν από τις όποιες ποινικές ευθύνες για το ρόλο τους εκείνα τα χρόνια. Το 1978, η επιχείρηση, η απαγωγή και η εκτέλεση του Άλντο Μόρο, ο οποίος και αποτελούσε στην ουσία τον χριστιανοδημοκράτη πρωταγωνιστή της οικοδόμησης του ιστορικού συμβιβασμού μαζί με τον κομμουνιστή Μπερλιγκουέρ, θ’ αποτελέσει το γεγονός που θ’ απομακρύνει ακόμα περισσότερο τις Κόκκινες Ταξιαρχίες τόσο από το χώρο της Αυτονομίας όσο και από το ευρύτερο κίνημα, κομμάτια του οποίου παίρνουν θέση “ούτε με το Κράτος, ούτε με τις BR”.
Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξαν και πολλά κομμάτια της Αυτονομίας, κυρίως στο Βορρά και ιδιαίτερα στην περιοχή του Βένετο, που έκαναν άλλες επιλογές, που συνέχισαν να δρουν μαχητικά και ένοπλα, να χτυπάνε προϊσταμένους μικρών ή μεγάλων εργοστασίων, να δρουν στις γειτονιές τους με σχηματισμούς που ονόμαζαν Προλεταριακά Περίπολα, να χτυπάνε φασίστες και ναρκέμπορους στις προλεταριακές-λαϊκές γειτονιές, ν’ αναπτύσσουν με λίγα λόγια μια δράση που συνέχιζε να χρησιμοποιεί και βίαια μέσα. Ένα γεγονός το οποίο μπορούμε να πούμε ότι σχηματοποιεί κάπως τον τρόπο με τον οποίο το Κράτος προσπάθησε να ενοποιήσει όλο αυτό το ριζοσπαστικό-επαναστατικό κίνημα, το οποίο ήταν πραγματικά πλούσιο και το αποτελούσαν πάρα πολλές διαφορετικές συνιστώσες, όπως ειπώθηκε, από αναρχικούς μέχρι αυτόνομους, μαρξιστές-λενινιστές, τροτσκιστές, μαοϊκούς και όλων των ιδεολογικών ρευμάτων που γνωρίζουμε, από το ‘78 κι έπειτα αυτό που αποτυπώνεται σ’ όλες τις ιστορικές καταγραφές είναι μια πραγματική κλιμάκωση της βίας από την πλευρά του Κράτους, η οποία και πάλι θα οδηγήσει πολλούς και πολλές να “γυρίσουν σπίτια τους” αλλά και αρκετούς και αρκετές να συνεχίσουν τη δράση τους μέσα από (λίγο ή πολύ) κλειστές ένοπλες οργανώσεις, στις Κόκκινες Ταξιαρχίες, την Prima Linea και όχι μόνο.

Την ίδια περίοδο ιδρύονται και οι ειδικές φυλακές, πραγματικά κολαστήρια τα οποία αποτελούν πραγματικά μνημεία απανθρωπιάς και πόνου. Ήταν η βασική προσπάθεια με την οποία το Κράτος προσπάθησε να απομονώσει τους πολιτικούς κρατούμενους από τους κοινωνικούς κρατούμενους, να τους παρουσιάσει ως κάποιους φρενοβλαβείς που στρέφονται ενάντια σ’ όλη την κοινωνία, και κυρίως ν’ αποτρέψει τις πάρα πολλές εξεγέρσεις και αποδράσεις που είχαν προηγηθεί όλα τα προηγούμενα χρόνια. Είναι η ίδια περίοδος στην οποία αρχίζει από ένα κομμάτι καθηγητών, οι οποίοι μπορούν να χαρακτηριστούν και ως θεωρητικοί της Αυτονομίας, από τον Τόνι Νέγκρι και όχι μόνο, να σχηματοποιείται αυτό που στη συνέχεια θα παρουσιαστεί από το ίδιο το Κράτος ως διαχωρισμός. Ένα σχήμα που πραγματικά είναι αντι-ιστορικό, που προσπαθεί να παρουσιάσει μια ιστορία με κακούς και καλούς, με “πολεμοχαρείς” και “δημιουργικούς”, και στην ουσία ν’ αποκρύψει την πραγματικότητα του γεγονότος ότι η βία που αποτυπώθηκε εκείνα τα χρόνια ήταν προϊόν των οξυμένων κοινωνικών-ταξικών αντιθέσεων. Η θέσπιση τελικά από το Κράτος, μερικά χρόνια αργότερα, του νόμου “περί διαχωρισμού και μετάνοιας”, θα είναι και αυτή μέσω της οποίας θα αποδεκατιστούν στην κυριολεξία τόσο οι διάφοροι πολιτικοί σχηματισμοί της Αυτονομίας, οι διάφορες Επιτροπές κλπ, όσο και οι ένοπλες Οργανώσεις. Αξίζει ν’ αναφερθεί ένα στοιχείο το οποίο πολλές φορές δεν αποτυπώνεται αρκετά με μια σαφήνεια, έχει να κάνει με το τρόπο που γεννήθηκε, εξελίχτηκε και μαζικοποιήθηκε η Αυτονομία, που δεν είχε να κάνει ίσως τόσο με κατασταλαγμένες πολιτικές απόψεις και θέσεις, αλλά πήγαζε πραγματικά από την ανάγκη των ανθρώπων, και κυρίως των νεολαίων, να καλύψουν τις ανάγκες τους και τις επιθυμίες τους. Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμα και οι καταλήψεις ως τρόπος πολιτικής και πολιτιστικής δράσης και έκφρασης γεννιούνται μέσα από την Αυτονομία και πολλά από τα πράγματα που ίσως σήμερα φαίνονται κοινότυπα και τετριμμένα, αποτέλεσαν δημιούργημα αυτών των ανθρώπων, των ανδρών και των γυναικών που έδρασαν μέσα από το κίνημα της Αυτονομίας.

Συνήθως όλες αυτές οι εξιστορήσεις τελειώνουν κάπου εκεί στα τέλη της δεκαετίας του ‘70, νομίζω ότι έχει μια σημασία να δούμε και τι επακολούθησε τελικά, πέρα από το γεγονός ότι χιλιάδες άνθρωποι βρέθηκαν έγκλειστοι πολιτικοί κρατούμενοι στις φυλακές του ιταλικού Κράτους. Πολλοί βρέθηκαν αυτο-εξόριστοι, κυρίως στη Γαλλία, η οποία εκείνα τα χρόνια τουλάχιστον παρείχε άσυλο, αναγνωρίζοντας την πολιτική φύση των αδικημάτων. Η αλήθεια είναι ότι η δεκαετία του ‘80 θ’ αποτυπώσει την ευρύτητα αυτής της ήττας. Μια ήττα που δεν αφορούσε μόνο την Αυτονομία, ή μόνο τις ένοπλες Οργανώσεις, ή μόνο το Κίνημα, αφορούσε συνολικά την εργατική Τάξη. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η περίοδος που αρχίζει η “εξάρθρωση” βασικών πυρήνων και της Prima Linea και των ΒR στο Τορίνο, αλλά και αυτόνομων σχηματισμών, συμπίπτει με την περίοδο που ο Ανιέλι, o ιδιοκτήτης της Fiat επιλέγει για να εξαπολύσει την αναδιάρθρωση, αρχικά με δεκάδες απολύσεις εργατών σεσημασμένων ως “ταραχοποιών” και στη συνέχεια με μαζικές απολύσεις, οι οποίες ήταν πραγματικά χιλιάδες και αποτέλεσαν το τίμημα που έπρεπε να πληρώσει η εργατική Τάξη στην Ιταλία για να μπορέσει η Fiat να παραμείνει ανταγωνιστική στην παγκόσμια αγορά.

Η δεκαετία του ‘80 αποτέλεσε την περίοδο που αρχίζει να μορφοποιείται αυτό που στην Ελλάδα ακολούθησε περίπου μια δεκαετία αργότερα, όταν ο Κωστόπουλος ήρθε και μας ξεβλάχεψε όπως είπε…Εκεί πέρα, αυτό το σχήμα είχε αρχίσει να το φτιάχνει ο γνωστός σε όλους μας Σίλβιο Μπερλουσκόνι μέσα από τα ιδιωτικά τηλεοπτικά κανάλια που του είχε χαρίσει ο φίλος του -που πέθανε τελικά φυγόδικος, καταδικασμένος για σκάνδαλα, στην Τυνησία- τότε πρωθυπουργός και ηγέτης του Ιταλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος, Μπετίνο Κράξι, ο οποίος μέσα από την ιδιωτική τηλεόραση που βρέθηκε στα χέρια του δωρεάν άρχισε να φτιάχνει όλη αυτή την “κουλτούρα” που γνωρίζουμε όλοι, της σκουπιδοτηλεόρασης, των “αξιών” του άκρατου ατομικισμού, της προσωπικής ανέλιξης, τέλος πάντων όλων αυτών που γνωρίζουμε όλοι και δε νομίζω ότι έχει μεγάλη σημασία να τα ξαναλέμε…

Όπως και να έχει, η ήττα ήταν βαριά αλλά δεν σήμαινε ότι εξαφανίστηκε κυριολεκτικά ότι υπήρχε στην Ιταλία από οργανωτικά σχήματα, πολιτικές ομάδες κλπ. Η δεκαετία που ακολούθησε, η δεκαετία του ‘90 και αφού στη δεκαετία του ‘80 συνεχίστηκε η όποια πολιτική δράση πολύ πιο περιορισμένη και σε πολύ πιο δύσκολες συνθήκες, είναι χαρακτηριστικό ότι κάπου εκεί στα τέλη της δεκαετίας του ‘80 και τις αρχές της δεκαετίας του ‘90 βασικό σύνθημα για ένα τουλάχιστον κομμάτι της Αυτονομίας γίνεται το να βγούμε από το γκέτο, εννοώντας την περιθωριοποίηση τόσο τη συλλογική-πολιτική αλλά όσο και την ατομική απομόνωση, τα προσωπικά προβλήματα και αδιέξοδα. Δεν είναι τυχαίο οτι τα περισσότερα Κοινωνικά Κέντρα και οι Καταλήψεις που υπάρχουν ακόμα και σήμερα σε πολλές μεγάλες πόλεις της Ιταλίας δημιουργήθηκαν κάπου εκεί στα τέλη του ‘80 με αρχές ‘90.

Κάπου στα μέσα της δεκαετίας του ‘90, και με την πολιτική εξουσία να βρίσκεται στην “κεντροαριστερά”, δηλαδή στους πολιτικούς απόγονους του Κομμουνιστικού Κόμματος, σε διάφορες πόλεις -με πιο χαρακτηριστικές εκείνες στη Βενετία, στο Μιλάνο, στη Ρώμη- οι “κεντροαριστεροί” δήμαρχοι επιλέγουν να προσπαθήσουν να μπουν σ’ ένα διάλογο με τα Αυτοδιαχειριζόμενα Κατειλημμένα Κοινωνικά Κέντρα, να προσπαθήσουν να τα νομιμοποιήσουν με προφανή σκοπό την αφομοίωση τους στο ευρύτερο περιβάλλον, αποστερώντας τους από τα όποια ανταγωνιστικά χαρακτηριστικά τους. Η αλήθεια είναι ότι σε πολλές από τις μεγάλες πόλεις οι Κατειλημμένοι Χώροι, τα Κοινωνικά Κέντρα που δεν θα ενδώσουν σ’ αυτό το τυράκι της εξουσίας θα είναι λίγοι. Τα αδιέξοδα όλης αυτής της πολιτικής επιλογής ανοιχτής συνδιαλλαγής με αστικούς θεσμούς, όπως είναι οι Δήμοι, θα φανούν στη συνέχεια, τον Ιούλη του 2001 στη Γένοβα, στον τρόπο με τον οποίο γκρεμίστηκαν οι αυταπάτες ότι η σύγκρουση μπορεί να είναι συμβολική, να γίνεται με συμβολικούς και όχι πραγματικούς όρους, αφού όπως απέδειξε το ιταλικό Κράτος, αλλά όπως έχει αποδείξει κάθε αστικό Κράτος, όταν βρίσκεται σε πραγματικά δύσκολη θέση, δεν επιτρέπει σε κανέναν ν’ αμφισβητήσει το μονοπώλιο του στην άσκηση βίας, ακόμα κι αν αυτή η αμφισβήτηση γίνεται συμβολικά.

