Ταξικότητα και Ρατσισμός.

Έργο του John Heartfield, “Krieg und Leichen – Die letzte Hoffnung der Reichen”

[Πόλεμος και Πτώματα – η έσχατη Ελπίδα των Πλουσίων], 1932.

του Renato Caputo

Το διώνυμο ανάμεσα στην ταξικότητα και το ρατσισμό αποτέλεσε ανέκαθεν χαρακτηριστικό των φιλελεύθερων κοινωνιών και του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής που βασίστηκαν στην αποικιοκρατία και την εκμετάλλευση και πάντοτε στοχεύουν στην προληπτική καταστολή των “επικίνδυνων” –για το σύστημα– “τάξεων”.

Μη θέλοντας να σταθούμε στα συνεχόμενα εμπειρικά δεδομένα –που συνεχίζουν να έρχονται στο φως, ακόμα και κατά τη διάρκεια αυτών των ημερών διεθνούς κινητοποίησης ενάντια στο ρατσισμό, τα οποία αποδεικνύουν την αίσθηση απόλυτης ατιμωρησίας μέσα στην οποία ένας αστυνομικός μπορεί, για ευτελείς λόγους, να δολοφονήσει, ως έμβλημα των “επικίνδυνων τάξεων”, έναν Αφροαμερικάνο νεολαίο– είναι αναγκαίο να ανατρέξουμε στην έννοια αυτής της –φαινομενικά αβάσιμης–βίας.

Η φαινομενική αβασιμότητα αυτών των συνεχόμενων και επαναλαμβανόμενων πράξεων βίας αποτελούν τη βάση τόσο της μεγάλης διεθνούς κινητοποίησης μετά τη δολοφονία του Floyd όσο και της ανικανότητας αντίδρασης μπροστά σε νέα περιστατικά, τα οποία σταθερά έρχονται στο φως και χαρακτηρίζονται συνεχώς από μια πιο ξεκάθαρη έλλειψη αναλογικότητας ανάμεσα στις πράξεις των θυμάτων και την αντίδραση των επιτιθέμενων. Είναι ακριβώς αυτή η ξεδιάντροπη αβασιμότητα που αποπροσανατολίζει και –κατά κάποιο τρόπο– αφοπλίζει το διεθνές κίνημα διαμαρτυρίας ενάντια στο ρατσισμό. Σε τέτοιο βαθμό που στο Ηνωμένο Βασίλειο, μετά από δυο εβδομάδες αντιρατσιστικών διαδηλώσεων σε διεθνές επίπεδο, οι δυνάμεις της σοβινιστικής άκρας δεξιάς επέστρεψαν για να καταλάβουν τις πλατείες των μεγαλύτερων πόλεων. Στο επίκεντρο της διαμάχης –που συμβολικά επικεντρώνεται στα αγάλματα που έχουν υψωθεί για να δοξαστούν τα κατορθώματα της αποικιοκρατίας– βρίσκεται δικαιολογημένα αυτό που αποτελεί την πρωταρχική πηγή αυτής της τυφλής ρατσιστικής βίας που συνεχίζει να σκοτώνει αθώα θύματα: η αποικιοκρατία ως ακρογωνιαίος λίθος και –ταυτόχρονα– ως πηγή της πρωταρχικής συσσώρευσης του κεφαλαίου, η οποία παρήγαγε στον αποικισμένο κόσμο τη νέα σκλαβιά και στην πολιτισμένη Ευρώπη το σύγχρονο προλεταριάτο.

Επομένως, θέλοντας να εντοπίσουμε τους βαθύτερους λόγους που καθιστούν –μονάχα φαινομενικά– σε αβάσιμη την τρομακτική στοχοποίηση, από πλευράς των κατασταλτικών μηχανισμών του Κράτους, όλων εκείνων που συναποτελούν το πρότυπο των επικίνδυνων τάξεων –από την καταπίεση και την εκμετάλλευση από τις οποίες τροφοδοτείται ο πλούτος των καπιταλιστικών εθνών– πρέπει, αναγκαστικά, να ανατρέξουμε στην ιστορία.

Στις απαρχές βρίσκονται οι κατασταλτικοί μηχανισμοί που θεσμοθετήθηκαν από τους Βρετανούς φιλελεύθερους ώστε να καταστείλουν με το βιαιότερο τρόπο τον Ιρλανδικό λαό, αφού η βρετανική αποικιοκρατία ήταν τόσο αρπακτική που δεν άφηνε στους Ιρλανδούς καθολικούς παρά μονάχα τις αλυσίδες τους. Από αυτό το μοντέλο εμπνεύστηκε και ο Robert Peel για να φτιάξει και στην πατρίδα του ένα ανάλογο κατασταλτικό εργαλείο, με σκοπό την καταστολή του νεογέννητου σύγχρονου προλεταριάτου που γεννήθηκε ακριβώς από την λεηλασία των αποικιών και το οποίο βρισκόταν στην ίδια κατάσταση, αφού δεν είχε άλλο να χάσει παρά μόνο τις αλυσίδες του. Ως τέτοιο, το σύγχρονο προλεταριάτο αυτό καθαυτό θεωρούταν μια επικίνδυνη τάξη, ή ακόμα περισσότερο ήδη από τον Χέγκελ δυνητικά ανατρεπτική, αφού ακριβώς δεν είχε τίποτα να κερδίσει από την ανάπτυξη της αστικής κοινωνίας των πολιτών, της οποίας γι’ αυτό το λόγο αποτελούσε τον απειλητικότερο εχθρό. Πάνω σε αυτή τη βάση αναδύθηκε η αστυνομία στο βασίλειο του φιλελευθερισμού, η οποία με τη σειρά τηςαποτέλεσε πρότυπο για τα αστυνομικά σώματα με τα οποία εξοπλίστηκαν καταρχήν οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, όπου και επιβλήθηκε για πρώτη φορά η σύγχρονη δημοκρατία και όπου είχαν βρει καταφύγιο οι πιο ένθερμοι Εγγλέζοι χριστιανοί.

Άλλωστε, αντιγράφοντας το αρχαίο αρχικό μοντέλο, και αυτή η δημοκρατία ήταν μια δημοκρατία των δουλοκτητών του νότου, οι οποίοι έπρεπε να βρουν έναν τρόπο συνύπαρξης με τα φιλελεύθερα αφεντικά των βιομηχανιών του βορρά που ασκούσαν μέσα στους χώρους δουλειάς τη δεσποτική κυριαρχία τους επάνω σε ολόκληρους βιομηχανικούς στρατούς, οι οποίοι συνεχώς απεχθάνονταν την άφιξη άνεργων μεταναστών. Αυτές οι δύο δυνάμεις που έδωσαν ζωή στο φιλελεύθερο-δημοκρατικό μοντέλο που σήμερα κυριαρχεί σε διεθνές επίπεδο, είχαν ενωθεί από την αποικιοκρατία, η οποία κατέστησε τις ΗΠΑ σε μια μεγάλη φιλελεύθερη και χριστιανική δύναμη μέσω της συστηματικής γενοκτονίας του αυτόχθονου πληθυσμού. Επάνω σε αυτές τις βάσεις, το βρετανικό κατασταλτικό σύστημα εισήχθηκε στις ΗΠΑ με τους ίδιους σκοπούς, δηλαδή την αδυσώπητη υπεράσπιση των ιδιοκτητών και των ιδιοκτησιών του λαού των κυριών καθώς και την καταστολή όλων των “επικίνδυνων τάξεων”, οι οποίες αποτελούνταν καταρχήν από τους αυτόχθονες, σε δεύτερο βαθμό από τους Αφροαμερικάνους και σε τρίτο βαθμό από τους πιο πρόσφατους μετανάστες, αρχικά καθολικούς κι έπειτα Κινέζους. Οι σερίφηδες που εισήχθησαν από το βρετανικό σύστημα έχουν το καθήκον να υπερασπίζονται τα τεράστια προνόμια που έχει συσσωρεύσει ο λαός των κυρίων, χάρη στη γενοκτονία των Ινδιάνων, τη σκλαβιά των Αφρικανών και την άγρια εκμετάλλευση των πιο πρόσφατων μεταναστών, ιδιαίτερα εκείνων που δεν ασπάζονται τον χριστιανικό φανατισμό των παλιότερων αποίκων.

Επομένως, όπως άλλωστε σε όλες τις φιλελεύθερες δημοκρατίες, οι κατασταλτικοί μηχανισμοί του αστικού Κράτους είναι λειτουργικοί για την υπεράσπιση με κάθε κόστος των μεγάλων ιδιοκτησιών των ολιγαρχιών μέσω της προληπτικής και γενικευμένης καταστολής των επικίνδυνων τάξεων, αφού αυτές έχουν κάθε συμφέρον να θέσουν σε αμφισβήτηση τα τεράστια, παράλογα και άδικα προνόμια της κυρίαρχης τάξης. Στις ΗΠΑ, οι κατασταλτικοί μηχανισμοί έχουν το μεγάλο πλεονέκτημα να μπορούν να εντοπίσουν ευκολότερα τα μέλη των επικίνδυνων τάξεων, αφού αυτά προέρχονται καταρχήν από τους Ινδιάνους, κατά δεύτερο λόγο από τους Αφροαμερικάνους σκλάβους και πρώην σκλάβους, και κατά τρίτο από τους πιο πρόσφατους μετανάστες, που προέρχονται από την ανατολική Ευρώπη, έπειτα από την Ασία, κυρίως από την Κίνα και σήμερα κυρίως από την λατινική Αμερική.

Έτσι, μέχρι και τις μέρες μας, τα άτομα που πιο συχνά ελέγχονται και υπόκεινται τη βία κάθε είδους από την πλευρά των κατασταλτικών μηχανισμών του Κράτους είναι κυρίως οι ιθαγενείς. Ακολουθούνε, αμέσως μετά, οι απόγονοι των μαύρων σκλάβων κι έπειτα οι πιο πρόσφατοι και φτωχοί μετανάστες, δηλαδή οι Λατίνοι. Έτσι, ακόμα και σήμερα που η δεύτερη ομάδα, οι Αφροαμερικάνοι –μετά από δεκαετίες σκληρότατων αγώνων– κατέκτησαν τα ίδια τυπικά δικαιώματα με το λαό των κυριών, αυτοί οι τελευταίοι αντέδρασαν με την επαναλειτουργία των σπιτιών δουλειάς, δηλαδή των φιλελεύθερων προγόνων των στρατοπέδων συγκέντρωσης για τις επικίνδυνες τάξεις, τα οποία και τελειοποιήθηκαν περαιτέρω κατά τη διάρκεια της αποικιοκρατικής εποχής. Έτσι, οι ΗΠΑ, κυρίως μέσα από την εγκληματοποίηση των τοξικοεξαρτημένων –που δημιουργήθηκαν με μαεστρία μέσω της διάδοσης των παραισθησιογόνων ουσιών, οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν αρχικά για τη διατήρηση της κυριαρχίας πάνω στους προλετάριους με στολή κατά τη διάρκεια της ιμπεριαλιστικής επιδρομής στην Ινδοκίνα και έπειτα διαδόθηκαν συστηματικά στα αφροαμερικάνικα γκέτο για την κατάπνιξη της εξέγερσης– μετατράπηκαν στο τρομερότερο συγκεντρωτικό σύμπαν του κόσμου, επάνω σε αυστηρά ταξικά και ρατσιστικές βάσεις, με μια τεράστια ποσότητα εργατικών χεριών σε κατάσταση ημι-σκλαβιάς που τίθενται στη διάθεση των ιδιοκτητών των ιδιωτικών φυλακών.

Έτσι, η αστυνομία σε όλες τις καπιταλιστικές χώρες συνεχίζει να εκτελεί τη λειτουργία για την οποία προέκυψε και εκ των πραγμάτων εκπαιδεύτηκε, δηλαδή την υπεράσπιση της ατομικής –και ολοένα και πιο μονοπωλιακής– κτήσης, του πλούτου που παράγεται ολοένα και περισσότερο από τον καταμερισμό και τη συνεργασία της εργασίας σε διεθνές επίπεδο, μέσω της προληπτικής καταστολής των επικίνδυνων τάξεων, εκμεταλλευόμενη γι’ αυτούς τους σκοπούς τις ρατσιστικές αντιεπιστημονικές προκαταλήψεις.

Επομένως, δεν πρόκειται για ένα ιδιαίτερο πρόβλημα των ΗΠΑ, αν και σε αυτή τη χώρα το φαινόμενο εκδηλώνεται με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο, αφού αυτή είναι και η χώρα όπου είναι πιο καθαρή και ξάστερη η δικτατορία της αστικής τάξης. Κάτι που φάνηκε και με αφορμή τον ιό, όπου οι “επικινδυνότερες” τάξεις των ιθαγενών, των Αφροαμερικανών και των πιο πρόσφατων μεταναστών είχαν ποσοστά θνησιμότητας πολύ υψηλότερα από τα αντίστοιχα του καυκάσιου πληθυσμού. Καταρχήν γιατί αυτές είναι που αποτελούνε το ευρύτερο κομμάτι εκείνου του υπο-προλεταριάτου ή του προλεταριάτου των working poor [φτωχών εργατών] που δεν μπορεί επιτρέψει στον εαυτό του να βρεθεί σε καραντίνα και να απαιτήσει τα ελάχιστα κριτήρια ασφάλειας μέσα στους χώρους δουλειάς. Κατά δεύτερο λόγο γιατί οι ινδιάνικοι καταυλισμοί, τα μαύρα γκέτο και οι περιοχές κατοικίας των πιο πρόσφατων μεταναστών είναι οι πιο μολυσμένες περιοχές, όπου και έχουν θαφτεί τοξικά απόβλητα κάθε είδους,

Άλλωστε, ανάλογα προβλήματα, αν και σε μικρότερο βαθμό, παρουσιάστηκαν και στο Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας. Π.χ και εκεί το κομμάτι του πληθυσμού που χτυπήθηκε περισσότερο ήταν εκείνο με αφρικανική καταγωγή, το οποίο και βρίσκεται περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο στο στόχαστρο των κατασταλτικών μηχανισμών του Κράτους. Ανάλογη συνθήκη προληπτικής καταστολής από πλευράς των κατασταλτικών μηχανισμών του Κράτους, η οποία κι εκεί πυροδοτείται από τις συνηθισμένες ρατσιστικές προκαταλήψεις, επικρατεί και στα γαλλικά banlieu [προάστια] όπου κατοικούν κυρίως οι απόγονοι των αποικιοκρατούμενων λαών. Η γαλλική συνθήκη επιδεινώνεται περαιτέρω και από το γεγονός πως η αφομοιωτική αποικιακή πολιτική, ανέκαθεν κυρίαρχη στη Γαλλία, παρεμποδίζει τη διενέργεια διαφοροποιημένων στατιστικών για τις εθνοτικές ομάδες. Έτσι, λείπουν τα εντυπωσιακά στοιχεία που μπορούν όμως να επαληθευτούν στις ΗΠΑ και τη Μεγάλη Βρετανία.

Σχετικά με το ρατσισμό και την προληπτική καταστολή των επικίνδυνων τάξεων, δεν υπολείπονται οι κατασταλτικοί μηχανισμοί του γερμανικού ή του ιταλικού Κράτους. Αυτό φαίνεται ιδιαίτερα στην καταστολή εναντίον των πιο φτωχών και πρόσφατων μεταναστών. Και σε αυτές τις περιπτώσεις, η συνθήκη επιδεινώνεται από το γεγονός ότι οι πιο κομφορμιστές είναι γεμάτοι με ταξικές και ρατσιστικές προκαταλήψεις, τείνοντας έτσι να κρατάνε μια απολογητική στάση απέναντι στους κατασταλτικούς μηχανισμούς του Κράτους, ακριβώς σε σχέση με τη λειτουργία της προληπτικής καταστολής που εφαρμόζουν ενάντια στις δυνητικά “επικίνδυνες” τάξεις.

Σίγουρα τα πράγματα δεν πάνε –σε καμία περίπτωση– καλύτερα στις χώρες της ανατολικής Ευρώπης, εκεί που οι δυνάμεις της αντεπανάστασης –κατά τη διάρκεια των τελευταίων χρόνων– γνώρισαν πιένες. Η προληπτική καταστολή που τέθηκε σε εφαρμογή από τους κατασταλτικούς μηχανισμούς του Κράτους ενάντια στους φτωχότερους μετανάστες και τους Ρομά, αγγίζουν πρωτοφανή επίπεδα ωμότητας σε χώρες που συχνά κυβερνιούνται από ένθερμες αντικομμουνιστικές δυνάμεις της δεξιάς, όπως η Κροατία, η Σλοβενία, η Ουγγαρία και η Ουκρανία, για να αναφέρουμε μονάχα τις χαρακτηριστικότερες περιπτώσεις,

Από την άλλη πλευρά, ολοένα και λιγότερο απρόσβλητες από αυτά τα φαινόμενα είναι και οι χώρες με έντονες φιλελεδημοκρατικές και σοσιαλδημοκρατικές παραδόσεις όπως –κυρίως– η Αυστρία, η Ολλανδία και οι σκανδιναβικές χώρες. Σε όλες αυτές τις χώρες, εδώ και χρόνια είναι σε άνοδο οι ρατσιστικές και οι ξενοφοβικές δυνάμεις ενώ αυξάνεται η καταστολή των τάξεων, οι οποίες συχνά στοχοποιούνται με ρατσιστικά κριτήρια και θεωρούνται ως οι πλέον επικίνδυνες.

