Βιβλιοπαρουσίαση – Συζήτηση με την ΚτΒ: Τα δέκα χρόνια που συγκλόνισαν τον κόσμο. Κρίση. Πανδημία. Πόλεμος [Σαλονίκη 14/5]

 

Ό,τι δεν ξέρεις ο ίδιος καθόλου δεν το ξέρεις.

Έλεγξε τον λογαριασμό εσύ θα τον πληρώσεις.

Μπέρτολντ Μπρεχτ, Εγκώμιο στη μάθηση.

Βιβλιοπαρουσίαση – Συζήτηση με την Κίνηση της Βιολέττας (ΚτΒ) για την Κρίση, την Πανδημία & τον Πόλεμο με αφορμή την έκδοση:

ΤΑ ΔΕΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΥ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΑΝ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ.

Διάλογος για ένα βιβλίο, έναν ιό και άλλες “κατολισθήσεις”.

Μια συνέντευξη του Raffaele Sciortino στο περιοδικό Ιl Lato Cattivo. [Ιούνιος 2020] (εκδ. Προλεταριακή Πρωτοβουλία. Αθήνα, 2021).

Σάββατο 14 Μάη 2022 στις 18.00 στον πεζόδρομο της Γκαρμπολά (Σαλονίκη).

Επαναστατική στρατηγική σε συνθήκες Πολέμου και Φασισμού: το παράδειγμα του ΚΚΕ στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο

Επαναστατική στρατηγική σε συνθήκες Πολέμου και Φασισμού: το παράδειγμα του ΚΚΕ στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (απόσπασμα από το κεφάλαιο «Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και επαναστατική στρατηγική», του βιβλίου του Άρη Σειρηνίδη «Όλοι στ’ άρματα, όλα για τη νίκη. Ο λαϊκός επαναστατικός πόλεμος του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας 1946-1949».

 

[…] Αν αντανακλά κάτι όλη αυτή η επίπονη προσπάθεια χάραξης της στρατηγικής του ΚΚΕ (και του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος), αυτό είναι η προσπάθεια αποφυγής των μηχανιστικών αναγωγών, του δογματισμού και της στατικής αντίληψης στη χάραξη της στρατηγικής του, η εφαρμογή σε τελική ανάλυση της λενινιστικής προσταγής της «συγκεκριμένης ανάλυσης της συγκεκριμένης κατάστασης»[…]


Τόσο ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος όσο και ο Β΄ (στο ξεκίνημά του) υπήρξαν πόλεμοι ιμπεριαλιστικοί, γεννήματα και οι δύο της έντασης της ανισομετρίας που εμφανίζει ο καπιταλισμός στο ιμπεριαλιστικό του στάδιο και της όξυνσης της πάλης που αυτή δημιουργεί για το (ξανα)μοίρασμα των αποικιών και των σφαιρών επιρροής. Ωστόσο, παρά τις κοινές αιτίες που γέννησαν τους δύο πολέμους, ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ξεκίνησε σε συνθήκες που διέφεραν ριζικά από εκείνες που υπήρχαν μόλις εικοσιπέντε χρόνια πριν, γεγονός που μετέβαλε σημαντικά τον χαρακτήρα του πολέμου αυτού και ακολούθως τα καθήκοντα του διεθνούς επαναστατικού κινήματος.

Με τη νίκη της Οκτωβριανής Επανάστασης και την εδραίωση του πρώτου σοσιαλιστικού κράτους στον κόσμο, οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις είχαν πάψει να αποτελούν τον μοναδικό παράγοντα κίνησης της διεθνούς πολιτικής∙ οι αντιθέσεις αυτές θα αναπτύσσονται πλέον σε συνάρτηση με τη νέα και αποφασιστικής σημασίας αντίθεση ανάμεσα σε δύο διαφορετικά κοινωνικά συστήματα. Η κοινή επιδίωξη για αποκατάσταση της ακεραιότητας του καπιταλιστικού κόσμου, που συνένωνε σε αντισοβιετική βάση το σύνολο του ιμπεριαλιστικού στρατοπέδου, θα γεννήσει, στην αλληλεπίδρασή της με τον ανειρήνευτο ανταγωνισμό που προκαλούσε στο εσωτερικό του η σοβούσα κρίση του συστήματος και η άνοδος του εργατικού κινήματος, μια ποιοτικά νέα ιστορική κατάσταση, αυτήν της εποχής του Μεσοπολέμου, που θα αναδείξει τον φασισμό σε αποκλειστικό πολιτικό εκφραστή των αστικών τάξεων τριών ιμπεριαλιστικών χωρών (Γερμανίας, Ιταλίας, Ιαπωνίας).

Η αναδιάταξη των δυνάμεων που προκαλούσε στο εσωτερικό του ιμπεριαλιστικού στρατοπέδου η παρουσία των δυνάμεων του φασιστικού Άξονα, με τους διακηρυγμένους στόχους για παγκόσμια κυριαρχία και υποδούλωση ως και εξόντωση ολόκληρων λαών και πολιτισμών, διαμόρφωνε για τα κινήματα και τους λαούς του κόσμου μια αντικειμενικά πιο σύνθετη συνθήκη από εκείνη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η οποία επέβαλε τη χάραξη μιας άλλης στρατηγικής για την αντιμετώπισή της. Μιας στρατηγικής που θεμελιωνόταν στην πραγματικότητα που δημιουργούσε η φασιστική επιθετικότητα και από την οποία απέρρεε το κάλεσμα για τη διεξαγωγή ενός δίκαιου, απελευθερωτικού λαϊκού πολέμου ενάντια στον φασισμό. Ήδη άλλωστε από το 1935, η Κομμουνιστική Διεθνής, στο 7ο Συνέδριο της, ορίζοντας κατ’ αρχάς τον φασισμό ως την «ανοιχτή τρομοκρατική δικτατορία των πιο αντιδραστικών, σοβινιστικών και ιμπεριαλιστικών στοιχείων του χρηματιστικού κεφαλαίου», είχε καθορίσει τη στρατηγική του κομμουνιστικού κινήματος απέναντι στον φασισμό και τον πόλεμο που προδιαγραφόταν, αναδεικνύοντας τη συνένωση όλων των αντιφασιστικών δυνάμεων -ακόμα και αστικών- σε βασικό άξονα της πολιτικής της, με απαράβατο πάντα όρο την αυτοτέλεια του κομμουνιστικού κόμματος στο αντιφασιστικό μέτωπο και την εργατική ηγεμονία σε αυτό.

Στην κατεύθυνση αυτή, το ΚΚΕ θα θέσει όλες του τις δυνάμεις έγκαιρα –από την περίοδο της ιταλικής εισβολής– στην υπηρεσία του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, βλέποντας σε αυτόν ως προοπτική και προορισμό την Ελλάδα της Λαϊκής Δημοκρατίας. Η υπεράσπιση της ανεξαρτησίας και της ακεραιότητας της χώρας από ενδεχόμενη πολεμική επίθεση ιμπεριαλιστικής δύναμης είχε τεθεί στο επίκεντρο της πολιτικής του κόμματος από το 6ο Συνέδριό του τον Δεκέμβριο του 1935, όταν είχε γίνει ρητά λόγος για την ισχυρή πιθανότητα προσβολής της χώρας από τη γειτονική Ιταλία. Συγκεκριμένα στην απόφαση του Συνεδρίου αναφερόταν: «το καθήκον τόσο της απόκρουσης της άμεσης απειλής του πολέμου, όσο και της υπεράσπισης της ανεξαρτησίας και της ακεραιότητας της χώρας από τους ξένους ιμπεριαλιστές […] πέφτει πάνω στο κόμμα μας». [1]

Με τα ιμπεριαλιστικά στρατόπεδα στον κόσμο να χωρίζονται σε δύο βασικούς συνασπισμούς, τον φασιστικό Άξονα από τη μια (Γερμανία, Ιταλία, Ιαπωνία) και τον Αγγλογαλλικό-Αμερικανικό από την άλλη, η Ελλάδα ως χώρα εξαρτημένη από τον αγγλικό ιμπεριαλισμό είχε από τότε θεωρηθεί πολύ πιθανό να βρεθεί στο στόχαστρο μιας επιθετικής κίνησης από την Ιταλία. Η τελευταία, άλλωστε, διατηρούσε υπό την κατοχή της τα Δωδεκάνησα, εφαρμόζοντας μάλιστα από το 1936 πολιτική αφελληνισμού τους, ενώ διατύπωνε σαφείς διεκδικήσεις απέναντι στην Αλβανία, που θα τις κάνει πράξη τον Απρίλιο του 1939, όταν την προσαρτά ύστερα από στρατιωτική επέμβαση.