Κλείνοντας και προσπαθώντας κάπως να συνοψίσουμε τι είναι αυτό που τελικά έδωσε και άφησε όλο αυτό το κίνημα της Αυτονομίας από εκείνα τα χρόνια, και για ποιο λόγο σαράντα χρόνια μετά αξίζει τον κόπο ν’ ασχολούμαστε μαζί της, τουλάχιστον όσον αφορά το δικό μας κίνημα εδώ στην Ελλάδα, και ανεξάρτητα από το πως μπορεί να αυτοπροσδιορίζεται ο καθένας -αναρχικός, αντιεξουσιαστής, αυτόνομος, κομμουνιστής κλπ- νομίζω ότι πολλές από τις πρακτικές μας, πολλοί από τους τρόπους που λαμβάνουμε τις αποφάσεις μας, φτιάχνουμε τις -κατειλημμένες και μη- υποδομές μας κλπ, είναι κατά κάποιο τρόπο γέννημα εκείνης της περιόδου κι εκείνου του συγκεκριμένου πολιτικού χώρου που έμεινε στην Ιστορία ως Εργατική Αυτονομία.

Αυτά τα λίγα…και σας ευχαριστούμε και πάλι όλους.

______________________________

[1] Salvatore Ricciardi: “Τι σήμαινε να είσαι 20 χρονών το 1960… Με το άλφα μικρό. Μια ζωή για την προλεταριακή αυτονομία”. Εκδ. Προλεταριακή Πρωτοβουλία. Αθήνα, 2015.

[2] Εισήγηση της Προλεταριακής Πρωτοβουλίας στη Bιβλιοπαρουσίαση “Μάριο Μορέττι. Ερυθρές Ταξιαρχίες. Μια Ιταλική Υπόθεση” (εκδ. Διάδοση) στην Αθήνα (Ελεύθερο Αυτοδιαχειριζόμενο Θέατρο Εμπρός, 3/12/2016).

 

Ενημέρωση-Hχητικό-Εισήγηση της Εκδήλωσης για την επαναστατική προοπτική (1/2) με τον σύντροφο Μ.Φερράρι

Με τη παρουσία εκατοντάδων συντρόφων και συντροφισσών πραγματοποιήθηκε την Πέμπτη 1 Φλεβάρη, στο κτίριο Γκίνη του Πολυτεχνείου, η εκδήλωση “Καπιταλιστική Κρίση-Πόλεμος-Καθεστώς Έκτακτης Ανάγκης. Πολιτική Συγκρότηση-Ταξική Οργάνωση-Επαναστατική Προοπτική. Aπό το Χθες στο Σήμερα”, με τη συμμετοχή του συντρόφου Μαουρίτσιο Φερράρι, μέλος του “ιδρυτικού πυρήνα” των Ερυθρών Ταξιαρχιών και πρώην πολιτικoύ κρατούμενου για 30 χρόνια στις ιταλικές φυλακές. Η εκδήλωση συνδιοργανώθηκε από την Ταξική Αντεπίθεση (Ομάδα Αναρχικών και Κομμουνιστών) και τις εκδόσεις ΜΟΛΟΤ με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου Η Επανάσταση δεν είναι ένα επίσημο γεύμα. Μια συζήτηση με τον Μαουρίτσιο Φερράρι”.

Για σχεδόν 3 ώρες, ο σύντροφος όρθιος, με αστείρευτη ενέργεια και πολιτική διαύγεια αναφέρθηκε αναλυτικά σε μια αγωνιστική διαδρομή μισού αιώνα και ανέτρεξε εμπεριστατωμένα στις ρίζες της κοινωνικής πόλωσης και της προλεταριακής ριζοσπαστικοποίησης, στις διάφορες μορφές της πολιτικής συγκρότησης και της εργατικής οργάνωσης, στην επιρροή που ασκήθηκε από το διεθνές πλαίσιο των αντιαποικιακών-αντιιμπεραλιστικών αγώνων, στην όσμωση και τους κοινούς αγώνες μέσα στις φυλακές πολιτικών και κοινωνικών κρατούμενων, στο πέρασμα από τη σύγκρουση στο πεδίο Εργασίας-Κεφαλαίου στο συνολικότερο πεδίο της επίθεσης στην καρδιά του Κράτους. Χωρίς να υπαναχωρεί ούτε στιγμή από την αξία του ένοπλου αγώνα και της μαχητικής δράσης, την διαλεκτική σχέση τους με τον διαχρονικά εξελισσόμενο ταξικό πόλεμο και την ευρύτερη αντικαπιταλιστική-αντιιμπεριαλιστική πάλη, εντόπισε το 1980 ως το σημείο καμπής και δεν φοβήθηκε να αρθρώσει την λέξη “ήττα” σημειώνοντας ότι “η ήττα δεν αφορούσε μόνο τις Ερυθρές Ταξιαρχίες αλλά ολόκληρη την εργατική Τάξη”, και ήρθε μέσα από την καπιταλιστική αναδιάρθρωση, τους νόμους “περί διαχωρισμού και μετάνοιας” και το μόνιμο καθεστώτος έκτακτης ανάγκης που φτάνει ως τις μέρες μας. Όντας ακόμα ενεργός στο κίνημα, αναφέρθηκε αναλυτικά σε αγώνες που εξελίσσονται στην Ιταλία τα τελευταία χρόνια (αγώνες μεταναστών εργατών στον κλάδο του logistics, για το δικαίωμα στη στέγη, ενάντια στον πόλεμο κα).

Με τα λόγια του αλλά και συνολικά με την ολιγοήμερη αγωνιστική παρουσία του εδώ στην Αθήνα, -με τη συμμετοχή του στην συγκέντρωση στο Εφετείο ενάντια στην έκδοση του αγωνιστή από την Τουρκία Mehmet Dogan και την μοτοπορεία Αλληλεγγύης στον αναρχικό σύντροφο Γρηγόρη Τσιρώνη στις 2/2 καθώς και στη διεθνιστική-αντιφασιστική πορεία στο κέντρο της Αθήνας στις 3/2- με τη σεμνότητα του –το χαρακτηριστικό γνώρισμα κάθε ατόφιου αγωνιστή- και την αλύγιστη πίστη του στην επαναστατική προοπτική, ο σύντροφος Μαουρίτσιο μας πρόσφερε πολύτιμα πολιτικά διδάγματα και μαθήματα ζωής. Και όπως έγραψε κι ένας σύντροφος: Τέτοιοι άνθρωποι μόνο δύναμη κ ελπίδα μπορούν να δώσουν σε μας…

Σ’ ευχαριστούμε Σύντροφε!

ΥΓ: Τον Γενάρη του 2012, μετά την αποφυλάκιση του το 2004 έπειτα από 30 χρόνια εγκλεισμού, ο Μαουρίτσιο διώχθηκε -μαζί με άλλους 45 αγωνιστές και αγωνίστριες του κινήματος ΝΟ ΤAV- και προφυλακίστηκε, ενώ το Γενάρη του 2015 καταδικάστηκε -πρωτόδικα- από την ιταλική αστική δικαιοσύνη σε ποινή κάθειρξης 4 1/2 χρόνων, για τη συμμετοχή του -μαζί με χιλιάδες διαδηλωτές- στις μαζικές πολύωρες συγκρούσεις στις 27/6/11 και τις 3/7/11 με τις δυνάμεις καταστολής που φρουρούσαν το εργοτάξιο του Chiomonte στη Val di Susa της βόρειας Ιταλίας. Προσεχώς αναμένεται η εκδίκαση της υπόθεσης στο Εφετείο, όπου μια πιθανή επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης ενδέχεται να οδηγήσει και πάλι τον 73χρονο σύντροφο, πίσω στα κελιά των ιταλικών φυλακών.

Ακολουθεί το link του ηχητικού αρχείου και η εισήγηση της εκδήλωσης.

https://soundcloud.com/taksiki-antepithesi/mferrari

**

Η Ταξική Αντεπίθεση (Ομάδα Αναρχικών και Κομμουνιστών) και οι εκδόσεις ΜΟΛΟΤ έχουν την χαρά να συνδιοργανώνουν την εκδήλωση “Καπιταλιστική Κρίση-Πόλεμος-Καθεστώς Έκτακτης Ανάγκης. Πολιτική Συγκρότηση-Ταξική Οργάνωση-Επαναστατική Προοπτική. Aπό το Χθες στο Σήμερα” φιλοξενώντας στην Αθήνα τον σύντροφο Μαουρίτσιο Φερράρι, μέλος του “ιδρυτικού πυρήνα” των Ερυθρών Ταξιαρχιών και πρώην πολιτικoύ κρατούμενου για 30 χρόνια στις ιταλικές φυλακές.

Η αποψινή εκδήλωση πραγματοποιείται με αφορμή την κυκλοφορία από τις εκδόσεις ΜΟΛΟΤ του βιβλίου Η Επανάσταση δεν είναι ένα επίσημο γεύμα”. Μια συζήτηση με τον Μαουρίτσιο Φερράρι και εντάσσεται στη συνολικότερη στόχευση μας για πολιτική αυτομόρφωση, ιδεολογική συγκρότηση, υπεράσπιση της επαναστατικής μνήμης.

Αποτελεί κατά κάποιο τρόπο τη συνέχεια του διημέρου εκδηλώσεων Χθες, Σήμερα, Αύριο… Η Επανάσταση λέει: Ήμουν, είμαι και θα είμαι! που είχε διοργανώσει τον περασμένο Ιούνη στην Αθήνα -στα πλαίσια ανάπτυξης των διεθνιστικών πολιτικών επαφών και σχέσεων- η Ταξική Αντεπίθεση, με τη συμμετοχή του συντρόφου Αntonio P. (πρώην πολιτικού κρατούμενου για τη δράση των Ερυθρών Ταξιαρχιών). Οι εισηγήσεις εκείνου του διημέρου είναι δημοσιευμένες στο espivblog της ΤΑ ενώ στο τελευταίο τεύχος της πολιτικής επιθεώρησης ΜΟΛΟΤ υπάρχει, εκτός από την εισήγηση της πρώτης ημέρας και μια συζήτηση με τον Αντόνιο και άλλους συντρόφους από την κατάληψη Panetteria του Μιλάνου, που είχαν βρεθεί τον προηγούμενο Ιούνη στην Αθήνα.

Έχουμε την χαρά λοιπόν να βρισκόμαστε απόψε εδώ φιλοξενώντας τον Μαουρίτσιο, έναν σύντροφο, η πολιτική ζωή και η αγωνιστική διαδρομή του οποίου, αποτελούν -χωρίς ίχνος υπερβολής- ένα ζωντανό κομμάτι επαναστατικής προλεταριακής ιστορίας, ή όπως με την σεμνότητα που διακρίνει κάθε ατόφιο αγωνιστή λέει ο ίδιος “μια ακόμα ιστορία από αυτή των πολλών χιλιάδων προλετάριων, που έκαναν εκείνη την περίοδο αυτές τις επιλογές”. Έναν σύντροφο που έμελλε να είναι από το 1974 ο πρώτος πολιτικός κρατούμενος των Ερυθρών Ταξιαρχιών και να μείνει στην ιστορία του διεθνούς επαναστατικού κινήματος ως ο ερυθροταξιαρχίτης που διάβασε την προκήρυξη στην πρώτη δίκη στο Τορίνο, την άνοιξη του 76.