Τα πράγματα δεν πάνε σίγουρα καλύτερα ούτε στον Καναδά ούτε στην Ωκεανία, όπου και εκεί διαπράχθηκε μια γενοκτονία των ιθαγενών και μια διαρκή καταστολή των επιζησάντων. Ούτε βέβαια στο Ισραήλ οπού η δραστηριότητα των κατασταλτικών μηχανισμών του Κράτους είναι ακόμα πιο βίαιη και ρατσιστική, ιδιαίτερα ενάντια στους Παλαιστίνιους αλλά και ενάντια στους μετανάστες, ειδικά τους Αφρικανούς καθώς και ενάντια στους ίδιους τους αυτόχθονες Εβραίους. Εξίσου τρομακτική είναι η προληπτική καταστολή των επικίνδυνων τάξεων στις “μετριοπαθείς” αραβικές χώρες, οι οποίες και αποτελούν διαχρονικούς σύμμαχους των ιμπεριαλιστικών χωρών. Από το Λίβανο μέχρι τις πετρέλαιο-μοναρχίες του Περσικού Κόλπου εξελίσσεται μια τρομακτική καταστολή εναντίον των μεταναστών που υπόκεινται ένα καθεστώς ημι-σκλαβιάς και βρίσκονται -–σε σχέση με τα χαρτιά τους– σε απόλυτη εξάρτηση από τους εργοδότες τους.

Σίγουρα η κατάσταση δεν είναι καλύτερη στις καπιταλιστικές χώρες της Ασίας, από την Ιαπωνία μέχρι τη Νότια Κορέα και από τη Σιγκαπούρη μέχρι την Ταϊβάν.

Ανάλογη είναι η κατάσταση και στις χώρες των BRICS, ιδιαίτερα σε εκείνες όπου οι φιλοκαπιταλιστικές δυνάμεις της δεξιάς κατέκτησαν την κυβέρνηση. Ο ρατσισμός της βραζιλιάνικης κυβέρνησης ενάντια στους ιθαγενείς, τους απόγονους Αφρικανών και ευρύτερα ενάντια σε όλες τις “επικίνδυνες τάξεις” στις φαβέλες είναι ιδιαίτερα ωμός, όπως άλλωστε και ο αντίστοιχος της κυβέρνησης της Ινδίας ενάντια στη μουσουλμανική μειονότητα και τις χαμηλότερες κάστες. Για να μην αναφερθούμε στη Νότια Αφρική, της οποίας ο πλούτος παραμένει συσσωρευμένος στις τσέπες των απόγονων των αποίκων και όπου ο ρατσισμός και η προληπτική καταστολή ενάντια στους φτωχότερους μετανάστες από τις γειτονικές χώρες αυξάνονται, παρά το γεγονός ότι σε αυτή τη χώρα υπάρχει μια προοδευτική κυβέρνηση.

Για να μην αναφερθούμε εν τέλει στις ίδιες τις αφρικανικές και τις κεντροαμερικάνικες φιλο-καπιταλιστικές και φιλο-ιμπεριαλιστικές χώρες, όπου η καταστολή με ρατσιστικά και ταξικά κριτήρια αγγίζει τρομακτικά επίπεδα, αν και ο ταξικός ρατσισμός των κυρίαρχων στρωμάτων από τις ευρωπαϊκές χώρες είναι τόσο διαδεδομένος που δεν αποτελεί πλέον είδηση. Εκτός και αν εξυπηρετεί την ενορχήστρωση κάποιας μορφής χρωματιστής αντεπανάστασης.

Πηγή στα ιταλικά: lacittafutura.it

Μετάφραση: Προλεταριακή Πρωτοβουλία. Αθήνα, Ιούνης 2020.

Radio Onda Rossa [Ρώμη] | Μερικές διευκρινήσεις για το Σάββατο 11 Απρίλη 2020

φώτο: Σαν Λορέντζο, Ρώμη, Απρίλης 2020: Γεια σου Σάλβο. Το Ράδιο σου σε χεραιτάει.

Σχετικά με κάποιες ειδήσεις που κυκλοφόρησαν σε μέσα ενημέρωσης, αναφορικά με όσα συνέβησαν το προηγούμενο Σάββατο 11 Απρίλη στη συνοικία Σαν Λορέντζο της Ρώμης διευκρινίζουμε τα ακόλουθα.Η σορός του Σαλβατόρε Ριτσιάρντι αφού έφυγε από το νεκροτομείο της Πολυκλινικής Umberto I°, έκανε στάση κάτω από την έδρα του ραδιοφωνικού σταθμού μας για έναν τελευταίο χαιρετισμό σ’ ένα σύντροφο που για σχεδόν 20 χρόνια υπήρξε ένας από τους συντελεστές του.Κατά τη διάρκεια της σύντομης τελετής, οι πολυάριθμοι/ες σύντροφοι/ισσες που ήταν παρόντες και παρούσες, έχοντας συνείδηση των περιορισμών που έχουν επιβληθεί από την εξελισσόμενη υγειονομική κρίση και παρά τον πόνο για το θάνατο αυτού του αγαπημένου συντρόφου, διατήρησαν τις απαραίτητες αποστάσεις ο ένας από την άλλη και διαλύθηκαν μετά την αναχώρηση του φέρετρου.Καμία πορεία δεν συνόδευσε τον Σαλβατόρε στο τελευταίο του ταξίδι, ούτε από το νεκροθάλαμο ούτε στο Σαν Λορέντζο. Καμία πρόκληση ενάντια στις απαγορεύσεις δεν έλαβε χώρα στο όνομα του.

Η συντακτική επιτροπή του Radio Onda Rossa

Ρώμη, 13/4/2020

 

πηγή: ondarossa.info

μετάφραση: κινηματικό εκδοτικό εγχείρημα Los Solidarios

Αθήνα, 15/4/2020

 

Μια συζήτηση με τους συντρόφους/ισσες από την κατάληψη Panetteria του Μιλάνου (μέρος Β)

φώτο: εργαζόμενοι και εργαζόμενες σε εργοστάσιο της βόρειας Ιταλίας σε αυθόρμητη απεργία με κεντρικό πρόταγμα “δεν είμαστε κρέας προς σφαγή!”

Επιδημία και Κατάσταση Έκτακτης Ανάγκης, Εδαφική Στρατιωτικοποίηση και Οικονομία Πολέμου, Ταξικές Αντιστάσεις και Κοινωνική Αλληλεγγύη στην Ιταλία της Κρίσης.

Νοσοκομεία σε εμπόλεμη κατάσταση, κατάμεστα νεκροτομεία και φέρετρα σε στρατιωτικά καμιόνια. Άδειοι δρόμοι και στρατιωτικοποιημένες πλατείες, βαγόνια του μετρό γεμάτα εργαζόμενους και εργοστάσια σε πλήρη λειτουργία παρά την απαγόρευση κυκλοφορίας. Εξεγέρσεις στις φυλακές όλης της χώρας, αυθόρμητες και αυτοοργανωμένες απεργίες στους χώρους δουλειάς (κυρίως) στο Βορρά, απόπειρες μαζικών απαλλοτριώσεων προϊόντων από σούπερ μάρκετ (ιδιαίτερα) στο Νότο. Αυτές είναι μερικές από τις εικόνες που φτάνουν από την Ιταλία σε καραντίνα, εν μέσω επιδημίας και κατάστασης έκτακτης ανάγκης. Μέσα σε αυτή την κρίσιμη ιστορική συγκυρία, στα πλαίσια της ταξικής αντιπληροφόρησης και της διεθνιστικής αλληλεγγύης, θεωρήσαμε πολιτικά χρήσιμη μια διαδικτυακή συζήτηση με τους συντρόφους και τις συντρόφισσες της κατάληψης Panetteria του Μιλάνου.

Ακολουθεί, το δεύτερο μέρος αυτής της συζήτησης το οποίο έχει δημοσιευτεί (και) στα ιταλικά στο panetteriaoccupata.noblogs.org

Το πρώτο μέρος ΕΔΩ

Αυτή η πανδημία, η οποία ξέσπασε μετά από περισσότερα από δέκα χρόνια διαρκούς καπιταλιστικής κρίσης και πολιτικών κοινωνικού-ταξικού σφαγιασμού, έφερε στην επιφάνεια όλες τις καταστρεπτικές συνέπειες του “ιδιωτικού καπιταλισμού” των τελευταίων 40 χρόνων ηγεμονίας της αμερικανοκίνητης νεοφιλελεύθερης “παγκοσμιοποίησης” και των δογμάτων των διεθνοποιημένων “ελεύθερων” αγορών. Τώρα, με ολόκληρο τον πλανήτη υπό κατάσταση πολιορκίας, με κλειστά αεροδρόμια και σφραγισμένα σύνορα, με την παραγωγή σχεδόν μπλοκαρισμένη και τα εμπορικά κέντρα εκκενωμένα, πρόεδροι κρατών και πρωθυπουργοί, τραπεζίτες και διευθύνοντες σύμβουλοι, χρηματιστές και επενδυτές “μοιάζουν σαν να ξαναδιαβάζουν Κέυνς ανακαλύπτοντας την “χαμένη αθωότητα” του έθνους-κράτους-επιχειρηματία”. Μέχρι στιγμής, όλες οι αντιφάσεις, όλα τα διαφοροποιημένα συμφέροντα και στρατηγικές των κρατών-μελών της ΕΕ έκαναν ξεκάθαρο το γεγονός ότι η Ευρώπη -πράγματι- δεν είναι το σπίτι των λαών. Παράλληλα, οι εικόνες της άφιξης της βοήθειας από την Κίνα με τις ταυτόχρονες κατασχέσεις υγειονομικού υλικού από τη Γερμανία δημιούργησαν μια κάποια αμηχανία σε όλους εκείνους/ες που ανέμιζαν εδώ και χρόνια τη σημαία του ευρωπαϊσμού “tης δημοκρατίας, της αλληλεγγύης και του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων”. Από την άλλη πλευρά, όλο και πιο συχνά, καθεστωτικοί αναλυτές και προπαγανδιστές μας προειδοποιούν ότι ζούμε σε μια φάση οικονομίας πολέμου όπου η μοναδική βεβαιότητα είναι ότι “τίποτα δεν θα είναι όπως πριν”. Εσείς τι λέτε;

Οποιαδήποτε και αν είναι η προέλευση του Covid 19, το συνταρακτικότερο στοιχείο είναι αναμφίβολα η πολεμική ορολογία που τον συνόδευσε και έκανε αμέσως θραύση στα καθεστωτικά μμε. Εκφράσεις στρατοπέδου όπως “είμαστε στην πρώτη γραμμή του μετώπου” ή “τιμή στους ήρωες του πολέμου” επαναλήφθηκαν ασταμάτητα, συνοδευόμενες από την επιστροφή μιας αναχρονιστικής πατριδοκαπηλίας και με τον εθνικό ύμνο από τα μπαλκόνια, κάτι που -με την επιδείνωση της υγειονομικής κατάστασης- δεν κράτησε για πολύ. Οι έρημοι δρόμοι έδιναν την εικόνα μιας κηρυγμένης απαγόρευσης κυκλοφορίας, η οποία -σε ένα βαθμό- κατέληξε να επισκιάσει τους επιστημονικούς όρους εξάπλωσης της πανδημίας και των εφικτών λύσεων πρόληψης και θεραπείας. Αυτό που τίθεται σε αμφισβήτηση δεν είναι μερικά απαραίτητα μέτρα που τέθηκαν σε εφαρμογή -όπως η χρήση μασκών, η καραντίνα, η τήρηση αποστάσεων μεταξύ των ανθρώπων, το κλείσιμο δημόσιων χώρων και ο περιορισμός των κοινωνικών σχέσεων- όσο η ένταξη αυτών των μέτρων μέσα σ’ ένα πλαίσιο που προσομοιάζει σε μια εμπόλεμη συνθήκη.

Τελικά όμως, αυτά που επικράτησαν ήταν τα υπαρκτά δεδομένα για την πανδημία, για την κυκλική εξέλιξή της (με μια αυξητική, μια ευθεία και μια πτωτική φάση συνολικής διάρκειας σχεδόν τριών μηνών) και τα προληπτικά μέτρα μέσω γενικευμένης χρήσης των τεστ, για τις πιθανές θεραπείες και το εμβόλιο, για την ενίσχυση της Υγείας σε τοπικό επίπεδο και την αναγκαιότητα επαρκούς χρηματοδότησης των δημόσιων νοσοκομείων και των ιατρικών ερευνών.

Περνώντας τώρα στις οικονομικές πτυχές της υπόθεσης των κορωνοϊού, μερικά φαινόμενα φέρνουν στο νου καταστάσεις που είναι χαρακτηριστικές μιας οικονομίας πολέμου. Για παράδειγμα, η βιομηχανική μετατροπή σε μερικά εργοστάσια για την παραγωγή προϊόντων που έλειπαν από την εθνική αγορά (όπως οι μάσκες και οι αναπνευστήρες). Όμως, πρόκειται για μεμονωμένες περιπτώσεις. Την ίδια ώρα, η παραγωγή των πραγματικών όπλων συνεχίζει ανενόχλητη και εν μέσω της κατάστασης έκτακτης ανάγκης (πχ εκείνη των F35 από την Leonardo στο Cameri). Φυσικά δεν τίθεται ζήτημα σύγκρισης με τον αυταρχικότητα των πολεμικών καιρών. Αν κάτι τίθεται ως ζήτημα αυτή είναι μια διακοπή εργασιών των πολυεθνικών παραγωγικών μονάδων. Πρόκειται για το αποτέλεσμα του διεθνούς καπιταλιστικού καταμερισμού εργασίας που επικράτησε κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών και άστοχα ονομάστηκε “παγκοσμιοποίηση”, από τον οποίο είναι δύσκολη αν όχι απίθανη η επιστροφή σε μια εθνικά επικεντρωμένη οικονομία.

Τώρα έχει εμφανιστεί πλέον κι ένα άλλο φαινόμενο που είναι τυπικό της οικονομίας πολέμου: η αισχροκέρδεια στα είδη πρώτης ανάγκης. H τιμή του αλευριού σκληρού σίτου (εκείνου για την παρασκευή ζυμαρικών) διπλασιάστηκε ενώ η τιμή του ίδιου του σκληρού σίτου αυξήθηκε κατά ένα μόλις ευρώ, περνώντας από τα 25 στα 26 ευρώ τα εκατό κιλά (μια αύξηση χαμηλότερη του 4%). Άραγε, πότε θ’ αρχίσει η μαύρη αγορά;

Ένα άλλο φαινόμενο που προσομοιάζει σε μια οικονομία πολέμου είναι ο -σίγουρα αξιοσημείωτος αν και χρονικά προσδιορισμένος- περιορισμός της εσωτερικής κατανάλωσης, με μοναδικές εξαιρέσεις στον διατροφικό και το φαρμακευτικό κλάδο. Φυσικά, όλο αυτό επιφέρει μια αύξηση των ιδιωτικών αποταμιεύσεων, οι οποίες και μετατρέπονται στον προνομιακό στόχο για τα επενδυτικά ταμεία και τις εκδόσεις κρατικών ομολόγων. Δεν έχουμε φτάσει ακόμα στα αναγκαστικά πολεμικά δάνεια ή στη συλλογή χρυσού για την πατρίδα. Άλλωστε η χρηματοπιστωτική αγορά έχει γίνει τόσο αυτόματη, γρήγορη και διακλαδωμένη, που καθιστά σε εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση τη ρύθμισή της από πλευράς οποιασδήποτε εθνικής αρχής. Κάποιες μεγαλύτερες πιθανότητες θα είχανε τα ευρω-ομόλογα, σε περίπτωση που αυτή η πρόσκαιρη οντότητα ονόματι Ευρωπαϊκή Ένωση ή ορθότερα η Κεντρική Τράπεζα της κατάφερνε να επιτύχει μια εύλογη διαμεσολάβηση ανάμεσα στις διάφορες εθνικές επιδιώξεις. Σε κάθε περίπτωση, όλα αυτά θα μεταφραστούν σε μια εκθετική αύξηση τόσο του δημόσιου όσο και του ιδωτικού χρέους. Τα χρέη όμως τελικά, σε κάθε περίπτωση πληρώνονται.