Η έλευση (4 Αυγούστου 1936) και η σταθεροποίηση της μεταξικής δικτατορίας δεν θα ανατρέψουν τα δεδομένα σε ό,τι αφορά σε ποια σφαίρα επιρροής ανήκει η Ελλάδα. Η αυξανόμενη επιρροή της Γερμανίας στη χώρα απείχε πολύ από το να σημαίνει και ανατροπή του βασικού πλαισίου εξάρτησής της. Κάτι τέτοιο, όπως έδειξε η επιλογή της ελληνικής αστικής τάξης και του κράτους της απέναντι στις απαιτήσεις της Ιταλίας τον Οκτώβριο του 1940, δεν συνέβη. Και ούτε θα μπορούσε να συμβεί, δεδομένου ότι ήταν τόσο ισχυρή η εξάρτηση από το αγγλικό κεφάλαιο, που δεν θα μπορούσε ποτέ η ελληνική αστική τάξη να την παρακάμψει και να αλλάξει στρατόπεδο αποδεχόμενη την πρόταση συνθηκολόγησης που της έκανε η Ιταλία, και κατά προέκταση ο Άξονας, στις 28 Οκτωβρίου 1940.

Με την οικονομική υπόσταση της ελληνικής αστικής τάξης σε μεγάλο βαθμό υποθηκευμένη στο αγγλικό κεφάλαιο, [2] το ερώτημα «με ποιους θα πάει η Ελλάδα στον πόλεμο» δεν θα κρινόταν ασφαλώς από κάποιου υποκειμενικού ή ιδεολογικού τύπου προτίμηση αλλά από την αντικειμενική-οικονομική πραγματικότητα. Και υπό αυτή την έννοια η απάντηση ήταν προκαθορισμένη. Άλλωστε, η ίδια η περίοδος της μεταξικής δικτατορίας δεν άφηνε περιθώρια παρερμηνειών για το πού ήταν προσανατολισμένη η Ελλάδα. Υπήρχε βέβαια σημαντική εισροή γερμανικών κεφαλαίων στη χώρα, σαφώς υπήρχαν πολύ καλές σχέσεις και ιδεολογική εγγύτητα με τον γερμανικό ναζισμό, ωστόσο τα δικαιώματα της Αγγλίας στη χώρα ήταν απαράγραπτα και δεν αμφισβητούνταν. Ο ίδιος ο Μεταξάς, άλλωστε, δεν το έκρυβε αυτό, μιλώντας ξεκάθαρα για τον προνομιακό ρόλο του αγγλικού κεφαλαίου στη χώρα και προβαίνοντας σε σειρά απροκάλυπτα ευνοϊκών προς αυτό μέτρων. [3]

[…] Υπό μία έννοια άλλωστε, το καθεστώς Μεταξά αποτελούσε έκφραση της συνολικότερης εξωτερικής αγγλικής πολιτικής. Στη δεδομένη φάση των διεθνών σχέσεων, ο αγγλικός παράγοντας ευνοούσε την εγκαθίδρυση ενός φασιστικού καθεστώτος στην Ελλάδα, στα πλαίσια της γενικότερης στρατηγικής του για τη διατήρηση καλών επαφών με τον Άξονα, προκειμένου να αποτραπεί ένας μεταξύ τους πόλεμος και ο Άξονας να στραφεί εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης. Αυτό ήταν στην ουσία το περιεχόμενο της λεγόμενης πολιτικής κατευνασμού της Αγγλίας (αλλά και της Γαλλίας) απέναντι στον Χίτλερ. Μιας πολιτικής που εκφράστηκε με την ανοχή στη στρατιωτική βοήθεια που πρόσφερε ο Άξονας στον Φράνκο για τη συντριβή της Ισπανικής Επανάστασης, με την αναγνώριση της προσάρτησης της Αυστρίας στο Γ΄ Ράιχ τον Μάρτιο του 1938 και βέβαια με τη Συμφωνία του Μονάχου τον Σεπτέμβριο του 1938, που επέτρεπε επίσημα στη Γερμανία να προσαρτήσει μέρος της Τσεχοσλοβακίας (τη Σουδητία) και λίγο μετά ολόκληρη τη χώρα. Και βέβαια όλα αυτά τη στιγμή που η Αγγλία, η Γαλλία και η Γερμανία προέβαιναν σε δηλώσεις μη επίθεσης η μία στην άλλη.

Μη αντιλαμβανόμενη το κρίσιμο αυτό στοιχείο της αγγλικής πολιτικής και δείχνοντας παράλληλα να ξεχνά όλες τις αναλύσεις του κόμματος για την εξάρτηση της χώρας από το αγγλικό κεφάλαιο, η ηγεσία του ΚΚΕ με επικεφαλής τον Γ. Σιάντο – ο οποίος ανέλαβε τα ηνία του κόμματος ύστερα από τη σύλληψη του Ν. Ζαχαριάδη τον Σεπτέμβρη του 1936- θα δει στην ένταση της παρουσίας του γερμανικού κεφαλαίου στη χώρα και παράλληλα στην εθνικοσοσιαλιστικού χαρακτήρα πολιτική της 4ης Αυγούστου την αλλαγή σκυτάλης στην εξάρτηση της χώρας, γεγονός με σοβαρές συνέπειες στη συνολική στρατηγική του κόμματος, αφού πλέον ο βασικός θεματοφύλακας της αστικής εξουσίας στη χώρα, ο αγγλικός ιμπεριαλισμός, έπαυε να αποτελεί το κύριο πεδίο της στόχευσης της.

[…] Η νέα καθοδήγηση που διαδέχεται τον Γ. Σιάντο τον Νοέμβριο του 1939, η λεγόμενη Παλιά Κεντρική Επιτροπή, αδυνατώντας με τη σειρά της να παρακολουθήσει τις διεθνείς εξελίξεις (Σύμφωνο μη Επίθεσης ανάμεσα στη Σοβιετική Ένωση και τη Γερμανία τον Αύγουστο του 1939 και έναρξη Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου την 1η Σεπτεμβρίου του 1939), θα επιτείνει με τους χειρισμούς της την πολιτική σύγχυση στο κόμμα. Έτσι, στα κομματικά κείμενα η Αγγλία ξαφνικά ξαναγίνεται η κυρίαρχη δύναμη στη χώρα, την ίδια στιγμή όμως η θέση που διατυπώνει το ΚΚΕ απέναντι στον επερχόμενο πόλεμο με τις δυνάμεις του Άξονα διαφοροποιείται ριζικά από αυτήν του 6ου Συνεδρίου του 1935. Με διακηρυκτικό κείμενο τον Απρίλιο του 1940 η καθοδήγηση του ΚΚΕ χαράσσει τακτική ουδετερότητας απέναντι σε μια επίθεση της Ιταλίας, εκλαμβάνοντάς την ως έκφραση της ενδοϊμπεριαλιστικής σύγκρουσης με την Αγγλία που θα λάμβανε χώρα στο ελληνικό έδαφος:

«Το πέρασμα της βασιλομεταξικής δικτατορίας στην υπηρεσία των αγγλογάλλων, συντελούμενο μέσα στις συνθήκες της έντασης των σχέσεών τους με την Ιταλία, σημαίνει –ούτε λίγο ούτε πολύ– πρόσκληση στους ιμπεριαλιστές να βγάλουν τα μάτια τους πάνω στα ελληνικά εδάφη κι εξουσιοδότησή τους να μην αφήσουν πέτρα πάνω στην άλλη, στη δυστυχισμένη πατρίδα μας. Εκτός από την Ιταλία που –πριν προλάβουν οι αγγλογάλλοι να αξιοποιήσουν την προδοσία της δικτατορίας– θα εξαπολύσει κεραυνοβόλα ενέργεια κατά της χώρας μας, με το πρόσχημα της ασφάλειας των νώτων της και της “διαφύλαξης της ειρήνης στη νoτιοανατολική Ευρώπη” θα αναγκαστεί κι η Γερμανία να μεταφέρει τη σύγκρουση στην περιοχή μας. […] Η δικτατορία εκμεταλλεύεται ύπουλα τη φιλοτιμία του λαού μας, την περηφάνια του για το δοξασμένο του παρελθόν, για να τον στείλει μορφινισμένο στο μέτωπο της αλληλοσφαγής να πολεμήσει για ξένα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα. Έτσι παριστάνει η δικτατορία τον πόλεμο –που η ίδια προκαλεί– σαν υπεράσπιση της ανεξαρτησίας και ακεραιότητας της πατρίδας μας – και καλεί το λαό να “πολεμήσει με θάρρος και ηρωισμό”. […] Δεν είναι ηρωισμός το να σκοτώνεσαι μάταια για ξένα συμφέροντα. Δεν έχει καμιά σχέση με την υπεράσπιση της πατρίδας το να πολεμάς στην υπηρεσία του ενός ή του άλλου ιμπεριαλιστικού μπλοκ». [4]

Είναι πρόδηλο ότι μια τέτοια δομική αλλαγή γραμμής από το ΚΚΕ δήλωνε μια συγκεκριμένη ερμηνεία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, καθώς και της Συμφωνίας μη Επίθεσης ανάμεσα στη Σοβιετική Ένωση και τη Γερμανία.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με χρονολογική σειρά, ξεκινώντας από το Σύμφωνο μη Επίθεσης ανάμεσα στη Σοβιετική Ένωση και τη Γερμανία (Σύμφωνο Μολότοφ-Ρίμπεντροπ), που υπογράφτηκε στις 23 Αυγούστου 1939, λίγες ημέρες πριν από την έναρξη του πολέμου. Η υπογραφή του αποτελούσε μια κίνηση τακτικής της Σοβιετικής Ένωσης που σκοπό είχε να της εξασφαλίσει τον απαραίτητο χρόνο, ώστε να προετοιμαστεί για τη γερμανική στρατιωτική επίθεση, την οποία θεωρούσε αναπόφευκτη. Αντίστοιχα, θα λέγαμε, ήταν μια κίνηση τακτικής και για τη Γερμανία, που δεν ήθελε στην πρώτη φάση των πολεμικών επιχειρήσεών της στην Κεντρική Ευρώπη να έχει ανοιχτό το μέτωπο με τη Σοβιετική Ένωση. Όλο το προηγούμενο διάστημα η Σοβιετική Ένωση είχε υποβάλει προτάσεις συνεργασίας σε ανώτατο επίπεδο στις κυβερνήσεις της Αγγλίας και της Γαλλίας για τη δημιουργία ενός αντιφασιστικού συνασπισμού, καταγγέλλοντας παράλληλα την προσάρτηση της Αυστρίας και της Τσεχοσλοβακίας. Οι προτάσεις αυτές, όμως, δεν εισακούστηκαν. Αντίθετα, οι κυβερνήσεις της Αγγλίας και της Γαλλίας με την πολιτική κατευνασμού απέναντι στη Γερμανία που ακολούθησαν την ενθάρρυναν ουσιαστικά να επιτεθεί στη Σοβιετική Ένωση. Σε αυτό το πλαίσιο η Σοβιετική Ένωση, όντας υποχρεωμένη να υπερασπιστεί την υπόστασή της, θα υπογράψει στις 23 Αυγούστου το Σύμφωνο μη Επίθεσης με τη Γερμανία. Λίγες ημέρες μετά, την 1η Σεπτεμβρίου του 1939, ξεκινά ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος με την εισβολή της Γερμανίας στην Πολωνία. Στις 3 Σεπτεμβρίου η Αγγλία και η Γαλλία κηρύσσουν τον πόλεμο στη Γερμανία.

Εκμεταλλευόμενη αριστοτεχνικά τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις, η Σοβιετική Ένωση καταφέρνει να διασπάσει την κοινή αντισοβιετική στρατηγική του ιμπεριαλιστικού στρατοπέδου, που την απειλούσε άμεσα. [5] Την ίδια στιγμή η πάλη για το ξαναμοίρασμα του κόσμου ξαναρχίζει μόλις 21 χρόνια μετά τη λήξη του προηγούμενου παγκοσμίου πολέμου. Ο πόλεμος που ξεκινάει λοιπόν είναι ένας πόλεμος ιμπεριαλιστικός, στον οποίο η Σοβιετική Ένωση προφανώς και δεν εμπλέκεται. Το γεγονός, όμως, ότι ο πόλεμος είναι ιμπεριαλιστικός δεν αναιρεί για τους λαούς των χωρών που θα δεχτούν επίθεση από τον φασιστικό Άξονα το καθήκον της αντιφασιστικής πάλης για την υπεράσπιση της εθνικής τους ανεξαρτησίας. Αντίστοιχα, και ο ιμπεριαλιστικός χαρακτήρας του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου δεν αναιρούσε τη δυνατότητα να αναπτυχθούν δίκαιοι εθνικοί πόλεμοι, όπως ήταν αυτοί που σχετίζονταν με την άμυνα των λαών των μισοαποικιών και εξαρτημένων χωρών απέναντι σε ιμπεριαλιστική εισβολή και κατάκτηση. Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, ότι το λενινιστικό πρόταγμα της μετατροπής του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε εμφύλιο, το σύνθημα της «ήττας της κυβέρνησής σου στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο», αφορούσε αποκλειστικά τους λαούς των ιμπεριαλιστικών χωρών που λάμβαναν μέρος στο πόλεμο. [6]

Όπως είδαμε, το ΚΚΕ, στο πνεύμα της γενικότερης στρατηγικής των αντιφασιστικών λαϊκών μετώπων, είχε θέσει στο 6ο Συνέδριό του ως κεντρικό καθήκον των κομμουνιστών την υπεράσπιση της Ελλάδας από επίθεση ξένης ιμπεριαλιστικής δύναμης, και συγκεκριμένα της Ιταλίας, παρόλο που προφανώς έβλεπε ότι η επίθεση αυτή εντασσόταν στη γενικότερη ενδοϊμπεριαλιστική σύγκρουση Αγγλίας-Άξονα. Κι όταν, βέβαια, ξεσπά ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, το πρόταγμα της υπεράσπισης της πατρίδας από τη φασιστική επίθεση γίνεται ακόμα πιο επίκαιρο. Θα λέγαμε ότι, όσο αυτός πόλεμος προχωρά και τα πρωτοφανή εγκλήματα που διαπράττουν οι στρατοί του Άξονα αυξάνονται, η αντιφασιστική εθνικοαπελευθερωτική πάλη γίνεται το κεντρικό πολιτικό διακύβευμα για τους λαούς των κατακτημένων, όπως και των υπό κατάκτηση, χωρών, ακόμα και των ιμπεριαλιστικών. Στην πραγματικότητα η στρατηγική του λαϊκού μετώπου για μετωπική συμπόρευση όλων των δυνάμεων που θέλουν να πολεμήσουν τον φασισμό γίνεται πιο επιτακτική από ποτέ. Και σε τελική ανάλυση εκεί θα κριθεί η εργατική και κομμουνιστική στρατηγική: από τη δυνατότητά της να ηγηθεί, να ηγεμονεύσει το πιο πλατύ λαϊκό μέτωπο που θα μπορέσει να αντιμετωπίσει επιτυχώς την υπεράσπιση της εθνικής ανεξαρτησίας από τη φασιστική υποδούλωση.