Όσον αφορά αυτή καθαυτή την έκδοση, στο βιβλίο περιλαμβάνεται η απομαγνητοφωνημένη μετάφραση ηχογραφημένων συζητήσεων που έγιναν στην κατάληψη Panetteria από το καλοκαίρι ως το φθινόπωρο του 2016. 40 χρόνια μετά, απ’ όταν ο Μαουρίτσιο στο δικαστήριο του Τορίνου γινόταν η συλλογική φωνή των ΕΤ προς το προλεταριάτο και το επαναστατικό κίνημα.

Μια πλούσια διήγηση που πιάνει το νήμα από τα τέλη του ’60 και μετά, κι ιδιαίτερα από τον Μάη του ’68 κι έπειτα, απ’ όταν σηκώθηκε στη Δύση ο επαναστατικός ανεμοστρόβιλος που στην Ιταλία κράτησε για πάνω από 10 χρόνιακαι ειδικά μετά από το εργατικό “θερμό” φθινόπωρο του ’69, σημάδεψε ανεξίτηλα όλα τα πεδία της ταξικά διαιρεμένης κοινωνίας, αγγίζοντας και επηρεάζοντας το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων. Μια διήγηση που διατρέχει την ιδεολογική και υλική συνέχεια, την κόκκινη κλωστή που δένει τις ΕΤ με τους παρτιζάνους της προδομένης αντιφασιστικής Αντίστασης της δεκαετίας του ’40 και τους πρώτους αντάρτικους σχηματισμούς της δεκαετίας του 60, με τους GAP και τον Φελτρινέλι, με τη νέα εργαζόμενη βάρδια και την προλεταριακή νεολαία, αρχικά στα εργοστασιακά κάτεργα και τις λαϊκές συνοικίες του Μιλάνου και στη συνέχεια στον υπόλοιπο βορρά και τις άλλες ιταλικές μητροπόλεις. Αλλά και την έντονη επιρροή που θ’ ασκηθεί από το διεθνές πλαίσιο, από τους αντιαποικιακούς αγώνες, από τα “10, 100, 1000 Βιετνάμ”, από την ανάλυση και την δραστηριοποίηση της RAF που έφερνε, όπως και οι Weathermen στις ΗΠΑ, τον πόλεμο πίσω στις καπιταλιστικές-ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις καθώς και την καθοριστική επιρροή από τα γραπτά των Τουπαμάρος, του Μαριγκέλα, του Τσε, του Μάο.

Παράλληλα, το πείραμα “ειρηνικού περάσματος στο σοσιαλισμόθα πνιγεί στο αίμα του λαού της Χιλής από την αμερικανοκίνητη στρατιωτική δικτατορία του Πινοσέτ, την πρώτη νεοφιλελεύθερη χούντα με τα εγχειρίδια της σχολής του Σικάγου, από τις πολλές που θα επιβάλει από τότε κι έπειτα ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός –μέσω και των “προγραμμάτων δημοσιονομικής προσαρμογής” του ΔΝΤ- σε χώρες της καπιταλιστικής περιφέρειας, αποδεικνύοντας -για άλλη μια φορά στην πράξη- ότι η αστική Τάξη δεν πρόκειται ποτέ να παραδώσει αναίμακτα την Εξουσία της. Μέσα σ’ αυτή τη συνθήκη, τα πολιτικά συμπεράσματα γίνονταν υλικά και συμπυκνώνονταν στο πρόταγμα μάχης:

η πολιτική εξουσία έρχεται από την κάννη ενός τουφεκιού. Ποτέ ξανά χωρίς τουφέκι!

Η έκδοση περιλαμβάνει επίσης μια συζήτηση μαζί του εστιασμένη στο σήμερα, καθώς και μια συνέντευξή του στον μακροβιότερο πολιτικό κρατούμενο των ελληνικών φυλακών Δημήτρη Κουφοντίνα, το καλοκαίρι του 2014, όταν ο Μαουρίτσιο είχε βρεθεί και πάλι εδώ στην Αθήνα, καλεσμένος-ομιλητής στην εκδήλωση αλληλεγγύης με θέμα «οι μάχες του χθες, οι προκλήσεις του σήμερα» ενώ ολοκληρώνεται με την μετάφραση ιστορικών κειμένων από την περίοδο 1974-81, των Ερυθρών Ταξιαρχιών και όχι μόνο, από μέσα κι έξω από τις φυλακές.

Ο Μαουρίτσιο στη διήγηση του διανύει από τις απαρχές τους, τις συνθήκες της ριζοσπαστικοποίησηςστα εργοστάσια, στις συνοικίες, στις φυλακές– τις μορφές της πολιτικής συγκρότησης, τους -μαζικούς και τους συνωμοτικούς- όρους της ταξικής οργάνωσης μέσα κι έξω από τους χώρους δουλειάς, την προέλαση και την ακμή, την οπισθοχώρηση και την πτώση της τελευταίας μαζικής και πολιτικά οργανωμένης επαναστατικής απόπειρας του προλεταριάτου στην Ευρώπη κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα.

Τα στοιχεία που ακολουθούν είναι χαρακτηριστικά και καταγράφουν ανάγλυφα την ένταση και την έκταση αυτής της επαναστατικής απόπειρας, της οποίας οι Ερυθρές Ταξιαρχίες -μια από τις μαζικότερες και μακροβιότερες ένοπλες κομμουνιστικές οργανώσεις του δυτικοευρωπαϊκού Αντάρτικου- αποτέλεσαν αναπόσπαστο και καθοριστικό κομμάτι.

Από το 1969 και μέχρι το 1989 διώχθηκαν και φυλακίστηκαν, κατηγορούμενοι για γεγονότα σχετιζόμενα με την ένοπλη πάλη, 4.087 άνθρωποι. Τα μέλη των κομμουνιστικών και αναρχικών ένοπλων οργανώσεων που είτε δολοφονήθηκαν κατά τη διάρκεια ένοπλων συμπλοκών, είτε εκτελέστηκαν εν ψυχρώ από τα κρατικά κατασταλτικά σώματα, είτε πέθαναν στις φυλακές ή την πολιτική εξορία ανέρχονται σε 68. Οι νεκροί κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων –δολοφονημένοι κυρίως από τις ειδικές δυνάμεις– υπολογίζονται ανάμεσα σε 40 και 50 ενώ άλλοι τόσοι είναι οι σύντροφοι και οι συντρόφισσες που έχασαν τη ζωή τους από τα φασιστικά τάγματα εφόδου. Έπειτα, οι σφαγές του Κράτους μέσω της αδιάκριτης τοποθέτησης βομβών σε πλατείες, σιδηροδρομικούς σταθμούς και αμαξοστοιχίες προκάλεσαν το θάνατο σε τουλάχιστον 140 άτομα. Για κανέναν απ’ όλους αυτούς του νεκρούς, το αστικό Κράτος δεν ανέλαβε ποτέ καμία πολιτική ευθύνη επιλέγοντας να κινηθεί με βάση τη συσκότιση, τη διαστρέβλωση, τον αποπροσανατολισμό.

Από την άλλη πλευρά αντίθετα, η ένοπλη πάλη κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου αποτέλεσε την πηγή του θανάτου –είτε μέσω εκτελέσεων είτε λόγω ατυχημάτων– για 131 άτομα και γι’ όλες αυτές τις ενέργειες υπήρξε διεκδίκηση ή ανάληψη της πολιτικής ευθύνης. Και αυτό από μόνο του είναι ένα στοιχείο το οποίο μαρτυράει πολλά για την άβυσσο που χωρίζει την αγωνιστική-επαναστατική ηθική από την αστική-κρατική ηθικολογία περί του δήθεν “σεβασμού της υπέρτατης αξίας της ανθρώπινης ζωής” .

Λέει ο Μαουρίτσιο σε κάποιο σημείο της διήγησης του: θέλω να υπενθυμίσω εδώ πως εκείνη την περίοδο σε καμία περίπτωση οι ΕΤ δεν ήταν διαχωρισμένες από τις μάζες μιας και στην ουσία η οργάνωση απαρτιζόταν από εργάτες και όχι από κάποιου είδους διανοούμενους. Στην ουσία η οργάνωση σμιλεύτηκε από τις εμπειρίες μας μέσα στα εργοστάσια -εκεί μέσα επιλέξαμε να αγωνιστούμε και να γίνουμε ερυθροταξιαρχίτες, ήμασταν θα έλεγα τα προϊόντα της Τάξης μας. Και έπειτα διαπιστώνει: “Οι ΕΤ πέθαναν όταν έχασαν την επαφή με τα εργοστάσια”.

Αυτήν την αναντίρρητη ιστορική-πολιτική αλήθεια προσπαθεί να σκεπάσει η αστική-μηντιακή βιομηχανία παραγωγής “μυστηρίου” και συνωμοσιολογικού θεάματος περί “τηλεκατευθυνόμενων Ταξιαρχιών”, μια βιομηχανία παραπληροφόρησης και λάσπηςκυρίως γύρω από την επιχείρηση Μόρο- που συντηρεί στη γειτονική χώρα ως τις μέρες μας πολιτικές, ακαδημαϊκές, εκδοτικές και δημοσιογραφικές καριέρες.

Μια αλήθεια άβολη, καταδικασμένη στη λήθη, τόσο από την “προοδευτική” διανόηση που με περίσσια αστική υπεροψία, δεν μπορεί να πιστέψει ότι “οι εργάτες μπορούν να φτάσουν σε τέτοια επίπεδα πολιτικής συγκρότησης και επιχειρησιακής οργάνωσης χωρίς να έχουν καθοδηγητές-καθηγητές”, όσο και από τους φιλελελευθεριακούς κύκλους, που ερμηνεύουν κατά το δοκούν και ξορκίζουν τις ένοπλες επιλογές εκείνης της περιόδου, και ειδικότερα την ένοπλη πολιτική των ΕΤ, το πέρασμα από τη σύγκρουση στο πεδίο Εργασίας-Κεφαλαίου στο συνολικότερο πεδίο της επίθεσης στην καρδιά του Κράτους, ως κάτι το ξεκομμένο (φορεμένο από τα έξω και από τα πάνω) και εν τέλει καταστρεπτικό, για το εργατικό και το ευρύτερο ανταγωνιστικό-επαναστατικό κίνημα.

Μια διήγηση άβολη αυτή του Μαουρίτσιο, για την αστική Εξουσία και την ιστοριογραφία της, μια αλήθεια που μαρτυρά ότι τον πόλεμο τον είχε ήδη κηρύξει το ίδιο το αστικό Κράτος –που πολιτικά συμπυκνωνόταν στο κόμμα-καθεστώς της Χριστιανοδημοκρατίας, και οι ευρωαντλαντικοί σύμμαχοι και προστάτες του: με την αστυνομική βία που ήδη είχε αρχίσει ν’ αφήνει νεκρούς στους δρόμους απεργούς εργάτες, αντιφασίστες και άλλους αγωνιστές, με τη Στρατηγική της Έντασης, ή σωστότερα με τις στρατηγικές της έντασης, με τη νατοϊκή ομπρέλα των δικτύων Gladio και Stay Behind, με τις απόπειρες πραξικοπήματος στη μοναδική –εκείνη την περίοδο–, μαζί με τη Γαλλία, αστική-κοινοβουλευτική δημοκρατία της ευρωπαϊκής Μεσογείου, με τη χρησιμοποίηση και αξιοποίηση των φασιστών ως αυτουργούς στις σφαγές του Κράτους, από την βομβιστική επίθεση στην πλατεία Φοντάνα του Μιλάνου το Δεκέμβρη του ’69 κι έπειτα, με τη συμβολή και Ελλήνων φασιστών παρακρατικών της χούντας (σε μια περίοδο όπου το ιταλικό επαναστατικό κίνημα συμπαραστεκόταν έμπρακτα στις ελληνικές αντιδικτατορικές οργανώσεις και τα μέλη τους).