Μέσα από την ιστορία της κατάστασης έκτακτης ανάγκης του Covid 19, απέκτησαν και πάλι ορατότητα μερικές ποικίλες τάσεις που αυτοπροσδιορίζονται ως “αριστερές”, οι οποίες αναμασάνε τις κεϋνσιανές θεωρίες για την έξοδο από την καπιταλιστική κρίση: μια επιστροφή του νεο-κεϋνσιανισμού. Οι κεϋνσιανές πολιτικές εφαρμόστηκαν στις ΗΠΑ κατά τη διάρκεια της ύφεσης της δεκαετίας του 1930, μέσα από τις μεταρρυθμίσεις που εισήγαγε ο Ρούσβελτ καθώς και άλλες -ευρωπαϊκές- χώρες με άλλες μορφές και τρόπους. Αυτές συμπυκνώνονται ουσιαστικά σε μια μαζική παρέμβαση του κράτους στην οικονομία, με σκοπό τη δημιουργία πρόσθετης ζήτησης -μέσα από τεράστια δημόσια έργα- για την απορρόφηση μιας σαρωτικής ανεργίας. Φυσικά αυτά τα μέτρα ασκούν μια κοινωνική επιρροή ως προς τις συνέπειες της κρίσης, με την προοπτική μιας επανεκκίνησης των καπιταλιστικών κερδών, η οποία και μπορεί να επέλθει μέσω της συγκεντροποίησης των κεφαλαίων και της μείωσης των εργατικών μισθών. Όπως και να έχει, η αποτελεσματικότητα αυτών των πολιτικών δεν είναι βέβαιη, αφού -μετά από μια σύντομη περίοδο περιορισμένης ανάκαμψης– αυτές εξελίχτηκαν σε έναν “πολεμικό κεϋνσιανισμό”, όταν κατά τη διάρκεια του 2ου παγκόσμιου πόλεμου σχεδόν το σύνολο της παραγωγής –από τα άρματα μάχης μέχρι τα κουμπιά των στολών- πέρασε στο κράτος.

Στη μεταπολεμική περίοδο, κατά τη διάρκεια των χρυσής καπιταλιστικής τριακονταετίας –όπου το δημόσιο χρέος είχε μειωθεί σε ιστορικά χαμηλά ποσοστά- οι κεϋνσιανές πολιτικές σε μερικές χώρες της δυτικής Ευρώπης, μεταξύ των οποίων και η Ιταλία, μεταφράστηκαν σε ένα σύστημα κρατικής-ιδιωτικής “μεικτής οικονομίας” και ενός κοινωνικού κράτους (walfare state), δηλαδή στην κρατική διαχείριση ενός σημαντικού μέρους του –έμμεσου ή κοινωνικού- εργατικού μισθού, μέσα από την κατάθεση στα κρατικά ταμεία σημαντικών κοινωνικών εισφορών από πλευράς των μισθωτών εργαζομένων ή -για λογαριασμό τους- από τους εργοδότες τους. Όπως και να έχει, αυτό το σύστημα ελαχιστοποιήθηκε ή σχεδόν αποδεκατίστηκε από τις συνέπειες της κρίσης που ξεκίνησε τη δεκαετία του 1970, με ιδιωτικοποιήσεις και βιομηχανικές αποτοπικοποιήσεις σε χώρες χαμηλού εργατικού κόστους. Επομένως οι νεο-κεϋνσιανές τάσεις, οι οποίες παρουσιάζουν μια επικίνδυνη σύγκλιση με τις αντίστοιχες “κυριαρχικές της δεξιάς”, μοιράζονται με αυτές κι ένα χαμηλό ποσοστό υλοποίησης, δεδομένης της επικυκυριαρχίας -κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών- των μεγάλων πολυεθνικών “χωρίς πατρίδα” και του διεθνούς χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού επί των εθνικών κρατών.

Επιπρόσθετα, απ’ ότι φαίνεται και όπως υποστήριζε και ο Paul Mattick σ’ ένα άρθρο του 1940, ακόμα και ο πόλεμος έχει χάσει την ικανότητα του για το ξεπέρασμα της καπιταλιστικής κρίσης. Έγραφε ο Mattick: “Μέσα στην κυκλική πορεία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, μια γρήγορη συσσώρευση κεφαλαίων έχει ως συνέπεια την ύφεση και την κρίση, ενώ ο ίδιος μηχανισμός επίλυσης της κρίσης οδηγεί σε μια νέα φάση συσσώρευσης και ανάπτυξης. Ως άμεση συνέπεια, μια περίοδος καπιταλιστικής ειρήνης οδηγεί στον πόλεμο και ο πόλεμος σε μια νέα ειρηνική περίοδο. Όμως τι συμβαίνει όταν η οικονομική ύφεση γίνεται διαρκής; Ακόμα και ο πόλεμος ακολουθεί την ίδια πορεία κι επομένως ο διαρκής πόλεμος είναι τέκνο της διαρκούς οικονομικής ύφεσης”. Έπειτα, ο Mattick έφτανε την ανάλυσή του στις ακραίες συνέπειες της, δηλώνοντας: “Σήμερα το ζήτημα -στο βαθμό που η ύφεση δεν μπορεί ν’ αποτελέσει πλέον τη βάση για μια νέα ευημερία- είναι να δούμε αν ο ίδιος ο πόλεμος έχει χάσει την κλασική λειτουργία της απαραίτητης καταστροφής-ανοικοδόμησης που πυροδοτεί μια διαδικασία ταχείας καπιταλιστικής συσσώρευσης και μεταπολεμικής ειρηνικής ευημερίας”. Σήμερα, ο διαρκής πόλεμος εξελίσσεται μέχρι στιγμής σε περιοχές της καπιταλιστικής ημιπεριφέρειας, όπως στη Μέση Ανατολή, την Αφρική και το Αφγανιστάν, με εξαίρεση τη σύγκρουση στις πύλες της Ευρώπης, σε Ντονμπάς/Ουκρανία. Επομένως, δημιουργείται η αίσθηση πως η πανδημία του κορωνοϊού μπορεί ν’ αποτελέσει ένα υποκατάστατο του διαρκούς πολέμου, στο οποίο όμως εμπλέκονται άμεσα οι καπιταλιστικά ανεπτυγμένες χώρες. Ένα υποκατάστατο που είναι ταυτόχρονα τεράστιο και ελάχιστο: τεράστιο ως προς τις κοινωνικές θυσίες που επιφέρει, ελάχιστο για το ξεπέρασμα της καπιταλιστικής κρίσης. Στο τέλος αυτής της ιστορίας, δεν θα υπάρξει κάποια οικονομική ανάκαμψη, ούτε όμως και μια κατάρρευση του καπιταλισμού αλλά -πιθανότατα- μια επιτάχυνση των διαδικασιών της εξελισσόμενης κρίσης.

Κατάληψη Panetteria

Μιλάνο, 11 Aπρίλη 2020

Μνήμη Περικλή Κοροβέση (Αργοστόλι 20/7/1941 – Αθήνα 11/4/2020)

Ι.

Θυμάμαι από πολύ μικρή ηλικία, το όνομά του να ακούγεται συχνά πυκνά μέσα στο σπίτι μας. Να ειπώνεται με ανεπιτήδευτη οικειότητα και αυθόρμητο δέος από τα στόματα των γονιών μου. Μαζί με άλλα ονοματεπώνυμα-βράχους (Αλέκος Παναγούλης, Παναγιώτης Ελλής, Σπύρος Μουστακλής, Σάκης Καράγιωργας, Χρόνης Μίσσιος …). Ήταν αυτοί οι άνθρωποι με τους οποίους γέμιζαν οι σελίδες του δικού μου παιδικού “βιβλίου των ηρώων του δρόμου”.

Όμως με τον συγκεκριμένο αντιδικτατορικό αγωνιστή και πολιτικό κρατούμενο της χούντας, η βαλίτσα πήγαινε παρακάτω. Πιθανότατα εξαιτίας της νεανικής φιλίας του με τους γονείς μου. Έτσι, οι διηγήσεις για το βίο και την πολιτεία του δεν περιορίζονταν στα όσα υπέστη έπειτα από τη σύλληψή του από τους γδάρτες του. Θυμάμαι τον πατέρα μου να αναφέρεται -με τρυφερότητα- στην αγάπη του Περικλή για το θέατρο, συμπληρώνοντας χαμογελαστά: “αν και για να πούμε την αλήθεια δεν ήταν -ή μάλλον δεν πρόλαβε να γίνει- μεγάλος θεατρίνος. Με τη γραφή τα πήγε καλύτερα…”. Θυμάμαι τη μητέρα μου να διηγείται με κάθε λεπτομέρεια την επίσκεψή τους και τα σούρτα φέρτα “ύποπτων στοιχείων” σ’ ένα διαμέρισμα, κάπου στην Πατησίων, λίγες μόλις ώρες πριν τη σύλληψή του από τους βασανιστές του. Μια διήγηση που έκλεινε πάντοτε με το ίδιο μητρικό ερώτημα: “Ακόμα απορώ γιατί δεν μπουκάρανε αποβραδίς”… Έπειτα, η φωνή της συνήθως έσπαγε και τα μάτια της βούρκωναν σαν άρχιζε να αναφέρεται σε όσα διέπραξαν αυτά τα ανδρείκελα πάνω στο σώμα της συντρόφισσάς του. “Και να σκεφτείς, όλα αυτά τα τράβηξε από αυτά τα καθάρματα μπροστά στα μάτια του, για να τον λυγίσουν”. Μετά και από αυτή τη φράση, συνήθως επικρατούσε μια αμήχανη σιωπή.

Πριν από μια τριακονταετία, θυμάμαι τον πατέρα μου να αναζητεί -μέσω γνωστών και φίλων- τον αριθμό τηλεφώνου του Περικλή για να του εκφράσει τη συμπαράστασή του. Ήταν τότε που το Έθνος” κυκλοφορούσε με πρωτοσέλιδο “ιδού ο δολοφόνος”. Η Αγγελική Νικολούλη, σύζυγος γνωστού ΚΥΠατζή, σε “αποκλειστικό ρεπορτάζ”, τον “φωτογράφιζε” ως εκτελεστή του Παύλου Μπακογιάννη. Το “Έθνος” αναγκάστηκε να κάνει γαργάρα την “αποκλειστικότητα”, ενώ η Νικολούλη ξεκινούσε την καριέρα της ως εθνική θηρεύτρια αναζήτησης χαμένων προσώπων και “απολωλότων προβάτων”, μέσα στο λαμπρό βούρκο της ιδιωτικής τηλεόρασης…

Τη λέξη “Ανθρωποφύλακες” την είχα δει για πρώτη φορά γραμμένη στη ράχη ενός λευκού βιβλίου που στεκόταν σε περίοπτη θέση της βιβλιοθήκης μας. Παρά τις πατρικές προτροπές, πέρασαν αρκετά χρόνια μέχρι ν’ αξιωθώ να το ξεφυλλίσω και λίγα περισσότερα μέχρι ν’ αντέξω να το διαβάσω. Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που άρχισα ν’ αντιλαμβάνομαι μέχρι πού μπορεί να φτάσει η Εξουσία. Θυμάμαι ακόμα τα ρίγη που διέσχιζαν τη σπονδυλική στήλη μου, τη στιγμή που το έκλεινα διαβασμένο για να το επιστρέψω στο ράφι του. Ήταν τότε που η εφηβική παρορμητική εναντίωση είχε αρχίσει μέσα μου να παίρνει κοινωνική μορφή και σχήμα. Η αναρχική-αντιεξουσιαστική πολιτικοποίηση της δικής μας γενιάς προχώρησε μπροστά όταν ο μεταπολιτευτικός ριζοσπαστισμός είχε πλέον δύσει για τα καλά, μέσα στην εποχή της ηγεμονίας των ανιστόρητων ιδεολογημάτων περί “του τέλους της ιστορίας”. Ήταν τότε που φοριόταν πολύ η λέξη “πρώην”. Με τις λέξεις “αριστερά” και “αριστεροί” δεν τα πηγαίναμε και πολύ καλά (με τις “αριστερές” ίσως λίγο καλύτερα, αλλά και αυτό όχι πολύ…). Ασυναίσθητα, και ίσως με κάποιες δόσεις αφέλειας και αμετροέπειας (περί παρθενογένεσής μας), οι λέξεις αυτές μάς γίνονταν νοητές ως βαρίδια και όχι ως εφόδια. Έτσι, δεν χάναμε ευκαιρία να τους βγάζουμε -αυθάδικα και προβοκατόρικα- τη γλώσσα. Η ιδεολογική αντιπαράθεση και οι προκλήσεις μας εναντίον τους ήταν το ψωμοτύρι με το οποίο μεγαλώσαμε και προχωρήσαμε. Από εκείνα τα χρόνια, δυο μειοψηφικά συνθήματα που ακούγονταν στις ουρές των διαδηλώσεων (και αποτύπωναν ανάγλυφα αυτή τη ρήξη) θα μείνουν για πάντα χαραγμένα στη μνήμη: “δε θέλουμε πορείες με τους αριστερούς, θέλουμε τους μπάτσους στην άσφαλτο νεκρούς”, “πορείες και ντουντούκες αυτή δεν είναι λύση, ποτάμια από το αίμα τους πρέπει να κυλήσει”

Τι κι αν κουρασμένοι αλλά ευφυείς αγωνιστές και αγωνίστριες προσπαθούσαν να μας κάνουν ν’ αντιληφθούμε (με το καλό ή και το άγριο…) ότι “οι μπάτσοι είναι απλώς εμπόδια, δεν είναι ο κύριος εχθρός”. Εμείς, με το δίκιο της νιότης, τους αντιγυρίζαμε “ν’ αφήσουν τις θεωρίες”. Τι κι αν κυκλοφόρησε κι εκείνο το τραγούδι που μας προέτρεπε υπαρξιακά να σκοτώσουμε “τον μπάτσο που έχουμε μέσα μας”…

Έτσι, αφού διάβασα τους “Ανθρωποφύλακες” και άφησα να κατακάτσει μέσα μου η σκόνη από αυτή τη ζόρικη ανάγνωση, το μόνο που βρήκα να πω στον πατέρα μου ήταν το εξής: “Το διάβασα το βιβλίο του φίλου σου του Περικλή. Πολύ δυνατό. Αλλά εντάξει, μη νομίζεις… Αυτά που γίνονταν στο ΕΑΤ-ΕΣΑ τώρα γίνονται στη ΓΑΔΑ. Αυτά που τραβήξανε γενιές και γενιές κομμουνιστών, τα τραβάνε τώρα μονάχα οι αναρχικοί”. Φαντάζομαι ότι σήμερα κάτι τέτοιο μπορεί να ακούγεται ως υπερβολικό, αν όχι “βλάσφημο”. Ας ληφθεί όμως υπ’ όψη ότι τότε, κάπου στις αρχές του 1992, ήταν νωπή ακόμα η σύλληψη, η πολυήμερη κράτηση και τα βασανιστήρια στη ΓΑΔΑ εναντίον 33 αναρχικών αφισοκολλητών-αφισοκολλητριών, κατηγορούμενων για την αποκάλυψη του κρατικού εμπρησμού της Πρυτανείας του Πολυτεχνείου και το φόρτωμα “αυτού του νέου Ράιχστανγκ” στους συλληφθέντες καταληψίες. Στο άκουσμα των λεγομένων μου για τους “Ανθρωποφύλακες”, θυμάμαι το πρόσωπο το πατέρα μου να σκοτεινιάζει, να μη βγάζει άχνα και να κουνάει υποτιμητικά το κεφάλι λέγοντας: “Τι να σου πω; Ό,τι και να σου πω είναι λίγο”… Μετά από αυτό, έκανε μέρες να μου μιλήσει. Θυμάμαι πόσο είχα νευριάσει τότε μαζί του. Λυπάμαι που δεν πρόλαβα να του πω ότι τελικά -πιθανότατα- αυτός να είχε δίκιο, αφού τώρα πλέον είμαι βέβαιος ότι ένα είναι το σίγουρο: χρειάζονται πολλά καντάρια αρετής και τόλμης για να βρεις το ανάστημα ώστε να ξαναζήσεις, να καταγράψεις και να δημοσιοποιήσεις την εξανδραποδισμένη αθλιότητα που ένιωσες στο πετσί σου, καθιστώντας την ακόμα αθλιότερη…

ΙΙ.

Έπειτα, τα χρόνια πέρασαν. Το ονοματεπώνυμο του Περικλή συνέχιζε να είναι παρών στο πατρικό σπίτι, με διάφορες αφορμές. Είτε για το σχολιασμό κάποιου άρθρου του στην “Ελευθεροτυπία” και την “Εποχή”, είτε μέσω κάποιου από τα βιβλία που συνέχισε ανελλιπώς να γράφει και των οποίων οι γονείς μου υπήρξαν τακτικοί αναγνώστες. Θυμάμαι ένα καλοκαίρι στην Αίγινα είχα ξεμείνει από αναγνώσματα. Έτσι, έπεσαν στα χέρια μου οι “Ανεπίδοτοι Έρωτες”. Το διάβασα στο πι και φι. Για να πω την αλήθεια, δεν με ενθουσίασε αν και το θεώρησα παραδόξως ως ένα απαισιόδοξα αισιόδοξο γραπτό.