Η «αριστερού» χαρακτήρα παρέκκλιση της Κομμουνιστικής Διεθνούς, όταν λίγο μετά την υπογραφή του Συμφώνου μη Επίθεσης με τη Γερμανία και την έναρξη του πολέμου κάνει μια στεγνή ανάγνωση του χαρακτήρα του πολέμου [7] υποτιμώντας την εθνικοαπελευθερωτική, αντιφασιστική του διάσταση, θα κρατήσει για λίγο χρονικό διάστημα. Και πάντως δεν θα φτάσει ποτέ να θέσει ως ζητούμενο για τις εργατικές τάξεις των χωρών (ιμπεριαλιστικών και μη) που δέχονταν επίθεση από τον Άξονα το σύνθημα της «ήττας των κυβερνήσεών τους στον πόλεμο». Γρήγορα, άλλωστε, η Κομμουνιστική Διεθνής διορθώνει τη γραμμή της, υποδεικνύοντας τη σπουδαιότητα της αντιφασιστικής εθνικοαπελευθερωτικής στρατηγικής. Τον Ιούνιο του 1940 η Κομμουνιστική Διεθνής θα τονίσει ότι «ο γερμανικός ιμπεριαλισμός σκοπεύει μαζί με την Ιταλία να υποδουλώσει πολλούς ευρωπαϊκούς λαούς και να τους στερήσει την εθνική τους ανεξαρτησία», συνιστώντας στα κομμουνιστικά κόμματα των χωρών που έχουν κατακτηθεί να υψώσουν τη σημαία της εθνικοαπελευθερωτικής πάλης. Την ίδια στιγμή δύο μεγάλα κομμουνιστικά κόμματα, το γαλλικό και το αγγλικό, μπροστά στο κίνδυνο της κατάκτησης των χωρών τους, απευθύνουν αντιφασιστικό πατριωτικό προσκλητήριο θέτοντας τα μέλη τους στην πρώτη γραμμή της πάλης ενάντια στις δυνάμεις του επελαύνοντα Άξονα. [8]

Την ίδια περίοδο στην Ελλάδα, και ενώ η Ιταλία δείχνει ξεκάθαρα τις προθέσεις της με τον τορπιλισμό του ελληνικού καταδρομικού «Έλλη» στην Τήνο στις 15 Αυγούστου του 1940, το ΚΚΕ, εγκλωβισμένο στην αντιφατική γραμμή που γέννησαν οι δύο τελευταίες καθοδηγήσεις του κόμματος και παράλληλα αποδεκατισμένο από την εναντίον του καταστολή, συνεχίζει να τελεί υπό σύγχυση, μένοντας μακριά από τη στρατηγική του αντιφασιστικού μετώπου. Στην τελευταία του απόφαση (30 Αυγούστου) πριν από την έναρξη του Ελληνοϊταλικού Πόλεμου, παραμένει στην ίδια γραμμή με αυτή του Απριλίου του 1940 χαρακτηρίζοντας την επερχόμενη σύγκρουση με την Ιταλία ως «μια άδικη και μάταιη ανθρωποσφαγή για το χατίρι των Άγγλων πλουτοκρατών αφεντικών του Μεταξά, του Γλύξμπουργκ, του Μανιαδάκη, του Διάκου και της παρέας τους». [9]

Σε αυτό το πλαίσιο, η κατάσταση που διαμορφώνεται μετά την 28η Οκτωβρίου 1940 και την κήρυξη του πολέμου φέρνει το κόμμα σε κατάσταση υπαρξιακού κινδύνου. Η καταλυτική παρέμβαση του Ν. Ζαχαριάδη αλλάζει άρδην το τοπίο, δίνοντας με το «Ανοιχτό γράμμα προς το λαό της Ελλάδας» (31/10/1940) μια ξεκάθαρη επαναστατική στρατηγική στο κόμμα:

«Προς το λαό της Ελλάδας: Ο φασισμός του Μουσολίνι χτύπησε την Ελλάδα πισώπλατα, δολοφονικά και ξετσίπωτα με σκοπό να την υποδουλώσει και εξανδραποδίσει. Σήμερα όλοι οι Έλληνες παλεύουμε για τη λευτεριά, την τιμή, την εθνική μας ανεξαρτησία. Η πάλη θα είναι πολύ δύσκολη και πολύ σκληρή. Μα ένα έθνος που θέλει να ζήσει πρέπει να παλεύει αψηφώντας τους κινδύνους και τις θυσίες. Ο λαός της Ελλάδας διεξάγει σήμερα έναν πόλεμο εθνικοαπελευθερωτικό, ενάντια στο φασισμό του Μουσολίνι. Δίπλα στο κύριο μέτωπο και ο κάθε βράχος, η κάθε ρεματιά, το κάθε χωριό, καλύβα με καλύβα, η κάθε πόλη, σπίτι με σπίτι, πρέπει να γίνει φρούριο του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα. Κάθε πράκτορας του φασισμού πρέπει να εξοντωθεί αλύπητα. Στον πόλεμο αυτό που τον διευθύνει η κυβέρνηση Μεταξά, όλοι μας πρέπει να δώσουμε όλες μας τις δυνάμεις, δίχως επιφύλαξη. Έπαθλο για τον εργαζόμενο λαό και επιστέγασμα για το σημερινό του αγώνα, πρέπει να είναι και θα είναι, μια καινούρια Ελλάδα της δουλειάς, της λευτεριάς, λυτρωμένη από κάθε ξένη ιμπεριαλιστική εξάρτηση και εκμετάλλευση με έναν πραγματικά παλλαϊκό πολιτισμό. Όλοι στον αγώνα, ο καθένας στη θέση του και η νίκη θα ’ναι νίκη τη Ελλάδας και του λαού της. Οι εργαζόμενοι όλου του κόσμου στέκουν στο πλευρό μας». [10]