Σ‘ αυτήν την κήρυξη πολέμου –σ’ αντίθεση και ρήξη με τη γραμμή συναίνεσης και ενσωμάτωσης του ιταλικού ΚΚ, του μεγαλύτερου KK της δυτικής Ευρώπης και του ιστορικά συμβιβασμένου αυτοαποκαλούμενου ευρωκομμουνισμού (ιδεολογικό πρόγονο του οποίου αποτελεί και η εγχώρια μνημονιακή-νατοϊκή κυβερνώσα ευρωαριστερά του κεφαλαίου)– απ’ την άλλη πλευρά του οδοφράγματος, από το Δεκέμβρη του 69 και καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του ’70, χιλιάδες άντρες και γυναίκες του εργαζόμενου λαού και της προλεταριακής νεολαίας, απάντησαν και με τα όπλα, και αγωνίστηκαν –από τις γραμμές των ΕΤ και των υπόλοιπων ένοπλων οργανώσεων και αυτόνομων ομάδων του κινήματος- πιστεύοντας βαθιά ότι μπορούν να κάνουν στην Ιταλία, στην συνοριογραμμή της μεταπολεμικής πυρηνικής “ειρήνης”, σ’ ένα από τα ευρωατλαντικά φυλάκια της Μεσογείου, σ‘ ένα από τα δυτικοευρωπαϊκά καπιταλιστικά κέντρα, εν μέσω “ψυχρού πολέμου”, την κομμουνιστική Επανάσταση. Σε μια ιστορική περίοδο που θα μπορούσε να ειπωθεί ότι οι πάνω δεν μπορούσαν να κυβερνήσουν όπως πριν και οι κάτω δεν ήθελαν πλέον να κυβερνηθούν. Σε μια περίοδο με την εργατική Τάξη, με τους αόρατους και της γης τους κολασμένους στο προσκήνιο, με το ανταγωνιστικό-επαναστατικό κίνημα σε ανάπτυξη.

Το 1980 θα χαρακτηριστεί ως η χρονιά της καμπής, η χρονιά που σηματοδοτεί την οπισθοχώρηση, την ήττα για το επαναστατικό κίνημα, αλλά και την εργατική Τάξη συνολικά. Μετά την απώλεια (απόρροια εσωτερικών διαφωνιών και διασπάσεων) της οργανωτικής-επιχειρησιακής ενότητας των ΕΤ, η οποία για χρόνια ανατρίχιαζε το καθεστώς, και με το μαζικό κίνημα σε υποχώρηση, με τον γραφειοκρατικό καθεστωτικό συνδικαλισμό του ΚΚ του Μπερλιγκουέρ να έχει ανακτήσει μερικά τον έλεγχο, καταδίδοντας και καταστέλλοντας -μέσα κι έξω από τα εργοστάσια- την αυτόνομη εργατική οργάνωση, η αστική Τάξη και το Κράτος της θα περάσουν στην αντεπίθεση: στη FIAT οι απολύσεις δεκάδων πρωτοπόρων αγωνιστών εργατών θ’ ανοίξουν το δρόμο στην αναδιάρθρωση, στις μαζικές απολύσεις, τις διαθεσιμότητες και την συνολική υποτίμηση της αξίας της εργατικής δύναμης. Στις φυλακές -παρά τους πολύχρονους αιματηρούς συλλογικούς αγώνες, παρά τις εξεγέρσεις, ακόμα και με την ολοκληρωτική καταστροφή ειδικών φυλακών, από τις Επιτροπές Αγώνα των πολιτικών και κοινωνικών κρατουμένων- το Κράτος θα καταφέρει να επιβάλει την εξοντωτική “κανονικότητα” των ειδικών φυλακών και των ειδικών συνθηκών κράτησης. Αναπόσπαστο κομμάτι του καθεστώτος έκτακτης ανάγκης θ’ αποτελέσουν και οι νόμοι περί “διαχωρισμού και μετάνοιας”, οι οποίοι και θα φροντίσουν για τα υπόλοιπα. Το κλείσιμο του συγκεκριμένου κύκλου Αγώνα θα έρθει -για χιλιάδες αγωνιστές και αγωνίστριες- με τρόπο οδυνηρό, τραγικό, ενίοτε απάνθρωπο και ανθρωποφάγο.

Ένας από τους συντρόφους του Μαουρίτσιο, ο τεχνικός στη Sit Siemens του Μιλάνου Μάριο Μορέττι είχε πει: δεν ζηλεύω τη θέση των “μετανοημένων”. Δεν θα ήθελα να ζω με τους εφιάλτες τους” ενώ ένας άλλος σύντροφός τους, ένας “αγρότης στη Μητρόπολη”, ο Πρόσπερο Γκαλινάρι είχε γράψει: “τέλος μιας ιστορίας. Η Ιστορία συνεχίζεται”…

Ο εχθρός που πολέμησε ο Μαουρίτσιο, οι σύντροφοι και οι συντρόφισσες του, το Ιμπεριαλιστικό Κράτος των Πολυεθνικών (SIM) –ή όπως κι αν θέλει να τον ονομάσει κάποιος είναι ακόμα εδώ: συνεχίζει να καταδυναστεύει τις ζωές και να επιδεινώνει διαρκώς τις συνθήκες επιβίωσης για τα δισεκατομμύρια των προλετάριων, των ξεριζωμένων, των απόκληρων και των απόβλητων του καπιταλιστικού κάτεργου και του ιμπεριαλιστικού σφαγείου.

Στη Δύση το καθεστώς έκτακτης ανάγκης αποτελεί ήδη μονιμοποιημένη συνθήκη, ενώ οι περιφερειακές πολεμικές συγκρούσεις -από την Ουκρανία και τη Συρία μέχρι την Υεμένη- πυκνώνουν πάνω απ όλη την ανθρωπότητα τα σύννεφα ενός ενδεχόμενου γενικευμένου πολέμου. Εδώ στην Ελλάδα, η καπιταλιστική επέλαση και το ιμπεριαλιστικό αλυσόδεμα εντείνονται, με την μνημονιακή συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ –μέσα στα πλαίσια των οξυμένων ενδοαστικών-ενδοιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών στα Βαλκάνια και την ανατολική Μεσόγειο- να καθιστά τη χώρα, σε προκεχωρημένο φυλάκιο-ορμητήριο των ΗΠΑ-ΝΑΤΟ και να βαθαίνει την στρατηγική συνεργασία με το κράτος-δολοφόνο του Ισραήλ. Την ίδια στιγμή, η νατοϊκή αναθέρμανση του Μακεδονικού ζητήματος βγάζει στο δρόμο όλο τον εθνικιστικό εσμό ενώ -όπως σ’ όλη την Ευρώπη και τις ΗΠΑ- ο ρατσισμός και ο πιο δόλιος καπιταλισμός, ο φασισμός σηκώνει και πάλι απειλητικά κεφάλι.

Μέσα σ’ αυτήν την συνθήκη, τα λόγια, οι ιδέες και οι απόψεις που θα μοιραστεί απόψε μαζί μας ο καλεσμένος μας, αποκτούν ακόμα μεγαλύτερη σημασία. Και αυτό, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι ο Μαουρίτσιο -που δίχως ίχνος μετάνοιας μπορεί να κοιτάει τον κόσμο με το κούτελο ψηλά- μετά την αποφυλάκιση του το 2004, μετά από 30 χρόνια εγκλεισμού, συνεχίζει να συμμετέχει στο κίνημα και τους αγώνες των καιρών μας, πληρώνοντας το τίμημα αυτής της βαθύτατα πολιτικής στάσης ζωής και υπενθυμίζοντας χειροπιαστά στο σήμερα τα λόγια της κομμουνίστριας Ρόζας Λούξεμπουργκ: Η Επανάσταση λέει: ήμουν, είμαι και θα είμαι!

Ταξική Αντεπίθεση (Ομάδα Αναρχικών και Κομμουνιστών) | Εκδόσεις ΜΟΛΟΤ

taksiki-antepithesi.espivblogs.net | molot.espivblogs.net

Αθήνα, Γενάρης 2018

σημείωση: αντλήθηκαν στοιχεία από την εισήγηση της Προλεταριακής Πρωτοβουλίας στη βιβλιοπαρουσίαση “Μάριο Μορέττι. Ερυθρές Ταξιαρχίες. Μια Ιταλική Υπόθεση” (εκδόσεις Διάδοση) (Αθήνα, Δεκέμβρης 2016).

ΧΘΕΣ, ΣΗΜΕΡΑ, ΑΥΡΙΟ… Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΛΕΕΙ: HMOYN, EIMAI KAI ΘΑ EIMAI. Διήμερο Εκδηλώσεων 24 & 25 Ioύνη στο Πολυτεχνείο

ΧΘΕΣ, ΣΗΜΕΡΑ, ΑΥΡΙΟ…

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΛΕΕΙ: HMOYN, EIMAI KAI ΘΑ EIMAI.

Διήμερο Εκδηλώσεων 24 & 25 Ioύνη στο Πολυτεχνείο

Σάββατο 24 Ιούνη στις 18.00, ΕΜΠ

Βιντεοπροβολές:

“Κάναμε αυτό που έπρεπε”. Μαρτυρία του Paolo Finardi (Vοlante Rossa)

“Η επανάσταση που έπρεπε να έρθει, η επανάσταση που θα έρθει”

Santa Libera, Αύγουστος 1946. Μαρτυρία του Giovanni Gerbi (Volante 808)

Εκδήλωση: σχέσεις ανάμεσα στην Αντίσταση ενάντια στο φασισμό και τις εμπειρίες του επαναστατικού Αντάρτικου (1970-80).

Με τη συμμετοχή αγωνιστή του επαναστατικού κινήματος, πρώην πολιτικού κρατούμενου για τη δράση των Ερυθρών Ταξιαρχιών.

Τηλεφωνική παρέμβαση του πολιτικού κρατούμενου Δημήτρη Κουφοντίνα.

Κυριακή 25 Ιούνη στις 18.00, ΕΜΠ

Εκδήλωση: Εξαίρεση δικαιωμάτων στις ιταλικές και τις ελληνικές φυλακές. Κινητοποιήσεις και Αγώνες των πολιτικών και των κοινωνικών κρατούμενων.

Τοποθέτηση πρώην πολιτικού κρατούμενου για τη δράση των Ερυθρών Ταξιαρχιών όσον αφορά τις συνθήκες εγκλεισμού και την κρατική καταστολή στην Ιταλία τις δεκαετίες 1980-90 και μια σύντομη ματιά στο σήμερα.

Τηλεφωνικές παρεμβάσεις των πολιτικών κρατουμένων Κώστα Γουρνά, Γιώργου Καραγιαννίδη, Δημήτρη Μπουρζούκου, Κώστα Σακκά, Μάριου Σεϊσίδη.

Ενημέρωση για τις κινητοποιήσεις στις ελληνικές φυλακές.

Παρεμβάσεις από πρώην κοινωνικούς και πολιτικούς κρατούμενους και συλλογικότητες του κινήματος ενάντια στις φυλακές.

Ταξική Αντεπίθεση (Ομάδα Αναρχικών και Κομμουνιστών)

Διήμερο Εκδηλώσεων για τα 70 χρόνια από την ίδρυση του ΔΣΕ: ΕΜΠ (κτίριο Γκίνη) 10 και 11 Φλεβάρη

Η ιστορία του ΔΣΕ είναι η ιστορία μιας λαϊκής επανάστασης! Διήμερο Εκδηλώσεων για τα 70 χρόνια από την ίδρυση του ΔΣΕ, Πολυτεχνείο, κτίριο Γκίνη, 10 και 11 Φλεβάρη

Η ιστορία δεν είναι μια απλή εξάσκηση ακαδημαϊκών γνώσεων και μια απλή αλληλουχία σημαντικών γεγονότων. Η ιστορία είναι το ίδιο το αίμα που ποτίζει το παρόν και το μέλλον μας. Είναι ταμπούρι, είναι προμαχώνας, είναι θέση μάχης στον διεξαγόμενο ταξικό πόλεμο. Η επαναστατική μνήμη δεν είναι νεκρό γράμμα, δεν είναι μαυσωλείο. Είναι ζώσα ιστορία, διδάσκει, πλάθει το παρόν μας και φωτίζει το μέλλον. Από τους αγωνιστές και τις αγωνίστριες του χθες παίρνουμε τη σκυτάλη για να συνεχίσουμε την πάλη για μια κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση, δίχως αφέντες και δούλους. Για μια κοινότητα των ανθρώπινων αναγκών και όχι του αδηφάγου καπιταλιστικού κέρδους. Ακόμα και όταν δεν ταυτιζόμαστε με τους αγώνες του χθες, τιμάμε τη μνήμη τους, πλουτίζουμε τη χλώρη και πλαταίνουμε τη γη στο περιβόλι που μας κληρονομήσαν. Βυθιζόμαστε στις ρίζες του παρελθόντος για να στήσουμε τον κορμό μας ακόμα πιο στέρεα στο παρόν και να υψώσουμε τα κλαδιά μας ακόμα ψηλότερα στο μέλλον. Η κληρονομιά του χθες δεν είναι στάχτη. Είναι ζωντανό κύτταρο της σημερινής μάχης.