Τα χρόνια συνέχισαν να περνάνε. Τον Δεκέμβρη του 2008, θυμάμαι τον Περικλή εκλεγμένο βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ, να υπερασπίζεται (ή και απλώς να “ερμηνεύει”…) τους εξεγερμένους και τις εξεγερμένες από τα αντιπολιτευτικά έδρανα της βουλής της αστικής “δημοκρατίας” (εκείνης που “διαδέχτηκε ομαλά” την αστική δικτατορία που τον δίωξε, τον φυλάκισε και τον βασάνισε…) και να στέκεται ειλικρινά απέναντι στα καθεστωτικά γαβγίσματα που λάσπωναν τη μνήμη του αναρχικού μαθητή Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου. Λίγους μήνες αργότερα (και αφού ο Τσίπρας είχε “φορέσει το δαχτυλίδι” που του είχε περάσει ο Αλαβάνος), το 2009 ο Περικλής ευτυχώς “έφυγε νωρίς”. Έφυγε νωρίς από το μαντρί της “ανανεωτικής αριστεράς”, πριν αυτό αρχίσει να επεκτείνεται, μέχρι τη διαδοχική μετατροπή του -κατά τη διάρκεια της μνημονιακής δεκαετίας- από “ελάσσονα” σε “αξιωματική” αντιπολιτευτική, κι έπειτα σε συγκυβερνητική συνιστώσα του κοινοβουλευτικού θεάτρου σκιών.

Το Δεκέμβρη του 2015, ο Περικλής έλεγε (στο 3pointmagazine.gr) :

[…] Η εξέγερση του Δεκέμβρη του ‘08 ήταν το ορατό μέρος μιας λανθάνουσας εξέγερσης που δεν είχε εμφανιστεί. Δηλαδή αυτή τη στιγμή που μιλάμε, όλες οι αδικίες που έχουν συσσωρευτεί εις βάρος αυτού του λαού, υπάρχουν σαν ξερά ξύλα έτοιμα για φωτιά. Το προσάναμμα λείπει.

[…] Στη δική μας την εποχή, όταν ήμασταν έφηβοι, ήταν ακόμα η βαριά σκιά του εμφυλίου πολέμου και παρόλο που το κίνημα είχε νικηθεί και πολιτικά και στρατιωτικά, φοβόντουσαν κάτι που θα μπορούσε να γεννηθεί όπως έγινε και με την ΕΔΑ. Οπότε η έννοια του να είσαι αριστερός, έστω κληρονομικό δίκαιο, αν δηλαδή ήταν ο πατέρας σου, την πλήρωνες κι εσύ, πήγαινε στην οικογένεια.

Στη σημερινή εποχή τα πράγματα δεν είναι έτσι, γιατί η εξουσία βλέπει ότι αν υπάρχει πολυφωνία, αν υπάρχουν κόμματα, αν υπάρχουν διάφορες κινήσεις, στην ουσία τροφοδοτούν την εξουσία. Δηλαδή, ο ΣΥΡΙΖΑ εμφανίζεται ως δύναμη ανατροπής, στην ουσία είναι δύναμη ανανέωσης και στήριξης του υπάρχοντος συστήματος. Τώρα δεν έχουμε διώξεις για κάτι τολμηρό που γράφουμε. Δεν έχουμε δίωξη κάποιου δημοσιογράφου ή συγγραφέα για αυτό που έγραψε, γιατί αυτά αναφέρονται σε μεγάλο κοινό. Όπου όμως υπάρχουν ομάδες δραστήριες, οι οποίες δεν είναι συμβιβασμένες, αυτές οι ομάδες διώκονται. Υπάρχει δίωξη σε εκείνες τις ομάδες οι οποίες ενοχλούν την εξουσία, όπως συμβαίνει με τους 5 φοιτητές τώρα. Αυτό που βλέπω λοιπόν τώρα είναι ότι η εξουσία μέσω Τσίπρα κυριάρχησε για ακόμα μια φορά και όλες οι υπόλοιπες ομάδες που αντιστέκονται, γιατί υπάρχουν πολλές ομάδες που αντιστέκονται στην Ελλάδα, δεν μπορούν ούτε να συντονιστούν ούτε να δημιουργήσουν κάτι πιο σοβαρό. Ας πούμε ένα ενιαίο μέτωπο. Άρα λοιπόν αυτή τη στιγμή που μιλάμε, είμαστε σε μια εξουσία, που εκφράζεται από τον Τσίπρα και σε μια μη εξουσία, που βρίσκεται στα διάφορα κινήματα-ομάδες […]

ΙΙΙ.

Οι άνθρωποι ως γνωστόν δεν είναι όντα αθάνατα, ούτε άτρωτα, ούτε αψεγάδιαστα. Με γνώμονα το αξίωμα που θέλει τους ύστατους αποχαιρετισμούς να διεκδικούν την πληρότητά τους μονάχα όταν αγγίζουν σφαιρικά και δίχως φτιασίδια το βίο που εξιστορούν, ας ειπωθούν και τα παρακάτω: πάνε χρόνια από τότε που η εντύπωση και η εικόνα που διατηρούσα μέσα μου για αυτόν τον αγωνιστή είχε λαβωθεί. Γνώριζα ότι επρόκειτο για έναν ηλικιωμένο άνθρωπο “του ποτού, του τσιγάρου και του νυχτοπερπατήματος”. Ήμουν σχεδόν βέβαιος ότι ήταν ένας από αυτούς που “ήπιαν μια φορά και μέθυσαν για πάντα”. Παρ’ όλα αυτά, οι διηγήσεις από φίλες και συντρόφισσες για τον ενίοτε επιθετικό τρόπο “καρδιοκατακτητικής” συμπεριφοράς του προς το “ωραίο φύλλο”, όπως και η στενάχωρα μεθυσμένη εικόνα του, ένα βράδυ -προ δεκαετίας και βάλε– στο καφενείο του Σάκη στην πλατεία Εξαρχείων, είχαν ραγίσει (χωρίς όμως να αποκαθηλώσουν… ) το φωτεινό πορτραίτο του μέσα σ’ εκείνο το παιδικό “βιβλίο των ηρώων του δρόμου”.

ΙV.

Αλλά είπαμε. Οι άνθρωποι ως γνωστόν είναι όντα θνητά, τρωτά και ψεγαδιασμένα. Το ζήτημα είναι να παραμένουν άνθρωποι. Το ζήτημα είναι να συνεχίζουν ν’ αγωνίζονται. Όπως μπορεί ο καθένας. Αλλά να συνεχίζουν ν’ αγωνίζονται. Και ο Περικλής Κοροβέσης παρέμεινε άνθρωπος, από εκείνους που συνεχίζουν, όπως μπορούν και θέλουν ν’ αγωνίζονται. Από αυτούς που όταν φεύγουν, αφήνουν ανεξίτηλο το χνάρι τους πάνω στους “καιρούς που μέλλονται για να ‘ρθουν”. Από αυτούς που μέχρι και την τελευταία ικμάδα της ζωής την δωρίζουν για την ικανοποίηση της ύστατης επιθυμίας τους:

Εγώ δεν ξέρω αν είμαι αναρχικός ή αριστερός. Αυτό που θέλω εγώ είναι να μην πεθάνω μαλάκας”.

Αντίο Περικλή.

Λ.Β.

Αθήνα, 12 Απρίλη 2020

Ο χαιρετισμός του Σάντε Νοταρνικόλα στον Σαλβατόρε Ριτσιάρντι.

φώτο: ο Σαλβατόρε στο παράθυρο του Radio Onda Rossa,

στη συνοικία San Lorenzo της Ρώμης.

Σαλβατόρε,

Πριν από μερικές ημέρες μου είχε τηλεφωνήσει ο Πάολο. Με ενημέρωσε για την πτώση σου, για την κατάστασή σου, για τις δοκιμασίες σου. Υπέφερες πολύ, το ξέρω, το φαντάζομαι. Αυτά τα τραύματα είναι ανυπόφορα, όπως και η φυλακή με τις απομονώσεις της, την αγριότητα της, την αχρηστία της. Ακόμα είμαι συνταραγμένος από τον τρόπο που έπεσες. Δεν υπήρχαν νεότεροι σύντροφοι για να κρεμάσουν το πανό; Γνωρίζω το μηχανισμό: είναι το σχολείο που μας διαμόρφωσε, να προηγηθούμε όλων και παντού, με τίμημα το σπάσιμο μας και έτσι έγινε με εσένα…

Ο ιός με εμποδίζει σε πολλά πράγματα. Θα ήθελα να σε συνοδεύσω και στο μεταξύ να σου μιλήσω και να σου θυμίσω το παραθυράκι του κελιού σου στη φυλακή του Κούνεο, απ’ όπου φαινόταν χιονισμένο όλο το Μονβίζο. Ήταν ένας από τους λόγους για τους οποίους αποδεχόμουν την πρόσκληση σε δείπνο, όταν ήταν εφικτή η κοινωνικότητα. Μαζί με αυτή, οι αναμνήσεις της στράτευσης, της δικής σου και των συντρόφων σου.

Νοιώθω αρκετά φτωχός. Μου λείπει ο Πρόσπερο, μου λείπει ο Άντζελο Μπασόνε, ο Πικιούρα, ο Βικ και πολλοί άλλοι: ένας θλιβερός κατάλογος. Μένουν τα γραπτά σου που θα διαδώσουμε. Ξέρεις, εδώ και καιρό έχει πέσει πάνω μου η σιωπή, δεν είμαι πια ο γραφομανής εκείνων των καιρών ενώ και τα ποιήματα είναι σπάνια.

Παρατηρώ, ακούω, σιωπώ. Σίγουρα: είναι η ηλικία.

Καλό ταξίδι σύντροφε. Ευχαριστώ για όλα.

Μόλις ελευθερωθώ από τον ιό θέλω να φτάσω στο Μονβίζο για έναν ιδιαίτερο χαιρετισμό σε σένα και σε μένα τον ίδιο.

Σάντε Νοταρνικόλα

πηγή: Radio Onda Rossa (Ρώμη)

μετάφραση: κινηματικό εκδοτικό εγχείρημα Los Solidarios

Αθήνα, 10 Απρίλη 2020

 

Salvatore Ricciardi. Πάντα Παρών στις Καρδιές και τους Αγώνες μας!

Πολλοί νόμισαν ότι αφού χάθηκε αυτή η μάχη, είχε τελειώσει και ο αγώνας, μπερδεύοντας δυο πράγματα, γιατί η μάχη μπορεί να χαθεί, αλλά ο αγώνας δεν τελειώνει…

Salvatore Ricciardi

Xθες Πέμπτη 9 Απρίλη 2020, έφυγε από τη ζωή -έπειτα από ένα μήνα νοσηλείας- στη γενέτειρα του Ρώμη, ένας ξεχωριστός προλετάριος, ένας σεμνός κομμουνιστής, ένας παντοτινός αντάρτης: ο Σαλβατόρε Ριτσιάρντι.

Στη Μνήμη μας θα παραμείνουν βαθιά χαραγμένα το πλατύ χαμόγελο και η έμφυτη ανθρωπιά, η διαλεκτική αναλυτικότητα της σκέψης και η ανυποχώρητη αγωνιστικότητα του, γνωρίσματα που τον χαρακτήρισαν καθ’ όλη τη διάρκεια της πολυκύμαντης ζωής του.

Εκφράζουμε τα ειλικρινή συλλυπητήρια μας στην οικογένεια του και τα οικεία του πρόσωπα. Ενώνουμε τη φωνή μας μ’ εκείνες των συντρόφων και συντροφισσών στη Ρώμη και σ’ όλη την Ιταλία -όπου μέσα στην υπάρχουσα δυστοπική συνθήκη της πανδημίας και της κατάστασης έκτακτης ανάγκης- υψώνουν τις γροθιές τους για να χαιρετήσουν –όπως του πρέπειέναν αγωνιστή, ο οποίος απέδειξε έμπρακτα και ακατάπαυστα ότι “η επανάσταση είναι ένα λουλούδι που δεν πεθαίνει ποτέ”

Ακολουθούν δυο αποσπάσματα από την έκδοση με τη μεταφρασμένη απομαγνητοφώνηση δυο εκπομπών (που μεταδόθηκαν από το διαδικτυακό αντιεξουσιαστικό ραδιόφωνο Radiocane του Μιλάνου τον Ιούνη του 2014), η οποία τυπώθηκε στην Αθήνα από την τυπογραφική κολεκτίβα Rotta και κυκλοφόρησε από την Προλεταριακή Πρωτοβουλία τον Μάρτη του 2015 με τίτλοΤι σήμαινε να είσαι 20 χρονών το 1960… Με το άλφα μικρό. Μια ζωή για την προλεταριακή αυτονομία”.

**

Ο Σαλβατόρε Ριτσιάρντι γεννήθηκε το 1940 στη Ρώμη. Μετά από τεχνικές σπουδές και παράλληλη δουλειά στην οικοδομή, το ’62 θ’ αρχίσει να εργάζεται ως τεχνικός στους σιδηροδρόμους. Θα δραστηριοποιηθεί συνδικαλιστικά στη Γενική Συνομοσπονδία Ιταλών Εργαζομένων [Cgil] και πολιτικά στο Σοσιαλιστικό Κόμμα Προλεταριακής Ενότητας [Psup]). Θα συμμετάσχει ενεργά στους φοιτητικούς και τους εργατικούς αγώνες που θα ξεσπάσουν το 1968 και το ’69. Στα χρόνια που θ’ ακολουθήσουν θα πρωταγωνιστήσει στην οικοδόμηση της αυτοοργάνωσης που αρχίζει να κερδίζει έδαφος τόσο στο σιδηροδρομικό κλάδο όσο και σ’ άλλους εργοστασιακούς χώρους. Μετά την πολύχρονη δραστηριοποίησή του στο χώρο της εργατικής αυτονομίας, το 1977 θα στρατευθεί στις Κόκκινες Ταξιαρχίες, στη ρωμαϊκή Φάλαγγά τους πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την “επιχείρηση Μόρο”. Θα συλληφθεί τον Μάρτη του 1980 και στα τέλη της ίδιας χρονιάς μαζί με συντρόφους του και άλλους συγκρατούμενούς του, θα οργανώσουν την εξέγερση στην ειδική φυλακή του Τράνι. Θα καταδικαστεί σε ισόβια και από το 1996 θα τεθεί σε καθεστώς “ημι-ελευθερίας”. Μετά από τριάντα χρόνια εγκλεισμού και ομηρίας, από τα τέλη του 2011 ζει ελεύθερος χωρίς περιοριστικούς όρους. Παραμένει ενεργός στο αντικαπιταλιστικό-ανταγωνιστικό κίνημα και εδώ και πολλά χρόνια συμμετέχει στο ιστορικό κινηματικό ραδιόφωνο της Ρώμης Radio Onda Rossa [Ράδιο Κόκκινο Κύμα].

**

Φώτο: Νυόρο (Σαρδηνία) 1981, στην ειδική φυλακή της οδού Badu ‘e Carros (μια από τις σκληρότερες, όμως ο συσχετισμός δυνάμεων επέτρεψε αυτή την εσωτερική φωτογράφηση στο προαύλιο. Όμως δεν κράτησε πολύ).

Πηγή: το blog Contromaelstrom που είχε δημιουργήσει και διατηρούσε ο Salvatore.