Με το γράμμα αυτό το ΚΚΕ επανέρχεται στη θέση του 6ου Συνεδρίου του, ορίζοντας ως κεντρικό καθήκον του ελληνικού λαού –και ως εκ τούτου και του κόμματος– την υπεράσπιση της εθνικής ανεξαρτησίας της χώρας από την επίθεση του ιταλικού φασισμού. Το πολιτικό στίγμα του γράμματος δίνεται ήδη από τις πρώτες προτάσεις του. Ο αγώνας του ελληνικού λαού είναι εθνικοαπελευθερωτικός και αντιφασιστικός. Με τον προσδιορισμό «αντιφασιστικός», που αντικειμενικά προκύπτει από τον χαρακτηρισμό του επιτιθέμενου ως φασίστα, τίθεται –υπόρρητα βέβαια, αν αναλογιστούμε ότι το γράμμα, για να εγκριθεί από τη λογοκρισία, έπρεπε να ακολουθήσει ένα συγκεκριμένο ύφος γραφής– από πολύ νωρίς το διαφορετικό πλαίσιο πάλης και στόχων των «δύο εθνών», «του έθνους των εργαζομένων» από τη μια και «του έθνους του κεφαλαίου» από την άλλη, που από κοινού θα δώσουν τον αγώνα ενάντια στην ιταλική επίθεση. Το καθεστώς της 4ης Αυγούστου δεν θα μπορούσε ποτέ, για ευνόητους λόγους, να εκφράσει το αντιφασιστικό περιεχόμενο του πολέμου, οπότε το καθήκον αυτό το αναλαμβάνει ο λαός και η εργατική τάξη – και ασφαλώς το ΚΚΕ. Τον πόλεμο, βέβαια, όπως ρεαλιστικά αναφέρεται στο γράμμα, τον διευθύνει η κυβέρνηση Μεταξά, αφού αυτή έχει τον έλεγχο του κράτους και των ενόπλων δυνάμεων. Το γεγονός αυτό, ωστόσο, δεν πρέπει να δημιουργήσει καμία επιφύλαξη σε κανέναν (αντιφασίστα, δημοκράτη, κομμουνιστή) όσον αφορά τη συμμετοχή του στον πόλεμο. Όσο έντονες αμφιβολίες και αντιρρήσεις κι αν έχει, το εθνικό αυτό μέτωπο, που στη δεδομένη φάση στήνεται υπό το πρόσταγμα του Μεταξά και των Άγγλων επικυρίαρχων, είναι από την άλλη, εξαιτίας του ζωτικού διακυβεύματός του, το πεδίο όπου κρίνεται λόγω και έργω η αξιοπιστία και εντέλει η πολιτική και ηθική υπόσταση της εργατικής τάξης και του κόμματος που θέλει να αποτελέσει την πρωτοπορία της. Είναι το πεδίο όπου κρίνεται, για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του Μαρξ και του Ένγκελς από το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, η δυνατότητα της εργατικής τάξης “να ανυψωθεί σε ηγέτιδα τάξη του έθνους και να κατακτήσει την πολιτική εξουσία”. [11]

Λίγες λέξεις παρακάτω –και με τους περιορισμούς της λογοκρισίας να παραμονεύουν– το γράμμα θα αναδείξει μία ακόμα διάσταση του πολέμου, χρήσιμη τόσο για το παρόν όσο και για το μέλλον, όταν κάνει λόγο για μετατροπή, δίπλα στο κύριο μέτωπο, κάθε σπιθαμής της ελληνικής γης σε φρούριο του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα. Η γενικευμένη λαϊκή αυτοοργάνωση στην οποία ουσιαστικά καλεί μια τέτοια προτροπή δημιουργεί ένα άλλο πλαίσιο πάλης, έξω από τους κρατικούς μηχανισμούς, και υπό μια έννοια προτείνει και προδιαγράφει το μελλοντικό αντάρτικο στα βουνά και τις πόλεις. Στο κλείσιμο του γράμματος δίνεται με ευκρίνεια ο χαρακτήρας και η στρατηγική του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα. Ο εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας έχει σαφώς εργατικό, λαϊκό, αντιιμπεριαλιστικό πρόσημο, είναι ο αγώνας του λαού και της εργατικής τάξης (του εργαζόμενου λαού) που ως στόχο (έπαθλο) έχει την Ελλάδα της λαϊκής εξουσίας και της εθνικής ανεξαρτησίας. Και για την επίτευξη του στόχου αυτού, το γράμμα καλούσε όλο τον λαό σε θέσεις μάχης, μην παραλείποντας να επισημάνει στην τελευταία του πρόταση τον διεθνιστικό χαρακτήρα της μάχης αυτής.

[…] Αξίζει, πάντως, να σημειώσουμε την αντιφατική στάση που κράτησε η Κομμουνιστική Διεθνής απέναντι στο γράμμα, όντας υποχρεωμένη να ισορροπεί ανάμεσα στην υποστήριξη της αντιφασιστικής εθνικοαπελευθερωτικής πάλης των λαών και στη θέση για τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, και μάλιστα τη στιγμή που η ΕΣΣΔ έχει υπογράψει το Σύμφωνο μη Επίθεσης με τη Γερμανία. Αν, λοιπόν, τον Ιούλιο του 1939 η Κομμουνιστική Διεθνής με οδηγία της προς το ΚΚΕ επισήμαινε ότι: «Η χώρα σας απειλείται απ’ το φασιστικό άξονα και ιδιαίτερα από τον ιταλικό φασισμό που δρα ειδικότερα στα Βαλκάνια. Το πρώτο καθήκον του ΚΚΕ είναι η υπεράσπιση της ανεξαρτησίας της χώρας. Εφόσον η κυβέρνηση Μεταξά παλεύει και αυτή κατά του ίδιου αυτού κινδύνου, δεν υπάρχει λόγος να επιδιώκετε πρώτα απ’ όλα την ανατροπή της», [12] τον Ιανουάριο του 1941 η Εκτελεστική Επιτροπή της Κομμουνιστικής Διεθνούς θα διατυπώσει μια διαφοροποιημένη θέση σχολιάζοντας το γράμμα του γενικού γραμματέα του ΚΚΕ. Παρόλο που αναγνωρίζει το δίκαιο του καλέσματος για έναν εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα ενάντια στην επίθεση του ιταλικού ιμπεριαλισμού, εντούτοις εμφανίζεται αρνητική στην τοποθέτηση «για συμμετοχή στον πόλεμο που διευθύνει η κυβέρνηση Μεταξά», θεωρώντας ότι κάτι τέτοιο μπορεί να δημιουργήσει λανθασμένους συνειρμούς σε ό,τι αφορά τον ρόλο του Μεταξά και της Αγγλίας στον πόλεμο.

Όπως είδαμε, ωστόσο, αν το κάλεσμα στον εθνικοαπελευθερωτικό πόλεμο ήθελε να έχει στοιχειωδώς ρεαλιστική βάση και να μην είναι απλώς μια κενή περιεχομένου ιδεολογική ρητορεία, αυτό μπορούσε να εξασφαλιστεί μόνο με την αποδοχή του αντικειμενικού γεγονότος ότι όρος για να πολεμήσεις τον εισβολέα, σε εκείνη τουλάχιστον τη φάση, ήταν η συμμετοχή, και μάλιστα χωρίς επιφύλαξη, στον πόλεμο που διευθύνει ο Μεταξάς. Το ζήτημα της προοπτικής της εθνικοαπελευθερωτικής πάλης, που το γράμμα, όπως είδαμε, σαφώς και αναδείκνυε, έχει αναγκαστικά ως σημείο αφετηρίας ακριβώς αυτή τη συμμετοχή.

Μετά το πρώτο γράμμα του Ζαχαριάδη θα ακολουθήσουν άλλα δύο. Το δεύτερο θα συνταχθεί στις 26 Νοεμβρίου 1940, όμως δεν θα δημοσιευτεί πουθενά. Η ύπαρξή του θα γίνει γνωστή στο κόμμα στις 9 Μαρτίου 1947, όταν η Γενική Ασφάλεια το έδωσε στον αθηναϊκό Τύπο με κάποιες παραποιήσεις. Αντίθετα, το τρίτο γράμμα, με ημερομηνία 15 Ιανουαρίου 1941, που εν πολλοίς περιέχει και το περιεχόμενο του δεύτερου γράμματος μαζί με την καταγγελία της Προσωρινής Διοίκησης ως οργάνου της Ασφάλειας, παρόλο που ούτε αυτό θα δημοσιευτεί, θα γίνει πολύ γρηγορότερα γνωστό στο κόμμα και θα δημοσιευτεί στην Κομμουνιστική Επιθεώρηση του Ιουνίου του 1942 ως το δεύτερο γράμμα του Ζαχαριάδη (μιας και αγνοούνταν η ύπαρξη του πραγματικά δεύτερου).