Αυτός ο τόπος είναι πλούσιος σε κάστρα αγώνα. Και η ιστορία του Δημοκρατικού Στρατού είναι ένα από αυτά. Η ένοπλη αναμέτρηση που έδωσε ο ΔΣΕ με το μοναρχοφασιστικό αστικό καθεστώς και τους ιμπεριαλιστές προστάτες του (Βρετανούς αρχικά, Αμερικάνους ακολούθως) ήταν η κορυφαία και πιο συγκλονιστική στιγμή της ταξική πάλης στην Ελλάδα. Εκεί που η αστική εξουσία αμφισβητήθηκε στα ίσια και επιδιώχθηκε στην πράξη η συνέχεια και ολοκλήρωση της λαϊκής εποποιίας του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ. Μιας εποποιίας βαθιά ταξικής, πατριωτικής και διεθνιστικής συνάμα, που συμπυκνώθηκε από τους στίχους του αντάρτικου: “Θέλουμε ελεύθερη εμείς πατρίδα και πανανθρώπινη τη λευτεριά”. Η στρατιωτική ήττα του 1949 δεν μειώνει σε τίποτα αυτούς τους ηρωικούς αγώνες. Κάθε ήττα, έλεγε η μεγάλη κομμουνίστρια Ρόζα Λούξεμπουργκ, σφυρηλατεί έναν ακόμα κρίκο στην αλυσίδα των διαδοχικών ιστορικών ηττών που ανοίγουν εν τέλει το πέρασμα για την μεγάλη και οριστική νίκη της κοινωνικής επανάστασης.

Ο κύκλος των εκδηλώσεων που ξεκινάει σήμερα, με αφορμή τα 70 χρόνια από την ίδρυση του ΔΣΕ, ας θεωρηθεί μια μικρή συμβολή στη σφυρηλάτηση της επαναστατικής μνήμης. Μιας μνήμης που μετουσιώνεται σε ζώσα Ιστορία. Και με τα λόγια το Βάλτερ Μπένγιαμιν, ας μετατρέψουμε την ταξική μνήμη σε κάλεσμα των ηττημένων της Ιστορίας για εκδίκηση!

 

Πρόγραμμα εκδηλώσεων

Παρασκευή 10 Φλεβάρη

18:30 Οι γυναίκες στο ΔΣΕ

19:30 Από τη Βάρκιζα στην ίδρυση του ΔΣΕ: ο αγώνας για την ανασυγκρότηση
του επαναστατικού κινήματος στις συνθήκες του μονόπλευρου εμφυλίου πολέμου

Εικαστική εγκατάσταση “Πηνελόπη”: Μια αφήγηση για την πορεία των χιλίων
αόπλων της Ρούμελης
Σάββατο 11 Φλεβάρη

18:30 Ο λαϊκός επαναστατικός πόλεμος 1946-1949

20:30 Η ιστορική παρακαταθήκη του ΔΣΕ


Πρωτοβουλία για την υπεράσπιση της επαναστατικής ιστορίας

Εισήγηση στη Bιβλιοπαρουσίαση “Μάριο Μορέττι. Ερυθρές Ταξιαρχίες. Μια Ιταλική Υπόθεση” (εκδ. Διάδοση)

15230794_1114770031969107_5309129837135912747_n1

Εισήγηση της Προλεταριακής Πρωτοβουλίας στη Bιβλιοπαρουσίαση “Μάριο Μορέττι. Ερυθρές Ταξιαρχίες. Μια Ιταλική Υπόθεση” (εκδόσεις Διάδοση) που πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 3 Δεκέμβρη 2016 στο Ελεύθερο Αυτοδιαχειριζόμενο Θέατρο Εμπρός.

Μέσα στα χρόνια, από διάφορες πλευρές έχει ειπωθεί ότι ο Μάης του ’68 στην Ιταλία κράτησε για πάνω από 10 χρόνια. Αυτή η διαπίστωση επιβεβαιώνεται από την ένταση και τη διάρκεια με την οποία πραγματώθηκε αυτή η απόπειρα για έφοδο στον ουρανό, η τελευταία ίσως μαζική και πολιτικά οργανωμένη επαναστατική απόπειρα του προλεταριάτου στην Ευρώπη κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα.

Τα στοιχεία που ακολουθούν είναι χαρακτηριστικά και καταγράφουν ανάγλυφα την έκταση αυτού του πολιτικού-κοινωνικού φαινομένου: Από το 1969 και μέχρι το 1989 διώχθηκαν και φυλακίστηκαν, κατηγορούμενοι για γεγονότα σχετιζόμενα με την ένοπλη πάλη, 4.087 άνθρωποι. Τα μέλη των κομμουνιστικών και αναρχικών ένοπλων οργανώσεων που είτε δολοφονήθηκαν κατά τη διάρκεια ένοπλων συμπλοκών, είτε εκτελέστηκαν εν ψυχρώ από τα κρατικά κατασταλτικά σώματα, είτε πέθαναν στις φυλακές ή την πολιτική εξορία ανέρχονται σε 68. Οι νεκροί κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων –δολοφονημένοι κυρίως από τις ειδικές δυνάμεις– υπολογίζονται ανάμεσα σε 40 και 50 ενώ άλλοι τόσοι είναι οι σύντροφοι και οι συντρόφισσες που έχασαν τη ζωή τους από τα φασιστικά τάγματα εφόδου. Έπειτα, οι σφαγές του Κράτους μέσω της αδιάκριτης τοποθέτησης βομβών σε πλατείες, σιδηροδρομικούς σταθμούς και αμαξοστοιχίες προκάλεσαν το θάνατο σε τουλάχιστον 140 άτομα. Για κανέναν απ’ όλους αυτούς του νεκρούς, το αστικό Κράτος δεν ανέλαβε ποτέ καμία πολιτική ευθύνη επιλέγοντας να κινηθεί με βάση τη συσκότιση, τη διαστρέβλωση, τον αποπροσανατολισμό.

Από την άλλη πλευρά αντίθετα, η ένοπλη πάλη κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου αποτέλεσε την πηγή του θανάτου –είτε μέσω εκτελέσεων είτε λόγω ατυχημάτων– για 131 άτομα και γι’ όλες αυτές τις ενέργειες υπήρξε διεκδίκηση ή ανάληψη της πολιτικής ευθύνης. Και αυτό από μόνο του είναι ένα στοιχείο το οποίο μαρτυράει πολλά για την άβυσσο που χωρίζει την αγωνιστική-επαναστατική ηθική από την αστική-κρατική ηθικολογία περί του δήθεν “σεβασμού της υπέρτατης αξίας της ανθρώπινης ζωής”.

Αλλά, ας προσπαθήσουμε να πιάσουμε το νήμα από την αρχή. Από το 1968-69 και μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 70 η σύγκρουση θα διαπεράσει εγκάρσια και θα σημαδέψει ανεξίτηλα όλα τα πεδία της ταξικά διαιρεμένης κοινωνίας αγγίζοντας και επηρεάζοντας το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων.

Καταρχήν, στο βασικό πεδίο αντίθεσης κάθε καπιταλιστικής κοινωνίας. Στο πεδίο της αντίθεσης Κεφαλαίου-Εργασίας, η νεαρή εργατική Τάξη –ιδιαίτερα στα μεγάλα εργοστάσια του ιταλικού Βορρά–, γέννημα της εσωτερικής μετανάστευσης των δεκαετιών του 50 και του 60, απαλλαγμένη από την απογοήτευση της προδομένης – από την ηγεσία του Ιταλικού Κ.Κ– επαναστατικής απόπειρας με την πτώση του φασισμού και το τέλος του Πολέμου τη δεκαετία του 40, θα πάψει ν’ αποτελεί αποκλειστικά την εκμεταλλευόμενη Τάξη, την ανθρώπινη καύσιμη ύλη στα καζάνια και τις πρέσες της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης και της καπιταλιστικής ανάπτυξης, και θ’ αναδειχθεί σε πρωταγωνίστρια. Δεν θα διεκδικήσει απλά καλύτερες συνθήκες εργασίας και καλύτερους μισθούς, αλλά θ’ αρχίσει να μην θέλει μόνο ένα κομμάτι ψωμί αλλά ολόκληρο το φουρνάρικο, θ’ αρχίσει ν’ αμφισβητεί συνολικά τις υπάρχουσες σχέσεις εξουσίας και ιεραρχίας μέσα στα εργοστάσια, θ’ αρχίσει ν’ αντιστέκεται στις εκτονωτικές τακτικές και τις αφομοιωτικές επιδιώξεις της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας και αντιλαμβανόμενη τη συλλογική της ισχύ, θα εφεύρει νέες μορφές Οργάνωσης –με πιο χαρακτηριστική εκείνη των Αυτόνομων Συνελεύσεων μέσα στους χώρους δουλειάς. Ακόμη, θ’ ανταπαντήσει στην εργοδοτική βία και εκμετάλλευση με σαμποτάζ της παραγωγής, με άγριες, απροειδοποίητες, παράνομες απεργίες, με παραδειγματική αντιβία ενάντια σε δομές, επιστάτες και προϊσταμένους.

Μέσα σ’ αυτές τις εργατικές απαντήσεις εκείνων των χρόνων, οι οποίες δεν ήταν απλά βίαιες αλλά μαρτυρούσαν συνάμα και την ολοκληρωτική αποξένωση, τη συνολική εχθρότητα απέναντι στο καπιταλιστικό σύστημα, εντοπίζονται οι ρίζες και η κινητήρια δύναμη για τη γέννηση και την ανάπτυξη των Ερυθρών Ταξιαρχιών, εντοπίζονται οι βιωματικές ρίζες και η πολιτική γέννηση και ενός εκ των ιδρυτών τους –του περισσότερο δαιμονοποιημένου, του περισσότερο συκοφαντημένου–, του τεχνικού στη Sit Siemens του Μιλάνου Μάριο Μορέττι.

Η σύγκρουση Τάξης εναντίον Τάξης δε θα μείνει όμως κλεισμένη μέσα στις πύλες των εργοστασίων, μέσα στους χώρους δουλειάς. Θα αναπτυχθεί και θα διαχυθεί: στα σχολειά, τις σχολές και τα πανεπιστήμια, όπου η μαζική πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση θ’ αλλάξει τους συσχετισμούς, θα αμφισβητήσει προγράμματα σπουδών, καθηγητικές και πρυτανικές βαρωνίες, θ’ αντιπαρατεθεί με κανόνες και θέσφατα, και μέσα από μαζικούς αγώνες και νέες –εκείνη την εποχή– μορφές πάλης, όπως η κατάληψη, θ’ αλλάξει την εικόνα για την κοινωνική φιγούρα του σπουδαστή-φοιτητή. Οι ρίζες των Ερυθρών Ταξιαρχιών εντοπίζονται και σ’ αυτό το πεδίο, ιδιαίτερα στη νεοσύστατη τότε σχολή Κοινωνιολογίας του Τρέντο.