**

Το 2012 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Derive Approdi το βιβλίο του Maelstrom. Στιγμιότυπα ταξικής εξέγερσης και αυτοοργάνωσης στην Ιταλία (1960-1980), από το οποίο και ακολουθεί ένα μικρό απόσπασμα:

Το κίνημα στο οποίο συμμετείχα και για το οποίο μιλάμε τώρα ήταν ένα φουσκωμένο ποτάμι αρκετά συμπαγές, αν και κολυμπούσαν μέσα του πάρα πολλά ψάρια με διαφορετικά χρώματα, διαφορετικές ιδέες και πρακτικές, συχνά εναντιωματικά μεταξύ τους. Η διαδρομή αυτού του ποταμιού στόχευε στη ριζική αλλαγή του υπάρχοντος, στην αποκαθήλωση του καπιταλιστικού συστήματος και του Κράτους του, στην οικοδόμηση μιας άλλης κοινωνίας που έπρεπε να εφευρεθεί, βασισμένη όμως στην άμεση δημοκρατία του προλεταριάτου. Ονομάζαμε αυτή τη διαδρομή “κομμουνισμό”. Μια επαρκής προοπτική για να συνεχίσουμε να κολυμπάμε όλοι και όλες μέσα στο ίδιο ποτάμι και προς την ίδια κατεύθυνση. Και οι ένοπλες οργανώσεις δεν ήταν άλλο από χώροι αυτού του ίδιου του ποταμιού. Δεν υπήρξε, ούτε θα μπορούσε να υπάρξει, ούτε “κεντρική δομή” ούτε “ένας και μοναδικός εγκέφαλος”. Ήμασταν όλοι σκεπτόμενα μυαλά, γι’ αυτό και παράγαμε πάρα πολλά όμορφα και ανατρεπτικά πράγματα […]. Το κίνημά μας διέρρηξε κάθε δεσμό με τον εθνικισμό, ο οποίος είχε μολύνει το εργατικό κίνημα τον εικοστό αιώνα. Το βλέμμα μας αποστρεφόταν κάθε σύνορο, σηκωνόμασταν στις μύτες των ποδιών μας για να κοιτάξουμε όλο και πιο μακρυά. Την προσοχή μας τραβούσε κάθε ρήξη στο διεθνές επίπεδο, το οποίο βλέπαμε μ’ αντίστοιχο ενδιαφέρον μ’ εκείνο για την κάθε ρήξη της καπιταλιστικής τάξης στο εσωτερικό. Ήμασταν πεπεισμένοι ότι το σφιχταγκάλιασμα ανάμεσα στον κομμουνισμό και τον εθνικισμό ήταν ένα είδος εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας, όπως και κάθε άλλη βασισμένη στην ταυτότητα παλινόρθωση. Αυτό το έγκλημα εμπόδισε κάθε πραγματική σχέση ανάμεσα στο κλασικό εργατικό κίνημα και το δικό μας κίνημα. Ήμασταν πιο κοντά στον “αρχικό” κομμουνισμό, τον ανταγωνιστικό και διεθνιστικό, και όχι στον εθνικό-πατριωτικό του εικοστού αιώνα. Δίναμε περισσότερη σημασία στο διεθνές πλαίσιο και τις μεταβολές του απ’ ό,τι στις εσωτερικές πολιτικές αλχημείες του “παλατιού”. Θεωρούσαμε τους εαυτούς μας κομμάτι μιας διεθνούς σύγκρουσης, αν και όντας στενά δεμένοι με τις πραγματικότητες, τις εδαφικοποιημένες κι εκείνες στους χώρους δουλειάς […]. Οι μνήμες φυσικό είναι να βαραίνουν το φορτίο του παρελθόντος, να αφήνονται πίσω, να μη σου ανήκουν πια. Όχι. Τα γεγονότα αυτών των σελίδων, οι επιλογές εκείνου του κομματιού της γενιάς μου, τουλάχιστον όσο μ’ αφορά προσωπικά, δεν είναι βαλμένες στο σακούλι του παρελθόντος. Ζω μαζί τους. Είναι το παρόν, για εμένα. Δεν κάνω τα πράγματα που έκανα τότε, αλλά δεν τα πέταξα και μακριά μου με απέχθεια, απογοήτευση και τύψεις. Με συντροφεύουν, με βοηθάνε στη δύσκολη φουσκοθαλασσιά των καιρών που ζούμε. Λένε μερικοί: να κλείσεις πίσω σου για να πας παραπέρα. Θα μπορούσε να γίνει και αυτό, αλλά θα ήταν απαραίτητη πρώτα μια ανοιχτή και ευρεία συζήτηση, χωρίς διαστρεβλώσεις και προκαταλήψεις, που αποτελούν και το καθημερινό ψωμί αυτής της χώρας […].

Προλεταριακή Πρωτοβουλία

Αθήνα, 10 Απρίλη 2020

Εκδήλωση – Βιβλιοπαρουσίαση: Marco Capoccetti Boccia. Οδομαχίες, Αυτόνομοι χωρίς Αυτονομία από τις εκδόσεις red n’ noir. Με τη συμμετοχή του συγγραφέα. (Αθήνα Σάββατο 30/11 & Θεσσαλονίκη 1/12)

Εκδήλωση – Βιβλιοπαρουσίαση: Marco Capoccetti Boccia. Οδομαχίες, Αυτόνομοι χωρίς Αυτονομία από τις εκδόσεις red n’ noir. Με τη συμμετοχή του συγγραφέα.

Αθήνα: Σάββατο 30/11/19 στις 20.30 στην Κατάληψη Λέλας Καραγιάννη 37.

Θεσσαλονίκη: Κυριακή 1/12/19 στις 19.00 στην Κατάληψη Mundo Nuevo. Φιλίππου & Σιάτιστης.

“… Ξεχασμένες ιστορίες από τους δρόμους των αυτόνομων της δεκαετίας του ‘90. Ιστορίες με ξύλο και φόβους, με οργή και απραγματοποίητα όνειρα. Άβολες ιστορίες. Ιστορίες που αποφάσισα να διηγηθώ, με το βλέμμα των οργισμένων, με το βλέμμα των αυτόνομων, στους οποίους νιώθω ακόμα ότι ανήκω χωρίς ν’ απαρνηθώ τίποτα, χωρίς να μετανοήσω για τίποτα. Ιστορίες ηττημένων. Στην αυγή της δεκαετίας του ‘90 μιλάμε ακόμα για επανάσταση. Χωρίς να νοιώθουμε γελοίοι”.

κινηματικό εκδοτικό εγχείρημα Los Solidarios

Η Ανεπίδοτη επιστολή του Γιάννη Βλάσση. Παρουσίαση του βιβλίου «Νοέμβρης 1973»

αναδημοσίευση από rednnoir.gr

Τάσος Θεοφίλου.

«Ο πατέρας μου γενικά έγραφε, κυρίως λογοτεχνία και ποίηση. Η συγκεκριμένη μαρτυρία όμως έχει ενδιαφέρον και σαν ιστορία. Είναι ένα κείμενο που το είχε γράψει κάποιες εβδομάδες μετά τα γεγονότα του Νοέμβρη του 1973 και προοριζότανε για να το στείλει σε ένα φιλικό και συντροφικό του ζευγάρι που ήταν τότε στο Παρίσι, στους οποίους τελικά και αφιερώνεται αυτή η έκδοση. Για διάφορους λόγους τότε δεν το έστειλε, προφανώς εξαιτίας της λογοκρισίας, γιατί θα γινόταν έλεγχος στο ταχυδρομείο, καθώς και ο ίδιος ήταν φακελωμένος και οι άνθρωποι που ήταν στο Παρίσι. Έτσι, έμεινε στο συρτάρι, δεν τους το έστειλε, το κράτησε, και γενικά μέσα στα χρόνια, τις μέρες αυτές της επετείου, και εγώ του έλεγα αλλά και εκείνος ήθελε να το εκδώσουμε, και τελικά έμελε να βγει μετά θάνατον και να μην προλάβει να το δει τυπωμένο. Έλεγε: δεν στάλθηκε εκεί που ήταν να σταλεί, να μείνει τουλάχιστον σαν μαρτυρία.»

Σε αυτές τις λίγες φράσεις, ο Λεωνίδας Βαλασόπουλος, γιος του Γιάννη Βλάσση (Φλεβάρης 1938 —Αύγουστος 2019), συμπυκνώνει την αξία, τη σημασία και τη φόρτιση αυτής της έκδοσης που έγινε με δική του πρωτοβουλία.

Το γεγονός ότι αυτή η επιστολή δεν έφτασε στη ώρα της στους αρχικούς της παραλήπτες, ίσως κάνει την αξία της μεγαλύτερη, καθώς η επίδοσή της γίνεται τελικά με τρόπο που την μετατρέπει σε ανοιχτή επιστολή ή καλύτερα σε ένα ντοκουμέντο για εκείνο το τετραήμερο του 1973, που τόσο έχει ταλαιπωρηθεί και κατασυκοφαντηθεί.

Η έκδοση αυτή συμπίπτει χρονικά με την έκδοση του βιβλίου του Ιάσονα Χανδρινού Όλη Νύχτα Εδώ, το οποίο είναι μια εξαντλητική συλλογή και επιμέλεια μαρτυριών ανθρώπων που πρωταγωνίστησαν στα γεγονότα του Πολυτεχνείου. Αν το βιβλίο του Χανδρινού είναι μια διείσδυση στον πυρήνα των γεγονότων με ένα μεγεθυντικό φακό, η Ανεπίδοτη Επιστολή του Γιάννη Βλάσση μοιάζει περισσότερο με μια κάτοψή τους.

Σε κάθε περίπτωση, η μαρτυρία αυτή θα κινδύνευε να μείνει σε κάποιο βαθμό αφώτιστη, αν ο Λεωνίδας δεν μας μετέφερε κάποιες προφορικές περιγραφές και διευκρινίσεις που πολλαπλασιάζουν την αξία αυτού του χρονικού.

«Φαίνεται, κατά τη γνώμη μου, ότι πολλά πράγματα δεν καταγράφονται σαφώς, αλλά υπάρχουν πράγματα που υπονοεί και πράγματα που αιωρούνται. Ήταν γραμμένο επί χούντας και με προοπτική να σταλεί κι όλας. Υπήρχε ένα στοιχείο αυτολογοκρισίας μέσα. Εμένα μου είχε αναφέρει πολλά περισσότερα γεγονότα, ειδικά σε σχέση με τις συγκρούσεις και με την καταστολή, τι εκτυλίχτηκε εκείνες τις μέρες στη Αθήνα. Στο κείμενο λείπει όλο αυτό. Η διήγηση δεν αναφέρεται καθόλου στο τι γίνεται μέσα στο Πολυτεχνείο, μόνο στο τι γίνεται έξω στους γύρω δρόμους. Υπήρχε η πρόθεση να καταγράψει τα πράγματα αλλά, για λόγους ασφάλειας, όχι εντελώς ανοιχτά.

Σαν γραπτό, πέρα από τη συναισθηματική αξία που έχει για μένα επειδή είναι πατέρας μου, κατά τη γνώμη μου, συμβάλλει στο να σπάσουν τα κλασικά στερεότυπα που ξέρουμε, ή αυτά που προσπαθεί να περάσει το καθεστωτικό αφήγημα, ως μία  κατάληψη αποκλειστικά φοιτητών, παρότι προφανώς ως τέτοια ξεκίνησε.

Περιγράφει και το κλίμα της συμπαράστασης του κόσμου έξω, όπως και κάτι ακόμα που για μένα είναι πολύ σημαντικό. Αναφέρεται στις συγκρούσεις στην πλατεία Κάνιγγος μετά την εισβολή του τανκς, κάτι που δείχνει ότι η εξέγερση δεν τέλειωσε αμέσως και ούτε ο κόσμος έσπασε αμέσως ή φοβήθηκε τόσο πολύ. Δείχνει ένα κλίμα έντασης και σύγκρουσης, ακόμα και την επόμενη μέρα.

Η αλήθεια είναι ότι έχουν βγει πολλές μαρτυρίες και διηγήσεις μέσα στα χρόνια, άλλες πιο ειλικρινείς και τίμιες, κατά τη γνώμη μου, άλλες ίσως με λίγη δόση σπέκουλας. Μέσα στα χρόνια, έχουν υπάρξει διηγήσεις, και προσωπικές αλλά και άλλες, πάνω στις οποίες χτίστηκαν καριέρες πολιτικές. Νομίζω έχει μια αξία, γιατί μιλάει σε εντελώς ανθρώπινο επίπεδο και περιγράφει πολλές φορές το φόβο που ένιωσε ο ίδιος, και που φαντάζομαι υπήρχε, περιγράφει πολύ το γεγονός ότι στους δρόμους δεν ήταν μόνο ο υπερπολιτικοποιημένος κόσμος και πώς ο ίδιος συμμετείχε με τον τρόπο του στην εξέγερση, που σίγουρα δεν ήταν κάτι που περιοριζόταν σε μια φοιτητική διαμαρτυρία, περιορισμένη στο χώρο του Πολυτεχνείου. Ακόμα και η διήγηση που κάνει για τις συγκρούσεις στο δρόμο, για το πώς η αστυνομία και ο στρατός κινήθηκαν στους δρόμους, ειδικά εκείνο το βράδυ.

Ένα άλλο που, κατά τη γνώμη μου, έχει ενδιαφέρον είναι ότι επειδή ο ίδιος ήταν εργαζόμενος του ΟΤΕ, έτσι γλίτωσε, όπως περιγράφει, κατά κάποιο τρόπο τη σύλληψη εκείνο το βράδυ, γιατί μπόρεσε και μπήκε στο κτίριο του ΟΤΕ στη Γ’ Σεπτεμβρίου. Περιγράφει την κατάσταση που επικρατούσε το βράδυ εκείνο μέσα στο κτίριο, όπου ήταν γεμάτο εσατζήδες μέχρι και στις ταράτσες και γινόταν έλεγχος ακόμα και στους ίδιους τους εργαζόμενους. Και βγαίνει και το πόσο για την ίδια τη χούντα η εξέγερση σαν γεγονός ήταν πολύ σημαντικό, κάτι βέβαια που προκύπτει από το γεγονός ότι επανέφεραν το στρατιωτικό νόμο.

Αν και ο ίδιος ήταν πολιτικοποιημένος από μικρός, αριστερός και την περίοδο εκείνη ήταν ενταγμένος στο ΚΚΕ Εσωτερικού, δείχνει ωστόσο ότι το Πολυτεχνείο ήταν κάτι πολύ ευρύ, στο οποίο συμμετείχαν άνθρωποι που κατέβηκαν στο δρόμο τρεις και τέσσερις μέρες, και εκεί επίσης είναι η αξία της αφήγησης αυτής. Στην αποκατάσταση των χιλιάδων ανώνυμων.»

Εκτότε, και κυρίως τα τελευταία χρόνια, πολλά ήταν τα αφηγήματα που προσπάθησαν να παρουσιάσουν το Πολυτεχνείο είτε με τρόπο που να μοιάζει σαν μια ανώδυνη φοιτητική γιορτή, που διακόπηκε από την ασύμμετρη απάντηση της εισβολής ενός τανκς, είτε αμφισβητώντας την ένταση και την έκταση της καταστολής, φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να αμφισβητείται η ύπαρξη των δεκάδων νεκρών.

Στη μαρτυρία του Γιάννη Βλάσση αναφέρεται ότι η ταράτσα του ΟΤΕ ήταν κλειδωμένη από έξω καθώς προφανώς εκεί υπήρχαν ελεύθεροι σκοπευτές. Ωστόσο, κάτι τέτοιο απλώς υπονοείται. Έτσι, μοιραία, τίθεται το ερώτημα για το αν υπήρξε κάποια προφορική μαρτυρία σχετικά με αυτό το γεγονός.

«Εγώ θυμάμαι, μέσα στα χρόνια, ότι και ο ίδιος και οι συνάδελφοί του το είχαν σαν δεδομένο πως εκείνο το βράδυ, υπήρχαν ελεύθεροι σκοπευτές στην ταράτσα του ΟΤΕ της Γ’ Σεπτεμβρίου και στο κτίριο του υπουργείου Δημόσιας Τάξης, Γ’ Σεπτεμβρίου και Μάρνης, στο κτίριο που τώρα είναι το Εργατικό Κέντρο Αθηνών. Είναι πολλές οι μαρτυρίες που πιστοποιούν το γεγονός.

Υπάρχει και ένας κλασικός ακροδεξιός μύθος, που έχει ειπωθεί και από χείλη υπουργών, όπως Άδωνης και Βορίδης, ότι δεν υπήρχαν νεκροί στο Πολυτεχνείο, με την έννοια ότι δεν υπήρχαν νεκροί μέσα στο κτίριο του Πολυτεχνείου. Η αλήθεια είναι ότι η συντριπτική πλειοψηφία των καταγεγραμμένων νεκρών ήταν στους γύρω δρόμους και, όποιος το δει πιο συγκεκριμένα, κυρίως στη Γ’ Σεπτεμβρίου, την Πατησίων και σε κεντρικούς δρόμους που αντιστοιχούν σε δράση ελεύθερων σκοπευτών από αυτά τα δύο συγκεκριμένα κτίρια.

Επίσης, πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι το κτίριο εκείνο του ΟΤΕ ήταν το βασικό κτίριο που είχε ο ΟΤΕ τότε στο κέντρο της Αθήνας, οπότε ήταν λογικό και για το κράτος να βάλει τις δυνάμεις του για να το υπερασπιστεί σε περίπτωση που… Ήταν ένα κτίριο που θα προφύλασσαν και θα χρησιμοποιούσαν κι όλας ως βάση παρακρατικών στοιχείων, τα οποία μέσα στην ανωνυμία θα δρούσαν στο πλευρό της αστυνομίας και του στρατού.

Ως προς αυτό το σημείο, η αφήγηση λέει ότι «εγώ βρέθηκα μέσα στο κτίριο και μου είπαν οι συνάδελφοι του έβδομου ορόφου, του τελευταίου, ότι στην ταράτσα δεν μπορεί να βγει κανείς γιατί είναι κλειδωμένη απ’ έξω…» Οπότε, νομίζω, για να είναι κλειδωμένη απ’ έξω, τη στιγμή που στους γύρω δρόμους γινόταν μακελειό, καταλαβαίνουμε όλοι τι μπορεί να κάνανε αυτοί που ήταν κλειδωμένοι στην ταράτσα ενός τόσο κομβικού κτιρίου για τη χούντα.