Παρόλο που το πρακτικό αντίκρισμα των γραμμάτων ήταν περιορισμένο, εξαιτίας της μη έγκαιρης δημοσίευσής τους, η πολιτική και ιστορική τους σημασία είναι πολύ μεγάλη, αφού τα δύο αυτά γράμματα ολοκληρώνουν τη θέση του ΚΚΕ σχετικά με τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και κάνουν σαφή την οπτική του για τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο και τον ρόλο της Αγγλίας. Θα λέγαμε ότι, αν το πρώτο γράμμα εξόπλιζε το κόμμα στην κρίσιμη φάση της έναρξης του πολέμου, τα δύο επόμενα θα μπορούσαν να λειτουργήσουν αποφασιστικά στην κατανόηση της εξέλιξης του πολέμου και στη θωράκιση της στρατηγικής του, ειδικά ενόψει της πολύ δύσκολης συνέχειας. Το βασικό στοιχείο των δύο αυτών γραμμάτων ήταν η θέση ότι, από τη στιγμή που ο ελληνικός στρατός θα εκδίωκε τον ιταλικό από τα εδάφη της χώρας (κάτι που επρόκειτο να συμβεί λίγο αργότερα αφότου γράφτηκε το δεύτερο γράμμα και είχε συμβεί όταν συντασσόταν το τρίτο), η συνέχιση του Ελληνοϊταλικού Πόλεμου σε αλβανικά εδάφη δεν συνιστούσε πλέον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα για τον ελληνικό λαό, αλλά εμπλοκή στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο ανάμεσα στις δυνάμεις του Άξονα και την Αγγλία, στον άρμα της οποίας προσδενόταν η κυβέρνηση Μεταξά. Ως εκ τούτου, ο πόλεμος αυτός μονό δεινά είχε να προσφέρει στον ελληνικό λαό και γι’ αυτό ο στόχος μιας πραγματικά εθνικής πολιτικής θα έπρεπε να είναι το σταμάτημα του πολέμου και η υπογραφή, υπό την εγγύηση της ΕΣΣΔ, ελληνοϊταλικής συμφωνίας ειρήνης, που θα κατοχύρωνε πλήρως όλα τα δικαιώματα της χώρας. Αν κάτι τέτοιο δεν συμβεί, όπως το τρίτο γράμμα διαπιστώνει, στόχος του λαϊκού κινήματος και του κόμματος θα πρέπει πλέον να γίνει η ανατροπή του μεταξικού καθεστώτος και η εγκαθίδρυση αντιφασιστικής λαϊκής κυβέρνησης με σκοπό «την ειρήνη, την εθνική ανεξαρτησία, το εσωτερικό αντιφασιστικό λαϊκό καθεστώς, την ολόπλευρη προσέγγιση προς την ΕΣΣΔ και τη βαλκανική συνεργασία με βάση την ειρηνική λύση των εσωβαλκανικών διαφορών». [13]

Με τη θέση για τον χαρακτήρα του πολέμου ανάμεσα στην Αγγλία και τον Άξονα ως ιμπεριαλιστικό, τον προσδιορισμό του Ελληνοϊταλικού Πολέμου που διεξάγεται στα εδάφη της Αλβανίας ως άδικου και από τις δύο πλευρές, και ειδικά από την πλευρά της Ελλάδας ως εθνικιστικού με στόχο την κατάληψη υπό την αιγίδα του αγγλικού ιμπεριαλισμού της Βόρειας Ηπείρου –κατά το πρότυπο της Μικρασιατικής Εκστρατείας–, και την προβολή της Σοβιετικής Ένωσης ως της μοναδικής δύναμης που μπορεί να εγγυηθεί την ειρήνη στα Βαλκάνια, η στρατηγική του ΚΚΕ θα συγχρονιστεί απόλυτα με τις εξελίξεις που διαμορφώνει ταχύτατα η ιστορική κίνηση τόσο στην επικράτεια και τη γειτονιά μας όσο και σε όλη την Ευρώπη. Για ένα κόμμα που αξιώνει να έχει διαρκή εποπτεία των εξελίξεων, τα νέα ποιοτικά δεδομένα που παρήγαγε η εκστρατεία διαρκείας του ελληνικού στρατού σε ξένο έδαφος (Αλβανία) έπρεπε άμεσα να αναλυθούν, προκειμένου να υπάρξει μια συγκεκριμένη τοποθέτηση σχετικά με αυτά. Και αυτή η τοποθέτηση ήταν σαφής, άσχετα αν το πρακτικό της αντίκρισμα ήταν σχεδόν μηδαμινό, αφού δεν έγινε γνωστή στο κόμμα και τον λαό: η παρουσία του ελληνικού στρατού στην Αλβανία δεν προασπίζει τα εθνικά συμφέροντα, αλλά υπηρετεί τους σχεδιασμούς των Άγγλων και της ελληνικής αστικής τάξης και ως τέτοια πρέπει να καταγγελθεί, γιατί αυτό που μπορεί να προκαλέσει είναι μόνο δεινά για τον ελληνικό λαό. Σε αυτή τη συνθήκη, λοιπόν, που είναι σαφές ότι διαφέρει ριζικά απ’ ό,τι συνέβαινε μερικές εβδομάδες πριν, όταν η Ιταλία εισέβαλε στην Ελλάδα, το σύνθημα για ανατροπή της μεταξικής δικτατορίας μπαίνει πάλι στην πρώτη γραμμή των πολιτικών προταγμάτων του κόμματος και του λαϊκού κινήματος. Μαζί με άλλα, βέβαια, που εξέφραζαν απόλυτα τα συμφέροντα του ελληνικού λαού, με κυρίαρχο αυτό της ειρήνης με κατοχυρωμένα πλήρως τα δικαιώματα της χώρας, μιας ειρήνης που η μόνη δύναμη που μπορεί να την εγγυηθεί ήταν η Σοβιετική Ένωση, η οποία δεν είχε εμπλακεί στον πόλεμο.

Επαναστατική κομουνιστική πολιτική είναι η πολιτική που μπορεί να προβλέπει και να απαντά έγκαιρα και με οξυδέρκεια στις αλλεπάλληλες μεταβολές όλων των παραμέτρων εκείνων (πολιτικών, κοινωνικών, οικονομικών, γεωστρατηγικών) που συνθέτουν την κίνηση του ταξικού αντιπάλου. Αυτό που στις 28 Οκτωβρίου 1940 ήταν ρηξικέλευθο και αποφασιστικής σημασίας για τη συγκρότηση του λαϊκού αντιφασιστικού μετώπου, δύο μήνες μετά θα μπορούσε να εκπέσει σε «σοσιαλπατριωτικό ντοκουμέντο», όπως έγραφε ο Ζαχαριάδης στο τρίτο του γράμμα, αν χρησιμοποιούνταν σε μια συνθήκη με διαφορετικά χαρακτηριστικά. Όπως δεν θα μπορούσε ποτέ το ΚΚΕ του αντιφασισμού, του αντιιμπεριαλισμού και της πάλης για την εθνική ανεξαρτησία να στρέψει αλλού το βλέμμα όταν μια φασιστική ιμπεριαλιστική δύναμη επεμβαίνει στρατιωτικά για να απειλήσει την εθνική ακεραιότητα της χώρας, έτσι και το ΚΚΕ της πάλης ενάντια στον πόλεμο, τον εθνικισμό και την ιμπεριαλιστική εξάρτηση δεν θα μπορούσε να μείνει σιωπηλό όταν ο ελληνικός στρατός γινόταν το όχημα για την εξυπηρέτηση όλων των παραπάνω. Όπως, βέβαια, δεν θα μπορούσε το ίδιο κόμμα, όταν τρεις μόλις μήνες μετά ο γερμανικός στρατός εισέβαλε στη χώρα, να μην πρόβαλλε ξανά το σύνθημα της αντιφασιστικής εθνικοαπελευθερωτικής πάλης.