Στις συνοικίες των ιταλικών μητροπόλεων, τα εργατικά-λαϊκά στρώματα και το νεανικό προλεταριάτο, με την καθοριστική συμβολή κινηματικών οργανώσεων όπως η Lotta Continua και η Potere Operaio, θ’ αρχίσουν να παίρνουν μόνα τους αυτά που τους ανήκουν και που τους στερούνται. Έτσι, με μαζικές καταλήψεις στέγης, αρνήσεις πληρωμών ενοικίων, απαλλοτριώσεις και επιβολή πολιτικών τιμών σε βασικές υπηρεσίες όπως ρεύμα, νερό, τηλέφωνο και προϊόντα πρώτης (και όχι μόνο) ανάγκης θα θέσουν έμπρακτα το πρόταγμα “όλα είναι κλεμμένα, όλα μας ανήκουν” και θ’ απαντήσουν χειροπιαστά τα θέλουμε όλα! στο ερώτημα τι θέλουμε;

Συγχρόνως, στους χώρους εγκλεισμού οι αγώνες των κρατουμένων, μέσα από τη συνάντηση ποινικών –πολλοί απ’ τους οποίους θα πολιτικοποιηθούν εντός των τειχών– με τους πολιτικούς κρατούμενους που είχαν αρχίσει να γεμίζουν τις φυλακές αλλά και με τη μαζική και αμέριστη αλληλεγγύη εκτός των τειχών, θα καταφέρουν ν’ ανοίξουν ρήγματα και μέσα από κινητοποιήσεις, εξεγέρσεις και αποδράσεις να καταστήσουν ορατούς στο κοινωνικό πεδίο τους πλέον αποκλεισμένους από τους αποκλεισμένους, τους φυλακισμένους και τις φυλακισμένες.

Από τη γυναικεία χειραφέτηση και τις σχέσεις των δύο φύλων, μέχρι το ρόλο της ψυχιατρικής στην καπιταλιστική κοινωνία και τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων, τίποτα δεν έμεινε ανέγγιχτο από τον ανατρεπτικό-επαναστατικό ανεμοστρόβιλο που σηκώθηκε στην Ιταλία της δεκαετίας του ’70.

Η ιστορία των Ερυθρών Ταξιαρχιών, η ιστορία που διηγείται ο Μάριο Μορέττι διηγούμενος τη ζωή του, τις επιλογές του και εκείνες των συντρόφων του και των συντροφισσών του, αποτελεί αναμφισβήτητα ένα κομμάτι –ίσως το πλέον δαιμονοποιημένο, ίσως το πλέον συκοφαντημένο– εκείνου του ανεμοστρόβιλου.

Για να το πούμε με τα λόγια ενός από τους πρωταγωνιστές της οικοδόμησης της προλεταριακής αυτονομίας και μετέπειτα ταξιαρχίτη, του Σαλβατόρε Ριτσιάρντι:

Το κίνημα στο οποίο συμμετείχα και για το οποίο μιλάμε τώρα ήταν ένα φουσκωμένο ποτάμι αρκετά συμπαγές, αν και κολυμπούσαν μέσα του πάρα πολλά ψάρια με διαφορετικά χρώματα, διαφορετικές ιδέες και πρακτικές, συχνά εναντιωματικά μεταξύ τους. Η διαδρομή αυτού του ποταμού στόχευε στη ριζική αλλαγή του υπάρχοντος, στην αποκαθήλωση του καπιταλιστικού συστήματος και τους Κράτους του, στην οικοδόμηση μιας άλλης κοινωνίας που έπρεπε να εφευρεθεί, βασισμένη όμως στην άμεση δημοκρατία του προλεταριάτου. Ονομάζαμε αυτήν την διαδρομή “κομμουνισμό”. Μια επαρκής προοπτική για να συνεχίσουμε να κολυμπάμε όλοι και όλες μέσα στο ίδιο ποτάμι και προς τη ίδια κατεύθυνση. Και οι ένοπλες οργανώσεις δεν ήταν άλλο από χώροι αυτού του ίδιου του ποταμιού. Δεν υπήρξε, ούτε θα μπορούσε να υπάρξει, ούτε “κεντρική δομή” ούτε “ένας και μοναδικός εγκέφαλος”. Ήμασταν όλοι σκεπτόμενα μυαλά, γι’ αυτό παράγαμε πάρα πολλά όμορφα και ανατρεπτικά πράγματα”.

Η χρήση της βίας, η ένοπλη επιλογή εκείνα τα χρόνια δεν αποτελούσε μια μειοψηφική επιλογή στο εσωτερικό του Κινήματος, δεν αποτελούσε μια ξέχωρη και δυσνόητη επιλογή για τα εργατικά-λαϊκά στρώματα και κυρίως για το νεανικό προλεταριάτο. Ο ίδιος ο Μορέττι λέει ότι “όποιος πήρε τα όπλα αισθανόταν αμφισβήτηση, ήταν αμφισβήτηση. Και δεν ήταν μονάχα μια χούφτα. Και η ιστορία κατά κάποιον τρόπο τους δικαίωσε: εκείνα τα χρόνια η αμφισβήτηση ή ήταν ένοπλη ή δεν υπήρχε”.

Κάπου εδώ, ας αναφέρουμε το γεγονός ότι για το ανατρεπτικό-επαναστατικό κίνημα της συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου στην Ιταλία υπάρχει πλέον στην ελληνική γλώσσα μια διόλου ευκαταφρόνητη, αν και όχι πλήρης βιβλιογραφία. Θεωρητικές αναλύσεις, συνεντεύξεις, μονογραφίες, προκηρύξεις, μαρτυρίες, με κατατεθειμένες υποκειμενικές τοποθετήσεις που συνηγορούν ή και ξορκίζουν συγκεκριμένες πολιτικές αντιλήψεις και πρακτικές.

Μια πρωτόλεια πηγή για τα ίδια τα κείμενα των Ερυθρών Ταξιαρχιών στην ελληνική γλώσσα που έχει κατά τη γνώμη μας μια ιδιαίτερη σημασία και βαρύτητα, αφού εκεί μπορεί να βρεθεί αυτούσιος ο ίδιος ο λόγος και οι θέσεις της Οργάνωσης σε μια κρίσιμη καμπή της διαδρομής της, πιο συγκεκριμένα την περίοδο της επιχείρησης Μόρο, αποτελεί το έκτακτο τεύχος με τίτλοΙταλία: αναφορά στο λαϊκό κίνημα” της κινηματικής ιδεολογικής-πολιτικής επιθεώρησης Αντιπληροφόρηση που είχε κυκλοφορήσει στην Αθήνα στα μέσα του 1978, το οποίο περιλαμβάνεται στους τόμους που είχαν κυκλοφορήσει πριν μερικά χρόνια από τις εκδόσεις Γραφές.

Σ’ αυτό το πλαίσιο ας αναφερθεί ότι οι εκδόσεις Διάδοση, με τις οποίες η Προλεταριακή Πρωτοβουλία έχει την τύχη να συμπορεύεται μέσα από το κινηματικό εκδοτικό εγχείρημα Los Solidarios, συμπληρώνοντας με την κυκλοφορία του συγκεκριμένου βιβλίου του Μάριου Μορέττι, μια άτυπη τριλογία βιογραφικών έργων τριών μαχητών με ιδιαίτερο βάρος στην γέννηση και την πορεία των Ερυθρών Ταξιαρχιών, είχαν προηγηθεί εκείνα του Ρενάτο Κούρτσιο και του Πρόσπερο Γκαλλινάρι, έχουν συμβάλει σημαντικά στο μέτρο των δυνατοτήτων τους στο να γίνει προσβάσιμο ένα ακόμα κομμάτι αυτής της ιστορίας, ένα κομμάτι ιστορίας του διεθνούς ανατρεπτικού-επαναστατικού κινήματος.

Το 1993 λοιπόν, 12 χρόνια μετά τη σύλληψη του και 15 χρόνια μετά την επιχείρηση Μόρο, ο Μορέττι –μέσα από τη συγκεκριμένη συνέντευξη στις δημοσιογράφους Ροσσάνα Ροσσάντα (από τα ιδρυτικά μέλη της αριστερής εφημερίδας il Manifesto) και Κάρλα Μόσκα– επιλέγει να μιλήσει για τη ζωή του, για τη ζωή των Ερυθρών Ταξιαρχιών, χωρίς να φοβάται την αναμέτρηση με τη διαδρομή του και τη διαδρομή της οργάνωσης του.

Μιλώντας για τις ιδεολογικές αναφορές και τις πολιτικές αντιλήψεις, βγαλμένες από το οικογενειακό άλμπουμ τoυ ιταλικού και του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, όπως διαπίστωνε ήδη από το ’78 η Ροσσάντα, με βάση τις οποίες σχηματίστηκε, έδρασε και αναπτύχθηκε μια από τις μαζικότερες και μακροβιότερες ένοπλες κομμουνιστικές οργανώσεις του δυτικοευρωπαϊκού Αντάρτικου, ο Μορέττι μιλάει για το πέρασμα από την αντίληψη της αμυντικής αντιβίας στην αντίληψη της επιθετικής βίας, που δεν αρκείται στην ένοπλη υπεράσπιση του εδάφους που έχει φτάσει ο μαζικός αγώνας, που μέσα στο διεθνές ψυχροπολεμικό πλαίσιο, εντοπίζει τον εχθρό στο Ιμπεριαλιστικό Κράτος των Πολυεθνικών –σε εποχές που η “παγκοσμιοποίηση” δεν είχε γίνει ακόμη ένας όρος του συρμού για την ακαδημαϊκή και όχι μόνο διανόηση που κατά τ’ άλλα αφόριζε την ταξιαρχίτικη ανάλυση σαν ξύλινη και κατά συνέπεια δρα και στοχεύει την καρδιά του Κράτους.

Διηγούμενος τη γέννηση των πρώτων εργοστασιακών ταξιαρχιών στο Βορρά και την ανάπτυξη τους σ’ όλες σχεδόν τις μητροπόλεις και τις βιομηχανικές ζώνες της Ιταλίας, ο Μορέττι ιστορεί τον τρόπο με τον οποίο η Οργάνωση γίνεται, ή μάλλον προσπαθεί να γίνει Μαχόμενο Κόμμα. Μιλάει με άλλα λόγια για το πέρασμα από τη σύγκρουση στον πόλεμο. Έναν πόλεμο, που ήδη είχε κηρύξει το αστικό Κράτος –που πολιτικά συμπυκνωνόταν στο κόμμα-καθεστώς της Χριστιανοδημοκρατίας, το οποίο κυβερνούσε αδιάλειπτα και με διάφορους ανά περιόδους εταίρους, καθ’ όλη τη διάρκεια της μεταπολεμικής περιόδου– και οι ευρω-αντλαντικοί σύμμαχοι και προστάτες του, ένα πόλεμο που είχε κηρυχθεί με τη Στρατηγική της Έντασης, με τη νατοϊκή ομπρέλα των δικτύων Gladio και Stay Behind, με τις απόπειρες πραξικοπήματος στη μοναδική –εκείνη την περίοδο– αστική-κοινοβουλευτική δημοκρατία της ευρωπαϊκής Μεσογείου, με τη χρησιμοποίηση και αξιοποίηση των φασιστών ως αυτουργούς στις σφαγές του Κράτους.

Έναν πόλεμο που όπως αναφέρει και ο Πρόσπερο Γκαλινάρι, από την άλλη πλευρά του οδοφράγματος διεξήγαγαν κάνοντας πολιτική και με τα όπλα, χιλιάδες άντρες και γυναίκες της ιταλικής αριστεράς που από τις αρχές της δεκαετίας του 70 –σ’ αντίθεση με τη γραμμή συναίνεσης του “μεγαλύτερου K.K της δυτικής Ευρώπης” και του ιστορικά συμβιβασμένου ευρωκομμουνισμού του– πίστεψαν ότι μπορούν να κάνουν, στην Ιταλία, στα σύνορα του “ελεύθερου” καπιταλιστικού κόσμου με το “σιδηρούν παραπέτασμα”, την κομμουνιστική Επανάσταση. Χιλιάδες άντρες και γυναίκες που αγωνίστηκαν πιστεύοντας βαθιά –και κατά κάποιο τρόπο, όχι άδικα– ότι ζούσαν σε μια ιστορική περίοδο που οι πάνω δεν μπορούσαν να κυβερνήσουν όπως πριν και οι κάτω δεν ήθελαν πλέον να κυβερνηθούν.