Για μένα επίσης είναι και πολύ συγκινητικό το πώς περιγράφει ότι κόσμος αφήνει τη  δουλειά του για να πάει στο Πολυτεχνείο. Θυμάμαι να μου εξηγεί ότι, επειδή το να μην πάει κάποιος εκείνη τη μέρα στη δουλειά του ήταν μια δήλωση πολύ ξεκάθαρη, πολύς κόσμος αυτό που έκανε ήταν να πηγαίνει τις πρώτες πρωινές ώρες πριν πάει για δουλειά ή να προσπαθεί να το σκάσει για λίγη ώρα. Έχει κι αυτό τη σημασία του, αν και δεν έφτασε βέβαια σε σημείο να γίνουν απεργίες ή να φύγει μαζικά κόσμος από τη δουλειά. Αυτό τουλάχιστον ξέρω από την εμπειρία του πατέρα μου που είναι λίγο ιδιαίτερη, με την έννοα ότι ως υπηρεσία τούς είχαν σε πολύ έντονη επιτήρηση, γιατί φοβούνταν ότι κάποιος μπορούσε να χρησιμοποιήσει τις δομές του ΟΤΕ ή να κάνει σαμποτάζ, συν ότι έπρεπε οι εργαζόμενοι να διασφαλίσουν τις επικοινωνίες, κάτι που επίσης σκιαγραφεί και ένα κλίμα πολεμικό.

Πάντως, μου έχει κάνει εντύπωση ότι πιο δύσκολες ήταν οι μέρες μετά το Πολυτεχνείο, με την έννοια ότι υπήρξε ένα κλίμα φοβερής τρομοκρατίας, συλλήψεις, κηρύχτηκε πάλι στρατιωτικό νόμος, υπήρχαν δεκάδες νεκροί και αγνοούμενοι ή συλληφθέντες, που δεν ξέρανε καν που τους έχουν, και ότι είχε περάσει ένα κλίμα ότι η εξέγερση μπορεί να έφερε και αποτελέσματα αρνητικά και να ανέτρεψε την προοπτική της φιλελευθεροποίησης. Κηρύχτηκε στρατιωτικός νόμος, οι ίδιοι οι χουνταίοι ανατρέψανε τον Παπαδόπουλο και βάλανε την πτέρυγα την πιο ακραία, τον Ιωαννίδη, αλλά η ιστορία έδειξε ότι ήταν ένα γεγονός πολύ κομβικό, και θεωρώ ότι και για αυτό υπάρχει ακόμη αυτή η λύσσα είτε, από την πλευρά τη δεξιά, να το μετατρέψουν σε ένα γεγονός επιπέδου εθνικού πανηγυριού είτε, απο την πλευρά της  της πιο ακροδεξιάς αφήγησης, ως ένα γεγονός που θέλει τους κουμουνιστές και τους “αντεθνικώς σκεπτόμενους” να το μεγαλοποιούν, για να κάνουν την προπαγάνδα τους. Για αυτό είχε την  αξία του να βγουν τέτοιες μαρτυρίες, ιδίως στην εποχή μας που υπάρχει μια απόπειρα να ξαναγραφτεί η ιστορία…»  

 

Νέα κυκλοφορία από τις εκδόσεις RED n’ NOIR: Γιάννης Βλάσσης: Νοέμβρης 1973. Χρονολόγιο – Ανεπίδοτη Επιστολή.

Γιάννης Βλάσσης

Νοέμβρης 1973. Χρονολόγιο – Ανεπίδοτη Επιστολή.

Εκδόσεις RED n’ NOIR. Αθήνα, 2019.

[..]Η μόνη σκέψη που έκανα ήταν να προφυλαχτώ πίσω από τα σταματημένα αυτοκίνητα. Γύριζα πάνω κάτω σαν δαιμονισμένος με όλες τις αισθήσεις σε εγρήγορση, για ν’ αποκρυσταλλώσω μια σωστή και αντικειμενική εικόνα για το τι επικρατούσε μέσα σ’ αυτό το τρελό παιχνίδι της φωτιάς και του αγωνιστικού πάθους που κυριαρχούσε στους γύρω μου. Δεν μπορώ, μα την αλήθεια, δεν μπορώ να περιγράψω αυτό ακριβώς που έζησα και δεν μπορώ να δώσω μια αντικειμενική εξήγηση των αισθημάτων που βίωσα εκείνο το βράδυ[…]

(από το οπισθόφυλλο της έκδοσης)

ΙΙΙ
Το ιερατείο σε σύσκεψη μέσα σε καπνούς και με καφέδες.
Έρευνες που οδηγούνε σε άδεια βαγόνια.
Σελίδες ανάποδα γραμμένες.
Μηχανή χαλασμένη οι μυστικές υπηρεσίες.
Στόματα ερμητικά κλειστά.
Ο άνεμος σκορπά κίτρινα φύλλα.
Το ιερατείο έδωσε την κρίση του.
Ξανά το έργο από την αρχή.
Να τον πάνε πάλι στην ταράτσα.
Αυτός ημίγυμνος με πρησμένα πόδια.
Μπροστά τους στέκει ολόσωμος.
Το αντιφέγγισμά του εικόνα που τρομάζει.
«Δεν έχω τίποτα να πω. Όλος ο κόσμος δικός μου. Ελάτε, ελάτε να μετρηθούμε πάλι.»
Σηκώνει η θάλασσα βοριά τους βράχους μαστιγώνει.
Κυνηγάνθρωποι πίνουνε το αλκοόλ
τα χέρια τους ματώνουν μες στον περίγελό τους.
Το πληγωμένο σώμα του ζυμώνεται με τη συνείδησή του.

(από το ποιητικό παράρτημα της έκδοσης).

Μνήμη Γιάννη Βλάσση [Νέα Ιωνία Αττικής 10/2/1938 – Βαγία Αίγινας 14/8/2019]

Αναδημοσίευση από το 61ο τεύχος (Νοέμβριος 2019)

του τετραμηνιαίου περιοδικού για την Τέχνη και τη Ζωή Μανδραγόρας

του Λεωνίδα Βαλασόπουλου

αφιερωμένο στη μητέρα μου Αμαλία και τον αδελφό μου Αλέξανδρο.

Παγωμένος με μάτια κλειστά

στην κάσα μου μέσα θα ‘μαι

με σκοτωμένα όνειρα οι τέσσερις

με πάνε να την αράξω.

Μ’ ένα παράπονο βαθύ

τον κόσμο αυτόν που έζησα

δεν μπόρεσα να τον αλλάξω1

Ι.

Ο Γιάννης Βλάσσης έφυγε από τη ζωή –προδομένος από τη μεγάλη του καρδιά– παραμονές του περασμένου Δεκαπενταύγουστου, στις 14 Αυγούστου του 2019. Άφησε την τελευταία του πνοή στη Βαγία της Αίγινας, στον τόπο που εδώ και πάνω από σαράντα χρόνια αγάπησε και έκανε τόπο του, στον Αργοσαρωνικό, στη θάλασσα που τόσο λάτρεψε –τη «θάλασσα που είναι ερωμένη», όπως συνήθιζε να λέει…

Γεννημένος στη Νέα Ιωνία Αττικής –παραμονές του πολέμου και καταμεσής της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου– στις 10 Φλεβάρη του 1938. Τρίτο από τα πέντε παιδιά της προσφυγικής οικογένειας του τσαγκάρη Παντελή Βαλασόπουλου από την Κωνσταντινούπολη και της Αγγέλας (το γένος Αράπογλου) από τη Σμύρνη. Θα ζήσει τα παιδικά του χρόνια μέσα στην «πολιτεία του θανάτου και της πείνας», μέσα στην κατοχή, λίγο πιο πέρα από την Καλογρέζα και το μπλόκο της, κι έπειτα μέσα στα Δεκεμβριανά και τον εμφύλιο. Θα περάσει την εφηβεία του μέσα στην Ελλάδα της εθνικοφροσύνης και της αμερικανοκρατίας, υπό το κράτος-χωροφύλακα των «πιστοποιητικών κοινωνικών φρονημάτων». Από πολύ νωρίς θ’ αναγκαστεί να βγει στο δρόμο της βιοπάλης, δουλεύοντας στους αργαλειούς των υφαντουργείων του «ελληνικού Μάντσεστερ»2.

Θα μυηθεί στο μαρξισμό από το νονό και θείο του Παναγιώτη Αράπογλου, στρατευμένο κομμουνιστή και μέλος του ΚΚΕ, ο οποίος –όπως και χιλιάδες άλλοι αγωνιστές και αγωνίστριες– «ανταμείφθηκε» για την ενεργό συμμετοχή του στην Αντίσταση ενάντια στο φασισμό-ναζισμό, για τον αγώνα του «για λεύτερη πατρίδα και πανανθρώπινη τη λευτεριά», με μια ζωή σε φυλακές και εξορίες, αρνούμενος ως το τέλος να υπογράψει «δήλωση μετάνοιας».

Όμως, ο Γ.Β –σε κάθε περίπτωση– μπορεί να χαρακτηριστεί ένας κατά κάποιον τρόπο αυτόφωτος και σίγουρα αυτοδίδακτος άνθρωπος. Ένας αριστερός νέος της μετεμφυλιακής Ελλάδας που ως «αντεθνικώς σκεπτόμενος» θα κληθεί –αυτός και οι οικείοι του– πολλάκις «διά υπόθεσίν του» από τις αρμόδιες αστυνομικές αρχές, θα υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία σε τάγμα ανεπιθύμητων ως ημιονηγός, θα υποστεί τα κηρύγματα της «εθνικής διαπαιδαγώγησης» του γραφείου προπαγάνδας Α2 και με τα δυο μουλάρια που του είχαν ανατεθεί –και τα οποία είχε βαφτίσει Στάμο και Τζένη Καρέζη– θα οργώσει την επαρχιακή βόρεια Ελλάδα.

Τέκνο της ανάγκης και ώριμο τέκνο της οργής, θα αναμετρηθεί και θα συγχρωτιστεί με τον καιρό του, θα κάνει τις επιλογές του και μέσα στη «σύντομη άνοιξη» της δεκαετίας του ’60 θα χαράξει τη δική του διαδρομή, η οποία αναπόφευκτα θα ταυτιστεί με τους δρόμους της γενιάς του στους Λαμπράκηδες και τους πολιτιστικούς συλλόγους της εποχής εκείνης όπου «ψήφιζαν ακόμα και τα δέντρα…». Θα «λιώσει πολλά παπούτσια» στις διαδηλώσεις –πριν και κατά τη διάρκεια της έκρηξης των Ιουλιανών του 1965– ενάντια στο Παλάτι, το κράτος και το παρακράτος της Δεξιάς. Παράλληλα θα ανασάνει τον αναζωογονητικό αέρα από τα πρωτοπόρα πολιτιστικά ρεύματα της εποχής του. Θα διαβάσει πολλή εγχώρια και διεθνή ποίηση και λογοτεχνία και θα υπάρξει φανατικός αναγνώστης (και συλλέκτης) της Επιθεώρησης Τέχνης. Θα σχετιστεί με τους «αόρατους κύκλους των γραμμάτων και των τεχνών» και θα κάνει φίλους παντός είδους δημιουργούς (ανάμεσα τους ο Νίκος Καρούζος, ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, ο Μάνος Λοΐζος, ο Γιώργος Μιχαηλίδης, ο Κωστής Παπακόγκος, ο Xρίστος Pουμελιωτάκης κ.ά.), ενώ –ήδη από την ενηλικίωσή του– αρχίζει και ο ίδιος να ασκείται και να πειραματίζεται με την ποιητική και λογοτεχνική γραφή.

Όχι τυχαία, θα συνεισφέρει σημαντικά στη λειτουργία του Ιωνικού Συνδέσμου, ο οποίος επί μακρόν συντέλεσε στην κοινωνική-πολιτιστική (αλλά εντέλει και πολιτική) συνδιαμόρφωση και ζύμωση πολλών προοδευτικών νέων Ιωνιωτών και Ιωνιωτισσών ενώ, επίσης διόλου τυχαία, θα εγκαταστήσει αφιλοκερδώς τις ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις στο νεοσύστατο και αντικαθεστωτικό Δημοτικό Θέατρο Νέας Ιωνίας, το οποίο και θα σφραγιστεί από τα όργανα της αμερικανοκίνητης απριλιανής χούντας.

Παρ’ όλα αυτά, και αντιλαμβανόμενος τον εαυτό του ως «αδογμάτιστο», θ’ αντιμετωπίσει καθ’ όλη τη διάρκεια του βίου του με κριτική διάθεση την έννοια της στρατευμένης τέχνης.

Κατά τη διάρκεια της χουντικής επταετίας, θα συμπαρασταθεί σε αντιστασιακούς αγωνιστές και αγωνίστριες και μέσα στον απόηχο του Μάη του ’68 –μαζί με τη σύντροφο της ζωής του Αμαλία (το γένος Βουγιούκα)– θα καταφέρουν, έπειτα από πολλές δυσκολίες, να πραγματοποιήσουν ένα πολυπόθητο ολιγοήμερο ταξίδι στο Παρίσι. Τα μερόνυχτα της εξέγερσης του Νοέμβρη του 1973 θα βρεθεί στο Πολυτεχνείο και τους δρόμους του κέντρου της Αθήνας, μαζί με τους χιλιάδες άλλους «μικρούς γαβριάδες που σαν σηκωθούν, υψώνουν θύελλες». Θα γλιτώσει τη σύλληψη κρυμμένος κάτω από ένα αυτοκίνητο στο πάρκινγκ απέναντι από την ΑΣΟΕΕ.

Μεταπολιτευτικά, θα παραμείνει ένας από τους χιλιάδες ανώνυμους αριστερούς που δραστηριοποιούμενοι συνδικαλιστικά-πολιτικά δεν έθεσαν τις όποιες –υπαρκτές ή φανταστικές– «αντιστασιακές περγαμηνές» τους στη ρουλέτα της κοινωνικής και κομματικής αναγνώρισης και εξαργύρωσης.

ΙΙ.

Της μοίρας μου είναι γραφτό

να βάζω σε σειρά καλώδια την κάθε μέρα

μετρώ ξαναμετρώ τις τρύπες

αρχίζω από την αρχή

σύρματα να περνάω.

Παρά την ανέχεια και τις στερήσεις, μετά τη φοίτησή του σε νυχτερινό εξατάξιο Γυμνάσιο θα καταφέρει ν’ αποκτήσει δευτεροβάθμια τεχνική εκπαίδευση στη ραδιοηλεκτρολογία. Θα προσληφθεί ως έκτακτος ανειδίκευτος εργάτης στον ΟΤΕ και θα εξελιχτεί σ’ έναν τεχνίτη που αγάπησε τη δουλειά του και ήθελε να την κάνει καλά. Στα νιάτα του, θα βρεθεί συχνά πυκνά σκαρφαλωμένος να θέτει σε λειτουργία και να συντηρεί τηλεφωνικές γραμμές πάνω σε πολλούς από τους στύλους που στέκουν όρθιοι ανά την επικράτεια μέχρι και τις μέρες μας. Μέσα στα χρόνια, θα αρνηθεί να «φιλήσει κατουρημένες ποδιές» για μια προαγωγή ή για μια ευνοϊκή μετάταξη. Ενταγμένος πολιτικά στο ΚΚΕ Εσωτερικού και δραστηριοποιούμενος συνδικαλιστικά στην ΠΕΤ-ΟΤΕ θα έρθει σε σύγκρουση με πολλές από τις αντεργατικές-αντικοινωνικές αποφάσεις των διοικήσεων και των (διορισμένων και μη) συνδικαλιστικών ηγεσιών καθώς και με τις διαχρονικές πολιτικές ιδιωτικοποίησης, μέσω των οποίων ο δημόσιος οργανισμός τηλεπικοινωνιών της χώρας έφτασε στη σημερινή («με το αζημίωτο») ξεπουληματική απορρόφησή του από τον γερμανικό δημόσιο οργανισμό τηλεπικοινωνιών Deutche Telekom.

Μέσα στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης, ο Γ.Β ήταν κι αυτός ένας από εκείνους τους «μάστορες με τις τρύπιες τσέπες», οι οποίοι με το πέρασμα των χρόνων όλο και λιγόστεψαν. Ένας Οτετζής χωρίς δράμι δημοσιοϋπαλληλικής νοοτροπίας που σιχαινόταν τις λοβιτούρες, το νεοπλουτισμό και την επίδειξή του. Γιατί, όπως έλεγε και ο ίδιος: «το ένα μου χέρι τσαλακώνει τα λεφτά και το άλλο τα ισιώνει».

Στα τέλη του προηγούμενου αιώνα, στα χρόνια της πλαστής ευμάρειας, θ’ αρνηθεί συνειδητά ν’ ακολουθήσει την ψηφιακή εποχή της κινητής τηλεφωνίας κι έτσι παρέμεινε ένας καλός εγκαταστάτης και συντηρητής αναλογικών τηλεφωνικών κέντρων. Αν και είχε την αντικειμενική δυνατότητα, θ’ αρνηθεί να πατήσει επί πτωμάτων για να ανελιχτεί οικονομικά και μέσα στη φρενίτιδα του χρηματιστηρίου θα χλευάσει τους συναδέλφους του που παρίσταναν τους «επενδυτές».