Όπως αντίστοιχα, μιας και μιλάμε για τη διαλεκτική προσαρμογή της τακτικής στην ταχέως μεταβαλλόμενη πραγματικότητα, δεν θα μπορούσε η ίδια η Σοβιετική Ένωση (και η Κομμουνιστική Διεθνής), όταν στις 22 Ιουνίου 1941 η Γερμανία επιτέθηκε στη Σοβιετική Ένωση με σκοπό να την καταστρέψει, να μην προσδιόριζε εκ νέου τον χαρακτήρα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου ως αντιφασιστικό, τοποθετώντας στο συμμαχικό στρατόπεδο, σε μια επέκταση-προέκταση, θα λέγαμε, της στρατηγικής του λαϊκού αντιφασιστικού μετώπου, ακόμα και τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις που βρίσκονταν σε πόλεμο με τον Άξονα. [14] Μιας στρατηγικής που θα σύρει τις τελευταίες στον αντιφασιστικό συνασπισμό, με αποτέλεσμα τη συντριβή του φασισμού και την ανάπτυξη και τη νίκη δεκάδων αντιφασιστικών εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων σε όλο τον κόσμο.

Αν, κατά τη άποψή μας, αντανακλά κάτι όλη αυτή η επίπονη προσπάθεια χάραξης της στρατηγικής του ΚΚΕ (και του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος), αυτό είναι η προσπάθεια αποφυγής των μηχανιστικών αναγωγών, του δογματισμού και της στατικής αντίληψης στη χάραξη της στρατηγικής του, η εφαρμογή σε τελική ανάλυση της λενινιστικής προσταγής της συγκεκριμένης ανάλυσης της συγκεκριμένης κατάστασης, μιας ανάλυσης η οποία του ανοίγει τον δρόμο για να εξασφαλίσει, ακόμα και σε συνθήκες σχεδόν διάλυσης, όπως ήταν αυτές που αντιμετώπιζε όλο το 1940, την πολιτική υπεροχή που θα του δώσει τη δυνατότητα να οικοδομήσει πάνω σε αυτή το έπος της Εθνικής Αντίστασης. Γιατί, βέβαια, είναι σαφές ότι, αν το ΚΚΕ δεν έπαιρνε μέρος στον Ελληνοϊταλικό και τον Ελληνογερμανικό Πόλεμο κρατώντας ουδέτερη στάση, αν δεν συμμετείχε δηλαδή σε αυτή την πάνδημη πατριωτική συστράτευση του ελληνικού λαού σαν να μην το αφορούσε, δεν υπήρχε καμία περίπτωση να αναπτύξει οποιαδήποτε πρωτοβουλία και δράση την περίοδο της Κατοχής. Ακόμα κι αν άλλαζε τότε γραμμή, η αποχή του την ώρα του πολέμου θα βάραινε σαν ταφόπλακα σε οποιαδήποτε προσπάθεια σύνδεσης με τις πλατιές λαϊκές μάζες που έδωσαν ηρωικά τη μάχη ενάντια στους φασίστες εισβολείς. Όπως, αντίστοιχα, είναι σαφές ότι η μη επαρκής τοποθέτηση του κόμματος για τον ρόλο της Αγγλίας στα ελληνικά πράγματα, τόσο στη μεταξική περίοδο όσο και στη φάση της ελληνοϊταλικής σύγκρουσης στην Αλβανία, του στέρησε τη δυνατότητα να έχει σφαιρική εποπτεία της σύνθετης κατάστασης που διαμορφωνόταν την περίοδο της Κατοχής, καθώς και της φύσης –και των ορίων– της συμμαχίας που συγκροτούσε με αυτήν.


Η περίοδος του Ελληνοϊταλικού και του Ελληνογερμανικού Πολέμου και αμέσως μετά της Κατοχής θα σηματοδοτήσει για το ΚΚΕ το ξεκίνημα ενός τιτάνιου αγώνα. Έπειτα από μια περίοδο αποδιοργάνωσης και κάτω από εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες, το κόμμα έπρεπε να βρει τρόπο να ανασυγκροτηθεί, να εκκαθαριστεί από τους δεκάδες χαφιέδες που είχαν εισχωρήσει στις γραμμές του, να ξεκαθαρίσει τη στρατηγική του, για να εφαρμόσει στην πράξη μια πολιτική μαζών. Να μπορέσει δηλαδή το κόμμα, με βάση τη νέα στρατηγική του και την καθημερινή του πάλη, να βρει οδούς επικοινωνίας με τις πλατιές λαϊκές μάζες που έδειχναν έτοιμες να στρατευτούν στην υπόθεση της εθνικής απελευθέρωσης. Κάτι που θα το καταφέρει χάρη στην ακούραστη πάλη εκατοντάδων κομμουνιστών, που με το προσωπικό τους παράδειγμα στην πρώτη φάση της Κατοχής –τότε που «ο κεραυνοβόλος πόλεμος» της νέας τάξης πραγμάτων επιχειρούσε να πνίξει εν τη γενέσει της κάθε απόπειρα αντίστασης– διαμόρφωσαν τους όρους μιας νέας αφετηρίας για το λαϊκό κίνημα της χώρας.

Επιχειρώντας να συνοψίσει τα συμπεράσματα μιας πολύ ταραχώδους πορείας τόσο για τη χώρα όσο και για το κόμμα, η 6η Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής (Ιούλιος 1941) –η πρώτη επίσημη Ολομέλεια που συνέρχεται μετά τον Φεβρουάριο του 1939– με απόφασή της θα θέσει το πολιτικό πλαίσιο που απηχεί τις διαθέσεις της μεγάλης πλειοψηφίας του κόμματος: συγκρότηση ενός πανεθνικού μετώπου για την ανάπτυξη της πάλης ενάντια στη γερμανοϊταλική κατοχή –στην οποία ρητά εντάσσεται η ένοπλη πάλη–, που ως τελικό στόχο θα έχει την Ελλάδα της λαϊκής εξουσίας, την ανεξάρτητη λαϊκή δημοκρατική Ελλάδα.

Κινούμενο σε αυτή την κατεύθυνση, το ΚΚΕ θα συμβάλει αποφασιστικά στη σύμπηξη ενός μετώπου εθνικής απελευθέρωσης, το οποίο στη βάση της ιδρυτικής του διακήρυξης (το περίφημο «Τι είναι και τι θέλει το ΕΑΜ» του Δ. Γληνού) θα θέσει από πολύ νωρίς, στις 27 Σεπτεμβρίου 1941, τους όρους μιας πλατιάς συμπόρευσης όλων των πατριωτικών-αντιφασιστικών δυνάμεων του τόπου προς την κατεύθυνση, σε πρώτο χρόνο, της εθνικής απελευθέρωσης και, σε δεύτερο χρόνο, μετά το πέρας της πρώτης, της κοινωνικής απελευθέρωσης. Εμφορούμενο από μια τέτοια πολιτική αντίληψη, που του επέτρεπε να συναρθρώνει –αν και άνισα και συχνά αντιφατικά– την τακτική με τη στρατηγική και να συνδέει μέσα σε τρομερά πολύπλοκες συνθήκες το εθνικό ζήτημα με το κοινωνικό-ταξικό και τον διεθνισμό, το ΚΚΕ θα γράψει την κορυφαία έως τότε σελίδα της εγχώριας ταξικής πάλης, οργανώνοντας σε πολιτικό επίπεδο μέσω του ΕΑΜ και σε στρατιωτικό επίπεδο μέσω του ΕΛΑΣ την αντίσταση ενάντια στον φασίστα κατακτητή και τους ντόπιους συνεργάτες του.