Ο Μορέττι μέσα σ’ αυτήν τη συνολική δημόσια τοποθέτηση του, αρκετά χρόνια μετά τη φυλάκιση του και αφού προηγουμένως το 1987 μαζί με συντρόφους του έχει σηκώσει το βάρος της δημόσιας παραδοχής για το κλείσιμο του συγκεκριμένου κύκλου ένοπλου αγώνα, δεν αποφεύγει ν’ απαντήσει σε δύσκολες ερωτήσεις, δεν αποφεύγει ν’ αναμετρηθεί με τις αντιφάσεις, τις ελλείψεις και τις αντιθέσεις που οδήγησαν στο κλείσιμο του κύκλου, με τρόπο οδυνηρό, τραγικό, ενίοτε απάνθρωπο και ανθρωποφάγο.

Εξηγεί από τη δική του σκοπιά τις πολιτικές-επιχειρησιακές επιλογές και στοχεύσεις της Οργάνωσης και της ηγεσίας της, την πολιτική ενότητα που είχε παραμείνει επί μακρών ανέπαφη εντός και εκτός των τειχών όπως και το χάσμα που άνοιγε η συνθήκη του εγκλεισμού ανάμεσα σε μακροχρόνια φυλακισμένους και “παράνομους” ταξιαρχίτες που δρούσαν σ’ όλη τη χώρα, χωρίς να παραλείψει να θυμίσει ότι η απόφαση για την εκτέλεση του Μόρο, ήταν ομόφωνη και πάρθηκε με τη σύμφωνη γνώμη όλων των εκατοντάδων –φυλακισμένων και μη– μελών της Οργάνωσης, με δύο μόλις διαφωνίες τις οποίες ο ίδιος χαρακτηρίζει παράδοξες. Επίσης με πρόδηλη απλότητα αναφέρεται σε υπαρκτά συμβάντα αλλά και αποδομεί μυθεύματα με τα οποία τράφηκε και συνεχίζεται ως τις μέρες μας να τρέφεται από πολλές πλευρές η συνωμοσιολογική βιομηχανία των υποτιθέμενων “μυστηρίων γύρω την υπόθεση Μόρο” –με πλέον κατάπτυστες και χυδαίες εκείνες των αναβαπτισμένων στη κρατική και χριστιανική κολυμπήθρα πρώην ταξιαρχιτών που επέλεξαν να βρωμίσουν το παρελθόν τους λασπώνοντας τον Μορέττι, και όχι μόνο, ως τον “κατεξοχήν σκοτεινό”, ως τον “μεγάλο ύποπτο”. Μυθεύματα που δεν αποσκοπούν μονάχα στο να υπερασπιστούν στο διηνεκές το αποκλειστικό δικαίωμα του Κράτους στην άσκηση βίας, αλλά κυρίως θέλουν να θάψουν την πολιτική-ιστορική αλήθεια που κραυγάζει το αυτονόητο: μια ένοπλη κομμουνιστική Οργάνωση, αποτελούμενη από άνδρες και γυναίκες του εργαζόμενου λαού, στα τέλη της δεκαετίας του 1970, απαγάγοντας, δικάζοντας και καταδικάζοντας σε θάνατο έναν από τους κυριότερους πολιτικούς εκπροσώπους της αστικής Εξουσίας, δίκαζε και καταδίκαζε σε θάνατο την ίδια την αστική Εξουσία. Μπορεί κάποιος να διαφωνεί μ’ αυτήν την επιλογή, αλλά αν δε θέλει να κρυφτεί πίσω από το δάχτυλο του, τα πέπλα μυστηρίου και τη συκοφάντηση, οφείλει να αναγνωρίσει τις προθέσεις της.

Ο Μορέττι δεν φοβάται ν’ αρθρώσει τη λέξη ήττα υπογραμμίζοντας ότι “η πραγματική ήττα δεν είναι όταν χάνεις, αλλά όταν χάνεις την πεποίθηση ότι μπορείς να νικήσεις”. Στο κομμάτι της αυτοκριτικής δεν μασάει τα λόγια του, δεν αγιογραφεί το Αντάρτικο, ούτε τους αντάρτες πόλης. Απαριθμεί με πίκρα τις διασπάσεις και τον κατακερματισμό που ακολούθησε, σπάζοντας την πολυθρύλητη Οργανωτική Ενότητα που για χρόνια ανατρίχιαζε το καθεστώς, στερώντας τη δυνατότητα συλλογικής διεκδίκησης της συνολικής διαδρομής και της πολιτικής ταυτότητας από την οποία αυτή είχε προκύψει. Μιλώντας από τη θέση εκείνου που ούτε “μετανόησε” ούτε διαχωρίστηκε, λέει ότι μέσα από τη “μετάνοια” δηλαδή την κατάδοση “δεν υπάρχουν πια ένοχοι και αθώοι αλλά ένοχοι καταδότες που έχουν ομολογήσει και αμετανόητοι” και δεν παραλείπει να συμπληρώσει “δεν ζηλεύω τη θέση των “μετανοημένων”. Δεν θα ήθελα να ζω με τους εφιάλτες τους”. Παρ’ όλα αυτά, σε πολιτικό-ιστορικό επίπεδο θεωρεί ακόμα πιο επιζήμιο τον διαχωρισμό, αφού μέσα απ’ τον διαχωρισμό δεν ομολογούταν απλώς και εν’ αναμονή ευεργετημάτων ένα ενδεχομένως κατανοητό “κάναμε λάθος” αλλά κάτι πολύ πιο πολύ βαρύ που δεν δικαιολογείται από καμιά ήττα, ομολογείται –όχι πάντα και τόσο– εκλεπτυσμένα ότι η άλλη πλευρά, το κράτος, το κεφάλαιο, είχε δίκιο. “Ο διαχωρισμός –λέει ο Μορέττι– αρνείται μια ιστορία, καταστρέφει μια συλλογική ταυτότητα[…]Οι διαχωρισμένοι επιλέγουν να θέσουν τη δική μας ιστορία, εκτός Ιστορίας”.

Στο κλείσιμο αυτής της βιογραφικής συνέντευξης, οι δημοσιογράφοι ρωτάνε τον κομμουνιστή που ίσως όσο κανέναν άλλον δεν θυμούνται με τόσο δίκαιο τρόμο οι αστοί στην Ιταλία του ύστερου 20ου αιώνα: “Μέχρι τώρα βίωσες τη φυλακή και τη διάλυση της μνήμης. Αν ένας κακός άγγελος σου προσέφερε σε ένα πιάτο ελευθερία και λήθη και σε ένα άλλο φυλακή και μνήμη, ποιο θα προτιμούσες;”. Και εκείνος, όπως και τόσοι άλλοι πριν αλλά και μετά απ’ αυτόν, ακόμα και τώρα που μιλάμε, που δεν φοβούνται να δωρίσουν τη ζωή τους, να προσφέρουν τα χρόνια τους και να “λερώσουν τα χέρια τους”, σ’ όλους τους καιρούς, σ’ όλους τους τόπους για το “πέρασμα από την προϊστορία στην ιστορία της ανθρωπότητας, από το βασίλειο της αναγκαιότητας στο βασίλειο της ελευθερίας” απαντάει με βαθιά ανθρωπιά και απαράμιλλη νηφαλιότητα: “Δεν υπάρχουν τόσο καταχθόνιοι άγγελοι, μονάχα οι άνθρωποι σου προσφέρουν δύο εξίσου οδυνηρούς τρόπους για να πεθάνεις. Επομένως θα του έλεγα: δώσε μου ελευθερία και μνήμη. Αν δεν είσαι ικανός για κάτι τέτοιο, αγαπητέ μου άγγελε, τότε πετάς χαμηλά, δεν φτάνεις καν στο ύψος της δικής μας ήττας”.

Προλεταριακή Πρωτοβουλία

(μέλος του κινηματικού εκδοτικού εγχειρήματος Los Solidarios)

Αθήνα, Νοέμβρης 2016

Βιβλιοπαρουσίαση-Μ. Μορέττι: Ερυθρές Ταξιαρχίες-Μια ιταλική υπόθεση: Σάββατο 3 Δεκέμβρη, Ελεύθερο Αυτοδιαχειριζόμενο Θέατρο Εμπρος, 19.00

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

ΜΑΡΙΟ ΜΟΡΕΤΤΙ 

ΕΡΥΘΡΕΣ ΤΑΞΙΑΡΧΙΕΣ – ΜΙΑ ΙΤΑΛΙΚΗ ΥΠΟΘΕΣΗ

Συνέντευξη στην Κάρλα Μόσκα και την Ροσσάνα Ροσσάντα

Σάββατο 3/12/16 ώρα 19.00

ΕΛΕΥΘΕΡΟ ΑΥΤΟΔΙΑΧΕΙΡΙΖΟΜΕΝΟ ΘΕΑΤΡΟ ΕΜΠΡΟΣ

Ρήγα Παλαμήδη 2, Ψυρρή, Αθήνα

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΙΑΔΟΣΗ

(μέλος του κινηματικού εκδοτικού εγχειρήματος Los Soliadarios)

Για τα 39 χρόνια από την δολοφονία του επαναστάτη κομμουνιστή Χρήστου Κασίμη

f_kasim

”Θα νικήσουμε. Εσείς μην φοβάστε
αυτό τον φοβερό καιρό.
Αυτό, θέλουν, βέβαια, να πετύχουν,
να καταθέσουμε τα όπλα πριν ακόμα
τη μεγάλη νίκη… Εμείς ξέρουμε
ότι παντού κάθε στιγμή και σε κάθε
τόπο μπορούμε να αγωνιστούμε,
πρέπει να αγωνιστούμε, θα αγωνιστούμε.
Εμείς ξέρουμε καλά ότι η Επανάσταση
δεν ξεψυχάει, δεν εξολοθρεύεται, δεν
βομβαρδίζεται, δεν τουφεκίζεται, δεν
απαγορεύεται, δεν δολοφονείται, δεν εκδίδεται.”
ROLF POHLE