Θα συνταξιοδοτηθεί έπειτα από τρεις συναπτές δεκαετίες χειρωνακτικής και διανοητικής εργασίας. Έκτοτε θα επαναλάβει συχνά πυκνά -και κάποιες φορές με εργαζόμενη περηφάνια- ότι «η σύνταξη δεν είναι ελεημοσύνη αλλά οι κόποι και οι μόχθοι μιας ολόκληρης ζωής». Κι έπειτα, από την αρχή της μνημονιακής δεκαετίας, σιχτίριζε με το δίκιο του ιδρώτα του αυτούς που τρώγανε το κουτόχορτο ότι τάχατες «μαζί τα φάγαμε»…

Κατά τη διάρκεια της δύσης του βίου του και χωρίς να λησμονεί στιγμή τις ρίζες του, θα σταθεί πολλάκις και αταλάντευτα απέναντι στο φασισμό και τη μισανθρωπία του ρατσισμού και της ξενοφοβίας, όντας αλληλέγγυος με τους πρόσφυγες και τους μετανάστες και –παρά το προχωρημένο της ηλικίας του– συχνά πυκνά θα βρεθεί ολόψυχα στο πλευρό της αγωνιζόμενης νεολαίας, όταν αυτή αντιστέκεται για να κατακτήσει μια ζωή που αξίζει να βιωθεί.

Εντωμεταξύ πρόλαβε να γοητευθεί και να απογοητευθεί από την κυβερνητική «πρώτη φορά αριστερά», χωρίς όμως ποτέ να παραδεχτεί ότι «εντέλει η αριστερά που δεν είναι πια αριστερά είναι αυτή που φροντίζει έτσι ώστε ο λαός να ξεχνά τι σημαίνει δεξιά»…

ΙΙΙ.

Μέχρι και το τέλος της ζωής του συνέχιζε ανελλιπώς να μελετάει και να ενημερώνεται, να διαβάζει και να γράφει. Δεν σταμάτησε να εμπλουτίζει την ήδη πλούσια βιβλιοθήκη του, η οποία και αποτελείται από πολλές εκατοντάδες τίτλους και τόμους αρχαιοελληνικής γραμματείας, νεοελληνικής και διεθνούς ποίησης και πεζογραφίας, ιστορίας και ιστορίας της τέχνης, πολιτικής και πολιτικής φιλοσοφίας. Δεν έπαψε να γράφει, να διορθώνει, να σβήνει και να ξαναγράφει παλιότερα γραπτά του, να γεμίζει επιμελώς το ξύλινο κομοδίνο του με χειρόγραφα ποιημάτων, ανεπίδοτων επιστολών, δοκιμίων, ολοκληρωμένων και ανολοκλήρωτων μυθιστορημάτων. Και αυτή δίχως άλλο είναι η βαρύτερη και πολυτιμότερη κληρονομιά που αφήνει πίσω του, «για τις μελλούμενες μέρες», έτσι ώστε «να ’ναι λιγότερο μελανές»3

«Αντίο Πατέρα. Φύγε ήσυχος. Θα αλλάξει ο κόσμος που έζησες. Θα τον αλλάξουμε εμείς».

ΙV.

Αντί επιλόγου και ως ύστατος χαιρετισμός, μερικοί στίχοι από την Έλαφο των άστρων (1962) του αγαπημένου του Νίκου Καρούζου4, εκείνοι που ακούστηκαν και πάνω από το μνήμα του, στις 20 Αυγούστου 2019 στο νεκροταφείο του Κόκκινου Μύλου.

Περίπατος του Γιάννη.

Έχοντας ένα σκορπισμένο βλέμμα στο δρόμο

που είν’ έρημος

ωχρός αγγίζει τον άχαρον αποσπερίτη-

μες στη φυλακή της θάλασσας η ποίηση του νερού.

Βρέθηκε σε τρόμους με δηλητήρια στα χέρια

η μοναξιά σα δαχτυλίδι ζει στο δέρμα του

κ’ η μοίρα είναι μαύρη ως τα αστέρια.

Κακότυχοι έλληνες με τρύπιο μεροκάματο

Χρόνια και χρόνια ραγιάδες

Γύρω κλαίνε μητέρες γύρω κλαίνε κορίτσια

Ο ένας τραγουδά τη λησμονιά ο άλλος την αγάπη.

«Όσο βαριά είν’ τα σίδερα

είν’ η καρδιά μου σήμερα»…

ΣHMEIΩΣEIΣ

1. Οι συγκεκριμένοι στίχοι αποτελούν την παρακαταθήκη που άφησε πριν το θάνατο του για να κοσμήσουν την «τελευταία κατοικία» του.

2. Ήδη από τη δεκαετία του 1920, η Νέα Ιωνία θ’ αποτελέσει βιομηχανικό κέντρο και θα ονομαστεί «ελληνικό Μάντσεστερ» λόγω της ύπαρξης στην ευρύτερη περιοχή πληθώρας εργοστασίων ταπητουργίας, κλωστοϋφαντουργίας, εριουργίας, βαμβακουργίας κλπ

.

3. Ο Παπακόγκος μέσα στην ερημιά του

στο μακρινό Βορρά πελεκάει τις λέξεις

φτιάχνει ποιήματα.

Για τις μελλούμενες μέρες

να ’ναι λιγότερο μελανές.

Δημοσιεύθηκε στον Μανδραγόρα, τεύχος 60. Απρίλιος 2019.

4. Μολύβι ο ουρανός

Στου Κολοκοτρώνη στη Σταδίου συνάντηση με τον Καρούζο.

Μου λέει: κρατώ τη θλίψη σου.

Μεγάλο σχολείο η θλίψη.

Αστείρευτη σταγόνα στάζει μέσα μου η θλίψη.

Στων ημερών τη φαρμακίλα

τα πουλιά έχασαν τη φωνή τους

τα δέντρα ξεριζώθηκαν

τα ποτάμια άλλαξαν τη ροή τους.

Ποιος είναι λοιπόν αυτός που οδηγεί

του χαλασμού την καταιγίδα;

Ένας λαός ξεριζωμένος.

Πρόσφυγας. Ξένος σε ξένο τόπο.

Τη θλίψη μου κρατώ.

Δεν έχω άλλα δάκρυα.

Είμαι ένα πανάκι που το δέρνουν

αντίθετοι άνεμοι.

Δημοσιεύθηκε στον Μανδραγόρα, τεύχος 60. Απρίλιος 2019.

Με τον Γιάννη Βαλασόπουλο (φιλολογικό ψευδώνυμο Γιάννης Βλάσσης) γνωριστήκαμε μέσω του Κωστή Παπακόγκου. Είχαμε μια τακτική επικοινωνία, αγάπησε τον Μανδραγόρα και έδειξε πραγματικό ενδιαφέρον για πάρα πολλά από τα αφιερώματα του περιοδικού. Διαβασμένος σε βάθος, πολίτης συνειδητός με την έννοια που ο Περικλής προσδιόρισε στον Επιτάφιό του. Φίλος με τον Άγγελο Δεληβοριά, τον θεατρικό συγγραφέα Στρατή Χαβιαρά, τους ποιητές Κωστή Παπακόγκο, Τάσο Γαλάτη, Θανάση Κωσταβάρα, τον δημοσιογράφο Γιάννη Κορίδη, τον ζωγράφο Παναγιώτη Σωτηριάδη από την Kαλλιθέα κ.ά. Διακριτικός και ανήσυχος για τα λογοτεχνικά πράγματα και όχι μόνο. Πολλές οι τηλεφωνικές συνδιαλέξεις μας. Δημοσιεύσαμε δυο ανέκδοτα ποιήματά του για τον Κωστή Παπακόγκο και τον Νίκο Καρούζο στο προηγούμενο τεύχος. Μετά την επιστροφή του από την Αίγινα είχαμε συμφωνήσει να συναντηθούμε. Δυστυχώς τα γεγονότα μας πρόλαβαν. Ο Μανδραγόρας θεωρεί τιμή του που ο Γιάννης Βαλασόπουλος συγκαταλέχτηκε στους αναγνώστες, τους φίλους και τους συνεργάτες του. Θα τον σκεφτόμαστε με αγάπη.

M

Ως συμπλήρωμα της αναφοράς μας παραθέτουμε μερικά ανέκδοτα ποιήματα του Γιάννη Βλάσση (κατά κόσμον Γιάννη Βαλασόπουλου).

ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΛΑΣΣΗΣ (1938-2019)

Ο Ανθρώπινος Μόχθος `

Ι.

Εσπερινά τοπία,

εσπερινός αγέρας

στο παράθυρο που το δέρνει η σκόνη.

Εσπερινές καμπύλες

πάνω από τις στέγες των σπιτιών.

Και άνθρωποι.

Άνθρωποι με αξιολύπητες εκφράσεις

δέχονται τη νύχτα και τον πόνο.

Την ώρα αυτή

αυτή την ώρα τη χλομή

που κάθε άνθρωπος καλός

ρωτά τον εαυτό του.

Και η μάνα μέσα από το στείρο το βυζί

βυζαίνει το παιδί της.

Και η ασπρομαλλούσα η γριά

ανάβει το καντήλι.

Τα χλωμά πρόσωπα των ανθρώπων

περιμένουν το γυρισμό της ημέρας.

Δεν έμεινε τίποτα;

Δεν έχει αφήσει ο χρόνος και η σκόνη

αυτό το γυρισμό.

Την ώρα που η ασπρομαλλούσα η γριά

ανάβει το καντήλι.

Οι θαμπωμένες ματιές των ανθρώπων

βλέπουν πεταμένο στη γωνία της εσπέρας.

Αυτό που τους κάνει,

να μισούν τη ζωή,

αυτό που τους κάνει,

ν’ αφήνουν τη ζωή,

αυτό που τους έριξε,

στη γωνιά της πολιτείας.

Και η έκφραση της γνωριμίας

έχει φτάσει επάνω

στα πρόσωπα τους.

Οι άνθρωποι γνωρίζουν

πως δεν έχει διαφορά

η μέρα με τη νύχτα.

Πως ότι θα δουν τη νύχτα

δεν θα δουν την ημέρα,

αφού οι στοχασμοί

προβαίνουνε τη νύχτα.

Δεν υπάρχει φως,

δεν έχουν τίποτα

να δουν στο βάθος

της σκοτεινής ψυχής τους.

Και όλο ρωτάνε.

Γιατί, γιατί, γιατί, γιατί

γιατί δίχως φως.

Όσο είναι το σκοτάδι στη γη

τόσο είναι και στον ουρανό;

τόσο είναι και ανάμεσα στους ανθρώπους;

Γιατί;

Γιατί να κυλιούνται στη λάσπη.

Γιατί να δαγκώνουν τα δάκτυλα,

από τον πόνο,

της ζωής τους;

Γιατί να μισούνε τη γη

που τους ανέστησε,

που τους έδειξε

τον ήλιο και τη θάλασσα,

που γνώρισαν

τα στοχαστικά δειλινά,

που γεύτηκαν

την αύρα και το μπάτη;

Μέσα στο απόβραδο

τα χοντρά δάχτυλα των ανθρώπων

χαϊδεύουν την αγανή νύχτα.

Οι άνθρωποι κοιτάζουν

το χλωμό πρόσωπο στον καθρέφτη.

Ρίχνουν λοξές ματιές

μέσα στα μισόγυμνα δωμάτια.

Βλέπουν το τραπέζι δίχως ψίχουλα

και αρχίζουν να ρωτούν.

Ποια κατάρα;

Ποια μαύρη οργή του θεού

ρίχτηκε στα σπιτικά τους

και ξεχάσανε το φως;

Τι είναι αυτό

που δεν άφησε τίποτα στυλωμένο

μέσα στους τέσσερις τοίχους;

Οι νυχτερινές ψυχές

τα δαγκωμένα δάκτυλα,

ο ραγισμένος καθρέφτης της ανάμνησης

τού φέρνει ίλιγγο.

ΙΙ.

Εσπερινός στοχασμός.

Εσπερινό το χαλασμένο όνειρο

των ανθρώπων κυλιέται

μέσα στην αγανή νύχτα,

μέσα στο σκοτεινό κελί της απόγνωσης,

μέσα στην πυρωμένη άμμο της ερήμου.

Και από εκεί, το παίρνει η κάψα

το πετάει στο κρυφό ακρογιάλι της ζωής.

Το παίρνουν οι άνεμοι,

το παίρνουν τα κύματα

και το φέρνουν μέσα,

στους τέσσερις γυμνούς τοίχους

πλημμυρισμένο από το μεγάλο ταξίδι του.

Οι άνθρωποι ξεφυλλίζουν τη ζωή τους,

η πετρωμένη καρδιά,

τα τσακισμένα κορμιά τους,

ανήμπορα κινούνται.

Έχουν για μοναδική τροφή τους,

τον ίλιγγο.

Κρατούνε ένα ξεροκόμματο μονάχα,

για να θυμούνται πως κάποτε,

έτρωγαν ψωμί.

Πεινούν πολύ.

Νύχτα μέρα τους βλέπει καθισμένους

στις γωνιές της ταβέρνας

να πεινούν

και να πεινούν

όπως ο χρόνος πίνει τη ζωή τους.

Δεν έμεινε γωνιά της γης τους

που να μην έχει ακούσει

τους λυγμούς και την πίκρα

για τον κύκλο της ζωής.

Για τον κύκλο που παίρνει

τις επιθυμίες χωρίς να ρωτά!

Θέλουν να φωνάξουν.

Θέλουν να κραυγάσουν μέσα στη νύχτα,

μέσα στην ησυχία της πολιτείας.

Θέλουν ν’ ακουμπήσουν

τους στοχασμούς

σ’ ένα κομμάτι σύννεφο

της πένθιμης βροχής.

Άρχισαν να πιστεύουν

πως ζούνε μέσα στον όλεθρο.

Το σκοτάδι που βρίσκεται μπροστά τους,

η σκόνη που κάθισε μέσα στη ψυχή τους,

ο ιδρώτας που ζυμώνει τα χώματα,

τα βήματα που χάνονται μόλις διαβούν.

Είναι ο δρόμος των ανθρώπων.

Ο δρόμος του Αύριο!

Το δρόμο αυτόν

τον βλέπουν σαν τη χέρσα γη τους.

Δεν ξέρουν τίποτα γι’ αυτόν.

Έχουν αφήσει τη θύμηση τους

επάνω στις πυγολαμπίδες

της περασμένης εποχής.

Έχουν ρημάξει τις πλάτες τους

για να τραβούν τους αγώνες τους,

για μια θέση στον ήλιο,

για ένα κομμάτι ζεστό ψωμί!

Μια εποχή πνιγμένη

μέσα στον όλεθρο του κόσμου

υποδέχεται τις νέες γενιές,

κρατεί στο χέρι της καρδιάς

έναν πυρσό.

Τον πυρσό της δυστυχίας,

του πόνου, του φόβου,

της φτώχειας, της εξαθλίωσης,

του ξεπεσμού, του συρμού της ψυχής,

της γκρεμισμένης χαράς,

του χαμένου ονείρου,

μέσα στους καπνούς και τη λύπηση.

Κάποιο δηλητήριο έσταξε μέσα τους,

κάποιο μεγάλο φίδι

έχει δαγκάσει τις ρίζες

της ζωής και κρέμονται

μέσα στο πόνο της λύπης.

Μέσα από τα βραχνά στήθια

των ανθρώπων ξεπετιούνται

οι εξαθλιωμένες χαρές τους,

φτάνουν στους μακρινούς ορίζοντες

πλεγμένες με την αγωνία,

φωτισμένες από το χλωμό φως του φεγγαριού.

Μένουν ψηλά, επάνω στις κορφές

των δέντρων

και κινούνται

με τη μουσική των άστρων.

Πάλλονται απαλά

μέσα στη νύχτα

και δείχνουν το δρόμο

της θλιβερής τους πορείας.

Δεν υπάρχει τίποτα.

Ο δρόμος της επιστροφής

έχει τελειώσει επάνω

στο μονοπάτι της χαράς

που ξεχύθηκε στα σκλαβωμένα

βλέμματα των ανθρώπων.

Το λυκόφως της ζωής αρχίζει

να τρεμοσβήνει μέσα στη σκόνη

της καινούριας εποχής

που την έφεραν τα ποτάμια

του ολέθρου.

Άρχισαν να πιστεύουν πως

ζουν μέσα στην καμπύλη της απόγνωσης.

Οι άνθρωποι κοιτάζουν

τις χλωμές πέτρες

μέσα στην ώρα την εσπερινή.

Βλέπουν την απόγνωση

βυθισμένη στο σούρουπο της ζωής

κρύβουν στη φούχτα τους

ένα σπόρο για αύριο.

Έχουν μείνει πίσω

από το διάφανο σύννεφο

και παρακολουθούν όλες τις κινήσεις.

Έχουν σφίξει τη γροθιά τους

και με τα δόντια σφιγμένα

περιμένουν

βλέποντας τη σιγουριά

του πόνου να μένει μέσα

στις πετρωμένες καρδιές τους.

Την ώρα την εσπερινή

που η ασπρομαλλούσα η γριά

ανάβει το καντήλι.