Το βράδυ της 19ης προς την 20η Οκτώβρη του 1977 κατά τη διάρκεια ένοπλης συμπλοκής οι ασφαλίτες Πλέσσας και Στεργίου πυροβολούν πισώπλατα στο κεφάλι τον κομμουνιστή επαναστάτη Χρήστο Κασίμη. Εκείνη τη νύχτα μια ομάδα ανταρτών, η “Διεθνιστική Αλληλεγγύη” (που μετονομάστηκε σε “Επαναστατική Ομάδα Χρήστος Κασίμης”), επιχείρησε να σαμποτάρει τη δυτικογερμανική επιχείρηση AEG: «Στα πλαίσια της ενεργητικής καταγγελίας των εγκλημάτων της Γερμανικής κυβέρνησης» (Αντιπληροφόρηση, τ.17, Γενάρης 1979). Δύο ήταν τα γεγονότα που στάθηκαν η αφορμή για το χτύπημα στο εργοστάσιο της AEG. Το πρώτο ήταν η  αιματηρή καταστολή της αεροπειρατείας σε αεροσκάφος της Lufthansa με την εκτέλεση τεσσάρων μαχητών της παλαιστινιακής Αντίστασης από δυτικογερμανούς κομάντος στο Μογκαντίσου της Σομαλίας. Το δεύτερο ήταν η “νύχτα του θανάτου” στις φυλακές του Σταμχάιμ στις 18 Οκτωβρίου του 1977, όπου δολοφονήθηκαν στα κελιά τους οι κομμουνιστές αντάρτες της RAF (“Φράξια Κόκκινος Στρατός”) Αντρέας Μπάαντερ, Γκούντρουν Ένσλιν και Γιαν-Καρλ Ράσπε, ενώ τραυματίστηκε βαριά η Ίρμγκαρντ Μέλερ.  Οι δολοφονίες των μαχητών της RAF, που παρουσιάστηκαν ως αυτοκτονίες από το (υπό σοσιαλδημοκρατική διαχείριση) δυτικογερμανικό κράτος, πυροδότησαν πλήθος διαδηλώσεων και συγκρούσεων σε ευρωπαϊκές πόλεις, μεταξύ των οποίων και η Αθήνα. Δεκάδες δυτικογερμανικές επιχειρήσεις πυρπολήθηκαν ή ανατινάχθηκαν, βομβιστικές ενέργειες πραγματοποιήθηκαν σε γερμανικούς στόχους, όπως στα γερμανικά προξενεία της Μαδρίτης, του Άμστερνταμ, του Μάαστριχ, της Πάτρας και του Ηρακλείου, ενώ η RAF τοποθέτησε βόμβα στα γραφεία του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος στο Βερολίνο. Σε αυτό το πλαίσιο εντασσόταν και η ενέργεια στην AEG. Όπως σημείωνε η ίδια η Ε.Ο. Χρήστος Κασίμης: «Η διεθνιστική αλληλεγγύη είναι καθήκον μας, είναι αναπόσπαστο κομμάτι του ίδιου του ταξικού αγώνα στη χώρα μας, ενάντια στα διεθνή αφεντικά, το κράτος και τα όργανά τους […] Είναι ανάγκη, λοιπόν, να δείξουμε ότι εκτός από την Ελλάδα των αφεντικών και των οργάνων τους υπάρχει και η Ελλάδα των εκμεταλλευομένων, η Ελλάδα του προλεταριάτου και των οργανωμένων δυνάμεών του, που αγωνίζονται οργανωμένα, μαχητικά και βίαια, ενάντια στην κρατική καπιταλιστική τρομοκρατία των αφεντικών».

Την 21η του Οκτώβρη, ο Χρήστος Κασίμης υπέκυψε στα τραύματά του, ενώ ακολούθησε ένα πογκρόμ τρομοϋστερίας και κρατικής καταστολής. Κατά τη διάρκεια της χούντας των συνταγματαρχών υπήρξε ενεργό μέλος της αντιδικτατορικής οργάνωσης “20η Οκτώβρη”, ενώ μετά την αποκατάσταση της αστικής δημοκρατίας συνέχισε την ένοπλη δράση του στις γραμμές του Επαναστατικού Λαϊκού Αγώνα, διαφωνώντας με αρκετούς συντρόφους του που εγκατέλειψαν τον δρόμο της επαναστατικής βίας. Ο ΕΛΑ υπήρξε η μαζικότερη ένοπλη οργάνωση στην Ελλάδα, με εκατοντάδες ενέργειες εναντίον κρατικών, καπιταλιστικών και ιμπεριαλιστικών στόχων. Ο Χρήστος Κασίμης, όμως, δεν υπήρξε μονάχα ένοπλος μαχητής, αλλά ανέπτυξε έντονη και ενεργή παρουσία στους κοινωνικούς και ταξικούς αγώνες, σε πολιτικές και πολιτιστικές πρωτοβουλίες, ενώ συμμετείχε και στην ίδρυση και την ανάπτυξη του Εργοστασιακού Συνδέσμου και της κινηματικής ιδεολογικής – πολιτικής επιθεώρησης “Αντιπληροφόρηση”. Η τελευταία σκιαγραφούσε την πολύπλευρη αγωνιστική του παρουσία λίγους μήνες μετά τον θάνατό του: «Ο Χρήστος Κασίμης ήταν από εκείνους τους αγωνιστές που η πρωτοβουλία, η αποφασιστικότητα και η μαχητικότητά του έλυναν προβλήματα, οδηγούσαν σε συγκεκριμένη πρακτική, εμψύχωναν και αποτελούσαν σταθερό στήριγμα στις δύσκολες περιόδους, καθώς και μέσα στο κλίμα της σύγχυσης, που καλλιεργείται από το καθεστώς και τον ρεφορμισμό. Κατόρθωνε να συνδυάζει θεωρία και πράξη, βασισμένος στις εμπειρίες, την άμεση πραγματικότητα και τα αληθινά προβλήματα, αποκαλύπτοντας και χτυπώντας τα πλαστά προβλήματα και τις αυταπάτες. Η πολιτική του πρακτική ήταν συνεχής και συνεπής με την ιδεολογική πολιτική του βάση, πράγμα πολύ δύσκολο όπως όλοι ξέρουμε».

Στις 22 Μάιου του 1985, μια εβδομάδα μετά την ένοπλη συμπλοκή στο Γκύζη και τον θάνατο του μέλους της “Αντικρατικής Πάλης” Χρήστου Τσουτσουβή, όπως και των τριών μπάτσων που του έστησαν ενέδρα, ο ΕΛΑ σε κείμενό του ανέφερε πως ο Τσουτσουβής υπήρξε μέλος της οργάνωσης ως το 1980 και συμμετείχε στην ενέργεια στην AEG.

 «Καλέ μου φίλε αν ήταν ξεφεύγοντας από αυτόν τον πόλεμο να μέναμε αγέραστοι και αθάνατοι κι εγώ θα έμενα πίσω. Όμως, χίλιοι θάνατοι κρέμονται πάνω από τα κεφάλια μας. Δεν μπορούμε ούτε να τους αποφύγουμε ούτε να τρέξουμε μακριά. Πάμε λοιπόν» (Ομήρου Ιλιάδα).

Η επαναστατική μνήμη είναι ζώσα Ιστορία. Οι αγωνιστές που έδωσαν τη ζωή τους αποτελούν όχι μονάχα πηγή έμπνευσης, αλλά και καύσιμο για τη σημερινή επαναστατική δράση. Άνθρωποι, όπως ο Χρήστος Κασίμης και ο Χρήστος Τσουτσουβής, όπως και ο αναρχικός και μέλος του Επαναστατικού Αγώνα Λάμπρος Φούντας, θα φωτίζουν για πάντα με το παράδειγμά τους το δύσβατο μονοπάτι της Κοινωνικής Επανάστασης.

ΤΙΜΗ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ ΣΤΟΥΣ ΝΕΚΡΟΥΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥΣ ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ

Συνέλευση αναρχικών-κομμουνιστών για την ταξική αντεπίθεση ενάντια στην ΕΕ

Για επικοινωνία: Πολιτικός χώρος στη Σπύρου Τρικούπη 44, Εξάρχεια
Δευτέρα 18:30 – 21:30 και Σάββατο 13:00 – 15:00

http://syneleusi-enantiastin-ee.espivblogs.net/

e-mail: syneleusi-enantiastin-ee@espiv.net

1936-2016 Εκδήλωση για τα 80 χρόνια από την έναρξη της Ισπανικής Επανάστασης: Τετάρτη 21 Σεπτεμβρίου στις 19.00 στον πολιτικό χώρο στη Σπύρου Τρικούπη 44

post image

1936-2016

Εκδήλωση για τα 80 χρόνια από την έναρξη της Ισπανικής Επανάστασης

Παρουσίαση του υπό έκδοση βιβλίου

Έτοιμοι για επανάσταση – οι επιτροπές άμυνας της CNT στη Βαρκελώνη 1933-38

του Agustín Guillamón

από την Ασύμμετρη Απειλή

Προβολή ντοκιμαντέρ

Τετάρτη 21 Σεπτεμβρίου στις 19.00

στον πολιτικό χώρο στη Σπύρου Τρικούπη 44

Ασύμμετρη Απειλή

μέλος του κινηματικού εκδοτικού εγχειρήματος Los Solidarios

Κάλεσμα των Αναρχικών της Οδησσού (Ουκρανία) στον κόσμο της εγκληματικότητας της πόλης (1919)

13124641_560078747487264_4588223030191544325_n

Στους κλέφτες και τους διαρρήκτες!

Το Σοβιέτ της Ομοσπονδίας των Αναρχικών της Οδησσού απευθύνεται σ’ εσάς με μια αίτηση και μια προειδοποίηση. Εμείς σας θεωρούμε προϊόντα των καταραμένων συνθηκών του καθεστώτος εκμετάλλευσης και βίας, δημιουργημένες από τη μπουρζουαζία η οποία προς το παρόν στηρίζεται αποκλειστικά στις πληρωμένες συμμορίες των λευκών φρουρών με τις ξένες ξιφολόγχες.

Αν η μπουρζουαζία υποφέρει από τη δική σας δραστηριότητα, τόσο το χειρότερο γι’ αυτήν. Θερίζει αυτό που η ίδια έσπειρε και δικό μας καθήκον δεν είναι να την προστατέψουμε.

Στη νέα κομμουνιστική κοινωνία, στον αγώνα για τη δημιουργία της οποίας καλούμε σε συμμετοχή το προλεταριάτο της Ρωσίας και ολόκληρου του κόσμου, όλα θ’ ανήκουν σ’ όλους, δε θα υπάρχει ατομική ιδιοκτησία, δε θα υπάρχουν ούτε πλούσιοι ούτε φτωχοί, επομένως δε θα υπάρχει χώρος για κλοπές και διαρρήξεις.

Στον αγώνα μας ενάντια στον καπιταλισμό και την εξουσία, που διαρκεί πολλά χρόνια, οι καλύτεροι γιοι, οι πολυτιμότεροι της Τάξης μας των ανεπιθύμητων και των εκμεταλλευομένων έθεσαν τα κεφάλια τους στις κρεμάλες, στα ικριώματα, στα δεσμά και τώρα στα εκτελεστικά αποσπάσματα. Στ’ όνομα του ιερού σκοπού της απελευθέρωσης των εργαζομένων, για τ’ οποίο έχουν πέσει και πέφτουν οι σύντροφοι μας, από το χέρι των δημίων, πάνω στο άνθος της δύναμης τους και της υγείας τους, το Σοβιέτ της Ομοσπονδίας των Αναρχικών προτείνει σ’ όλους την άμεση παύση των ντροπιαστικών εγκλημάτων, που έλαβαν χώρα τελευταία μέσα από τις γραμμές σας, να πάψουν να βιάζουν τη μνήμη των επαναστατών ηρώων ζητώντας χρήματα στο όνομα των Αναρχικών.

Ταυτόχρονα το Σοβιέτ της Ομοσπονδίας των Αναρχικών προειδοποιεί εκείνους που ανάμεσα σας δεν έχουν τίποτα να σεβαστούν, που δεν ανταποκρίνονται πλέον στις αιτήσεις των εργατών και των επαναστατών, που θα εξακολουθήσουν να πραγματοποιούν εκβιασμούς στο όνομα του αναρχισμού ότι αυτοί για εμάς δεν είναι τίποτα άλλο από παράσιτα, από μπουρζουάδες που ενδιαφέρονται μόνο για ένα πράγμα: να γεμίσουν ακόμα περισσότερο τις τσέπες τους. Τους προειδοποιούμε για τελευταία φορά ότι η επίδειξη κατάχρησης στ’ όνομα μας θα σημάνει γι’ αυτούς την επιτόπου εκτέλεση τους από εμάς.

Ομοσπονδία των Αναρχικών της Οδησσού

Δημοσιευμένο στο Shtirboul, Anarkhiskoe dvijenie v period krizisa rossiskoy tsivilizisatstii (konets XIX-1 tchervert XXvv) [Το αναρχικό κίνημα στην περίοδο της κρίσης του ρώσικου πολιτισμού (τέλη του 19ου και πρώτο τέταρτο του 20ου αιώνα] Omsk , Παιδαγωγικό πανεπιστήμιο του κράτους, 1998, σ. 49.

πηγή:http://latradizionelibertaria.overblog.it/articledocumentilibertarifederazionedeglianarchicidiodessaappellodeglianarchicidiodessaalmon-102432617.html

μετάφραση (από τα ιταλικά): Προλεταριακή Πρωτοβουλία, Αθήνα, Αύγουστος 2016