Τα χοντρά δάχτυλα των ανθρώπων

έχουν πλησιάσει το λαρύγγι

του σπιτικού ζώου.

Οι άνθρωποι τσαλαπατούν την καλοσύνη.

Έχουν ξεχάσει

στη γωνιά του δωματίου

του θεού τη θεότητα

ψάχνουν για το βάθος

του πηγαδιού

δίχως να σκέφτονται

καθόλου την αδιάφανη

σκιά του θανάτου.

Μένουν επάνω στην επιφάνεια

του ολέθρου

κοιτάζοντας τις ελπίδες

να βυθίζονται μέσα

σ’ ένα ποτήρι νερό.

Με τα είκοσι νύχια

του σώματος τους

ξύνουν την ανάμνηση.

Για να δουν πότε γέλασαν.

Πικρό γέλιο.

Πικρός πόνος με χρώμα και σχήμα

ανακατεμένος με το αίμα και τον ιδρώτα τους.

Ανακατεμένος με τον ανθρώπινο μόχθο

πλεγμένος με τα σχήματα

της ψυχής τους.

Ριγμένος στο βάθος

μιας ανάμνησης.

Ξεχάσανε το φως της αυγής,

ζούνε μέσα στο σκοτάδι.

Έχουν βυθιστεί μέσα

στον ύπνο της υπομονής.

Έχουν ρίξει βάλσαμο

στις γδυτές πληγές της,

αισθάνονται τη γεύση

των δακρύων πίσω

από τη σκόνη του χρόνου.

ΙΙΙ.

Εσπερινός αγέρας

εσπερινά κύματα

στο ακρογιάλι της ζωής

πλημμυρισμένο από στοχασμούς.

Εσπερινοί στοχασμοί

έπιναν από τις ανήμπορες

παλάμες της γριάς.

Εσπερινοί στοχασμοί

βαμμένοι με το χρώμα της ελπίδας.

Το ποτήρι της ζωής ξεχείλισε.

Το ξεχείλισαν οι άνθρωποι

με τον αγώνα και

το άχρωμο φεγγάρι της υπομονής.

Στη γωνιά της πολιτείας έχουν αφήσει την έκσταση

της ψυχής για να την πάρει ο χρόνος.

Οι άνθρωποι μένουν

μέσα στη νύχτα

βλέποντας τον πόλεμο των άστρων

και πλάθουν τα νέα όνειρα

επάνω στις παλάμες τους

μαζί με τα χαμόγελα της ώρας.

Έχουν ντύσει τις παλιές χαρές

με τα βραδινά πέπλα της ζωής

βαδίζουν το δρόμο τους

σαρώνοντας κάθε εμπόδιο!

Και τα κουρασμένα φτερά

των πουλιών έχουν φτάσει τώρα

επάνω από τις πολιτείες

της ανθρώπινης δουλειάς

μαζί με το φως της αυγής.

Τα δάκρυα των ανθρώπων

έφτασαν στα φρεάτια

της μεγάλης πολιτείας

και ξεχωρίζουν τώρα

μέσα στην απέραντη

γαλάζια έκταση της θάλασσας.

Πίσω από το πορτραίτο του πολέμου

έχουν μείνει οι λυγμοί της μάνας

και τα πτώματα των σκοτωμένων.

Οι άνθρωποι κλαίνε.

Τα πουλιά δεν κλαίνε.

Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης πνίγονται μέσα στη σιωπή

και το αίμα

και οι πολιτείες μοιάζουν με τα χαλασμένα παιχνίδια των παιδιών.

Τούφες από χαρές.

Τούφες από τα παιδικά όνειρα

βαλμένα μέσα

σ’ ένα κομμάτι από

χάλκινο ουρανό.

Οι άνθρωποι έχουν κρεμάσει στο λαιμό

τις πυγολαμπίδες της ζωής,

βλέποντας το ραγισμένο καθρέφτη της ανάμνησης

και πίνοντας το ξεχύλισμα

από το ποτήρι της αγάπης

και της ζωής.

Έχουν βάλει κάτω από τα πόδια τους

το μονοπάτι του ολέθρου.

Ξυπόλητοι βαδίζουν

το δρόμο του αύριο,

το δρόμο προς την ανάταση

χωρίς να γνωρίζουν καθόλου

τον εαυτό τους

ξεγράφοντας το δρόμο

του γυρισμού.

Μέρος ΙΙ.

Εξορία

Ι.

Εσπερινή εικόνα.

Εσπερινά σχήματα

επάνω από την πόλη

με τα πάνινα σπίτια.

Ήλιος πεθαμένος πίσω

από τη μακρινή καμπύλη της θάλασσας.

Φλοίσβος στου δειλινού το χρώμα.

Ταξίδια της καρδιάς επάνω

στα σχήματα μιας θύμησης.

Γκρίζες ώρες κρατημένες

επάνω στην πλώρη

του πλοίου της προσμονής.

Και ένας χαλκάς γύρω

από το νησί

και την καρδία μας.

Χλωμές σκιές επάνω στη θάλασσα

που αγγίζει τους στοχασμούς.

Και το φεγγάρι προβάλει

με την έκφραση της λύπης.

Το τελευταίο χαμόγελο της ημέρας

καθισμένο ανάμεσα στη λύπη

και τη χαρά.

Θυμίζει την απέραντη επιφάνεια

της χαμένης ευτυχίας

που πνίγεται πέρα

μες τη μανία του πελάγου!

Κι εμείς!

Κι εμείς, ριγμένοι μακριά

από τη ζέστη της καρδιάς,

μες τους ανέμους και τις μπόρες

δεχόμαστε ραπίσματα.

Κι εμείς!

Κι εμείς, ριγμένοι μακριά

από το πατρικό το σπίτι

δεχόμαστε τον άνεμο και τη βροχή,

τον ήλιο, τη νύχτα και την ημέρα

δίχως φως

μ’ ένα κόμπο στο λαρύγγι;

Ακρωτηριασμένες οι υπάρξεις μας

αρχίζουν να κινούνται

σαν τα πληγωμένα πουλιά

που φέρνουνε την άνοιξη

και θέλουν να κελαηδήσουν

μέσα στη σκοτεινή τη φυλλωσιά.

Ξαναρχίζει μπροστά μας

ο ατσάλινος αγώνας

για την ανοιχτή πληγή της γης μας,

για το αίμα που πάγωσε στις φλέβες μας.

Καθίσαμε στην ακρογιαλιά,

της πεθαμένης χαράς μας

και αγναντεύουμε τη θάλασσα

που μας φέρνει την υπομονή.

Έχουμε αφήσει τα κορμιά μας

να ταξιδεύουν

από λιμάνι σε λιμάνι

από ερημιά σε ερημιά

από μπουντρούμι σε μπουντρούμι.

Με τον αγώνα στη ψυχή μας

με το κεφάλι ψηλά

με ξάστερη ματιά

πάνω στο φως του δρόμου μας.

Μπροστά μας έχουμε το

εξαθλιωμένο δράμα

της ζωής μας.

Πλεγμένο με τα γλυκά όνειρα

με τις πιο λεπτές αναμνήσεις.

Δοσμένο με χίλιες στερήσεις

σε στεγνά χείλη.

Και ο αγέρας μας γδέρνει

τα γυμνά κορμιά

φέρνοντας

τα δάκρυα της μητέρας

και τους βραδινούς

στοχασμούς της αδελφής.

Μαζί με το άρωμα της νύχτας

μας φέρνει τις ώρες

κρατημένες στην αιχμή του ξυραφιού.

Έχουμε χώσει τα νύχια μας

μέσα στο κύλημα της θύμησης μας

βλέποντας στην άκρη του δρόμου

της ζωής μας,

εικόνες από τα παιδικά μας χρόνια.

Η μητέρα θυμάται.

Κλαίει.

Κι εμείς δαγκώνουμε

τα χείλη από τον πόνο

και την στέρηση.

Μητέρα,

τώρα που σε πλημμύρισε

ο καημός του χωρισμού

τώρα που η θάλασσα

σκάει από το σπασμό της.

Τώρα που κάθε αυγή

βρίσκει κι ένα καινούριο

δάκρυ στα μάτια σου.

Ακούμπησε το χέρι σου

επάνω σ’ ένα κομμάτι

από τους αγώνες μας.

Μητέρα,

οι καλές μητέρες

οι δυνατές μητέρες

δεν κλαίνε.

Ένα χαμόγελο.

Ένα δάκρυ.

Μια χαρά.

Μέσα στην έκταση της νύχτας

πίσω από το λυκόφως της μέρας

μαζί με την ηρεμία των πεθαμένων.

Ανεξάντλητος πόνος

μέσα στη διάφανη πληγή μας.

Ένα δράμα μέσα

σε πόνο και αίμα.

Ένα δράμα με το άρωμα

από τα παιδικά μας χρόνια.

Το παγωμένο χέρι της καρδιάς

χλιμιντρίζει πάνω από τον πόνο.

Το φεγγάρι πήρε το χρώμα

τους αίματος μας.

Ο ορίζοντας μας χαμογελάει πικραμένος.

Και ο ήλιος τα πρωινά

μας ρίχνει χρυσάφι

από την ανοιχτή πληγή του.

Μητέρα,

μέσα από το κίτρινο φως της λάμπας

προβάλει ο στοχασμός σου.

Μητέρα,

πάλι αυτός ο αγέρας

πάλι αυτή η σκόνη

στα μάτια μου.

Μητέρα,

τη ζωή μου την έδεσες

σφιχτά με την καρδιά σου.

Με αυτή τη γη

αυτό το χώμα

που μας δροσίζει το λαρύγγι

μέσα στον πυρετό της καρδιά μας.

Τώρα

βρήκαμε το δρόμο μας.

Τώρα

γνωρίζω τον εαυτό μου.

Μητέρα.

ΙΙ.

Η θάλασσα γαλήνια

γκρίζες ώρες βυθισμένες στην πέτρα.

Σούρουπο βυθισμένο

στη θάλασσα.

Άσπρες φτερούγες πελαργών

καθισμένες στο κύμα.

Ανοιχτές χαρές

ανοιχτά κατώφλια της καρδιάς.

Μα τι γυρεύουν

τα κορμιά μας πέρα

στο σκλαβωμένο ορίζοντα

μέσα στους βράχους

και τη νύχτα;

Μα τι γυρεύουν

από αυτό το ταξίδι

και χρόνια

δέσανε τα κορμιά μας

επάνω στην καμπύλη της απαντοχής;

Έχουμε καθίσει

στο τελευταίο σκαλοπάτι

της ζωής μας.

Στεγνώνουμε τα δάκρυα μας

με τον τελευταίο αγέρα

της κίτρινης εποχής.

Δεχόμαστε κάθε χαρά

πλημμυρισμένοι

από τον πόνο της ημέρας.

Ρίχνουμε βάλσαμο

στις ανοιχτές πληγές μας

από την πληγή του κόσμου.

Ακόμα μια πληγή

επάνω στην καρδιά μου σύντροφε!

Σύντροφε πονάω!

Δέρνομαι και πασχίζω

με τα ανήμπορα

δάχτυλα της ηλικίας μου

να σκίσω

το χοντρό σκέπασμα

της ζωής μου.

Ένας πολιτικός εξόριστος

αγναντεύει τη θάλασσα

αναζητώντας

την έκφραση της ανακούφισης.

Ένας πολιτικός εξόριστος

ποτίζει

τη γλάστρα της καρδιάς του.

Έχουν στεγνώσει τα δάκρυα μας

επάνω στις παλάμες μας.

Το πρώτο χαμόγελο της ελπίδας

μας χαιρετά με τα πουλιά

που φανήκαν πέρα.

Τώρα μέσα μας ξυπνάει

η πρώτη μας ζωή.

Τα πρώτα βήματα για το σχολείο.

Ο πρώτος ήλιος στο παράθυρο.

Κανένας μας δε θυμάται τίποτα.

Μόνο που κρατούσαμε

ένα κομμάτι από τη ζωή μας

στην παλάμη.

Μόνο που διαλέξαμε

αυτό το ακρογιάλι

γιομάτο από τη χαρά μας.

Και οι ψυχές μας έγιναν ένα

με ότι πλαισιώνει τον αγώνα μας

με ότι είναι κρυμμένο

κάτω από την καμπύλη της θάλασσας

πίσω από τα σχήματα των βράχων.

Κανένας μας δε θυμάται τίποτα.

Τώρα μέσα μας ξυπνάει

η πρώτη ανταύγεια

της σκοτεινής ημέρας.

Επάνω στα πεζοδρόμια

των μεγάλων πολιτειών

έχουν μείνει ακόμα οι αγώνες.

Οι αγώνες.

Για λίγο φως μονάχα

για μια χαρά περίσσια,

στο σπιτικό τραπέζι.

Για κάποιο σίδερο καυτό

χωμένο στην καρδιά μας.

Τώρα ξυπνάει μέσα μας

του γδικιωμού μας η ώρα

και σφίγγουμε τα δάχτυλα

και σφίγγουμε τα χείλη

μέσα στον πόνο της καρδιάς μας.

Μια μουσική χαράς

στου ξεπεσμού την ώρα

επάνω στο φέρετρο της ημέρας,

ένα χαμόγελο πικρό.

Όλα τα πουλιά

όλα τα δέντρα

όλες οι κορφές

όλα τα άγρια πουρνάρια του βουνού

μας έχουν την εμπιστοσύνη

της ζωής.

Κι εμείς!

Εμείς γνωρίζουμε τόσο πολύ

τούτη τη σκοτεινή

την άβουλη

τη μοίρα μας.

ΙΙΙ.

Μοίρα γραμμένη στον άνεμο

άνεμος πλημμυρισμένος

από άψυχες χαρές

εσπερινά κύματα.

Ημέρα πεθαμένη

επάνω στο τελευταίο βήμα της.

Νυχτερινές σκιές

μέσα σε περιορισμένο χώρο

κιτρινισμένες από τις

λάμπες πετρελαίου.

Μπάτης πλημμυρισμένος

από άρωμα γνωστής πολιτείας.

Πεθαμένες χαρές.

Λυπημένη πορεία.

Δρόμος γεμάτος από αγκάθια

και τριβόλια.

Και η νύχτα προβάλει

μέσα από τις κουφάλες των βράχων.

Και το πρώτο αστέρι που φάνηκε

στο σκλαβωμένο ορίζοντα.

Το λυκόφως της ημέρας

πεθαίνει.

Η πρώτη έκφραση της νύχτας

έχει φτάσει

επάνω στις γυμνές ψυχές μας.

Έχουν κουραστεί τα μάτια μας

να βλέπουνε το θάνατο.

Σύντροφε πονάω

κράτησα τον πόνο

κάτω από ένα μικρό σύννεφο

που βυθίστηκε

στα ανοιχτά του πελάγου.

Δεν είδα τίποτα.

Ένα γυαλί θαμπό

και μια πληγή

στο στήθος μου μυρίζει.

Γιατί να μην κρατεί

η μνήμη μας

τα τόσα που πέρασαν

από τα ανήξερα

τα κιτρινισμένα μάτια μας

που δίχως άρνηση

τα δέχτηκαν;

Τραυματισμένες ώρες

χαμένες αγάπες.

Στίχου γραμμένοι πάνω

σ’ ένα κομμάτι μουσαμά

τονισμένοι με κηλίδες

από το αίμα μας.

Και ποιος από εμάς

δεν έδωσε το αίμα του

για τούτο τον αγώνα;

Και ποιος δεν κοίταξε αδείλιαστος

το θάνατο

μέσα από τον κόπο και τον πόνο;

Δεν έχουμε τίποτα.

Επάνω στα βήματα της πορείας μας

έμειναν τα ίχνη

μιας αγάπης τρυφερής.

Τώρα κάτω από

τη νύχτα, τον ήλιο

τη βροχή και τον άνεμο

ρίχνουμε βάλσαμο

στην αποτρόπαιη πληγή

του ορίζοντα.

Θα μείνουμε!

Ποτέ στα μάτια μας

δεν θα φανεί

το πρόσωπο της άρνησης.

Όποια χαρά και αν χαθεί

όποιο φως και αν σβήσει

πάντα στα σπλάχνα μας

άσβεστη θα μείνει

η φλόγα του αγώνα.

Και τούτη η λαοθάλασσα

στην κρίσιμη την ώρα

ας κρίνει τον αγώνα μας.

Το δρόμο της επιστροφής

για μας ας τον ξεγράψει

γιατί εμείς άλλη δεν έχουμε χαρά

εκτός από τούτο τον αγώνα.

Ετούτη η λαοθάλασσα

επάνω στο γδικιωμό της

ας κρίνει τον αγώνα μας

ας κρίνει τη χαρά μας.

Τώρα που ξεριζώσαμε

τα αγκάθια από το δρόμο.

Τώρα που φτάνουμε στο φως.

Τώρα που τα ματωμένα

δάχτυλα αγγίζουν τη χαρά μας.

Ετούτη η λαοθάλασσα

επάνω στο γδικιωμό της

ας κρίνει τον αγώνα μας

ας κρίνει τη χαρά μας.

[1957]