Στον αντίποδα της παραπάνω στρατηγικής, το πρόταγμα για τη μετατροπή του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε εμφύλιο, τοποθετημένο στα κοινωνικοϊστορικά πλαίσια της Ελλάδας της Κατοχής, σήμαινε πρακτικά τη φυγή από την καθημερινή πραγματικότητα της φασιστικής βίας που βίωνε ο ελληνικός λαός προς μια άλλη, ιδεατή πραγματικότητα, όπου θα μπορούσαν να αναμετρώνται χωρίς αλλοιώσεις και επικαθορισμούς –εξωιστορικά και ιδεαλιστικά– τα δύο, για να θυμηθούμε την περιπαικτική ρήση του Λένιν, [15] αντίπαλα στρατόπεδα, του σοσιαλισμού από τη μια και του ιμπεριαλισμού από την άλλη. Η άρνηση της πρωτοκαθεδρίας της εθνικοαπελευθερωτικής-αντιφασιστικής πάλης του ελληνικού λαού στο όνομα μιας «καθαρής ταξικής» γραμμής, που θα φτάσει, στην πιο ακραία απόληξή της, να προβάλει στο όνομα του διεθνισμού την ανάγκη της συναδέλφωσης ακόμα και με τους στρατιώτες της Βέρμαχτ, [16] θα αντιμετωπιστεί με καχυποψία, αν όχι με εχθρότητα, από τη συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού, οδηγώντας τους εκφραστές της στον σεχταρισμό και την περιχαράκωση.

Κι αν ο άδοξος όσο και τραγικός επίλογος της λαϊκής επανάστασης 1941-1944 (Δεκέμβρης, Βάρκιζα) μοιάζει να αμφισβητεί τη στρατηγική του ΚΚΕ, οι αιτίες για τις οποίες το ΚΚΕ και το ΕΑΜ παρέδωσαν στον ταξικό εχθρό την εξουσία που κατείχαν, δεν ήταν προκαθορισμένες ούτε από το (κατ’ αρχάς εθνικοαπελευθερωτικό) περιεχόμενο της σύγκρουσης ούτε από το πλαίσιο των συμφωνιών ανάμεσα στους συμμάχους, που υποτίθεται ότι καθόριζε τους εσωτερικούς συσχετισμούς ισχύος. [17] Το αντίθετο συνέβαινε: η μη συνεπής τήρηση της στρατηγικής των εθνικοαπελευθερωτικών, αντιφασιστικών λαϊκών μετώπων, η εκτροπή από τους βασικούς όρους που αυτή έθετε –ανεξαρτησία του κόμματος και της εργατικής τάξης μέσα στο μέτωπο, πάλη για την κατάκτηση της εξουσίας–, ήταν αυτή που αποπροσανατόλισε το κίνημα εγκλωβίζοντάς το στις ράγες της ιμπεριαλιστικής αστικής πολιτικής. Γεγονός που μοιραία δεν επέτρεπε αφενός να στερεώνονται οι μορφές λαϊκής εξουσίας που η πάλη ενάντια στον κατακτητή στην πόλη και την ύπαιθρο είχε συγκροτήσει και αφετέρου να διατηρείται η επαναστατική στρατηγική στις διαφορετικές καμπές της συγκυρίας. Η αιτία του ανεπαρκούς πολιτικά και στρατιωτικά σχεδιασμού της μάχης του Δεκέμβρη του 1944 και της συνθηκολόγησης της Βάρκιζας (όπως βέβαια και των συμφωνιών Λιβάνου και Καζέρτας που την προεικόνισαν) βρίσκεται εκεί ακριβώς.

Επρόκειτο για μια πραγματικότητα την οποία η νέα, και εν πολλοίς αναμετρώμενη με αυτή την κληρονομιά, φάση της ταξικής σύγκρουσης που θα ξεσπάσει λίγους μόνο μήνες αργότερα θα κατορθώσει την περίοδο 1946-1949 να αντιστρέψει, θέτοντας με σαφήνεια πια τα όρια ανάμεσα στον πολιτικό ορίζοντα του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, από τη μια, και της πάλης για τη λαϊκή εξουσία, από την άλλη.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ, Το ΚΚΕ. Επίσημα κείμενα, τόμ. 4, ό.π., σελ. 319.

2. Ενδεικτικό του βαθμού εξάρτησης του ελληνικού κράτους από το αγγλικό είναι το γεγονός ότι το 67% του εξωτερικού χρέους της Ελλάδας ανήκε σε αγγλικά κεφάλαια, ενώ μόνο το 1,7% σε γερμανικά και το 1,65 σε ιταλικά. Το υπόλοιπο ποσοστό κατανεμόταν σε ΗΠΑ (σχεδόν 10%) και Γαλλία (7,5%).

3. Χαρακτηριστικά είναι όσα αναφέρει ο Μεταξάς, τον Μάρτιο του 1937 σε επιστολή του στον πρέσβη της Ελλάδος στο Λονδίνο: «Αι μόναι προνομιακαί επιχειρήσεις εν Ελλάδι είναι αι Αγγλικαί». Ο Μεταξάς επίσης θα επαναλαμβάνει συχνά σε ομιλίες και συνεντεύξεις του ότι «το δόγμα της Ελλάδας ήταν ότι δεν μπορούσε να βρεθεί σε αντίθετο στρατόπεδο εκτός εκείνου της Αγγλίας», ενώ λίγους μήνες μόνο πριν από την ελληνοϊταλική σύγκρουση, τον Μάιο του 1940, μιλώντας με Βρετανό δημοσιογράφο τόνιζε: «Είμεθα ουδέτεροι εφ’ όσον χρόνον η Αγγλία θέλει να είμεθα ουδέτεροι. Τίποτε δεν κάνομε χωρίς συνεννόησιν με την Αγγλία και, τις περισσότερες φορές, ό,τι κάνομε γίνεται κατά σύστασιν ή παράκλησιν της Αγγλίας. Η Ελλάς είναι ζωτικό τμήμα της αγγλικής αυτοκρατορικής αμύνης» (Τα μυστικά αρχεία του Φόρεϊν Όφις, εκδ. Πάπυρος, Αθήνα, 1971, σελ. 76).

4. «Μανιφέστο της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, 20 Απρίλη 1940», στο Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ, Το ΚΚΕ. Επίσημα κείμενα, τόμ. 4, ό.π., σελ. 486-487.

5. Μιλώντας για το ζήτημα των συμφωνιών ανάμεσα σε σοσιαλιστικές χώρες και ιμπεριαλιστικά μπλοκ, όπως και για το ζήτημα της εκμετάλλευσης των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων, παραθέτουμε ένα απόσπασμα από ένα κείμενο του Λένιν, το οποίο κατά τη γνώμη μας αφοπλίζει πλήρως την κριτική «εξ αριστερών» που εκ του ασφαλούς ασκήθηκε στο Γερμανοσοβιετικό Σύμφωνο: «Οι κομμουνιστές δεν αποκρούουν καθόλου τις στρατιωτικές συμφωνίες με έναν από τους ιμπεριαλιστικούς συνασπισμούς εναντίον ενός άλλου, στις περιπτώσεις που αυτή η συμφωνία, χωρίς να παραβιάζει τις βάσεις της Σοβιετικής Εξουσίας, θα μπορούσε να εδραιώσει τη θέση της και να παραλύσει την πίεση εναντίον της μιας κάποιας ιμπεριαλιστικής Δύναμης» (Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, τόμ. 36, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1982, σελ. 323).

6. Β. Ι. Λένιν, «Για το σύνθημα της ήττας της κυβέρνησής σου στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο», στο Άπαντα, τόμ. 26, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1980, σελ. 291-297. Στο κείμενό του αυτό ο Λένιν είναι σαφής ότι αναφέρεται στον ενδοϊμπεριαλιστικό πόλεμο, στον πόλεμο ανάμεσα σε δύο ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Σε μια τέτοια περίπτωση, ο πόλεμος είναι αντιδραστικός, και σε αυτό τον πόλεμο «μια επαναστατική τάξη δε μπορεί παρά να εύχεται την ήττα της κυβέρνησής της. [… ] Ο προλετάριος δεν μπορεί ούτε να καταφέρει ταξικό χτύπημα στην κυβέρνησή του, ούτε να δώσει (στην πράξη) το χέρι στον αδελφό του, τον “ξένο” προλετάριο, τον προλετάριο της χώρας που βρίσκεται σε πόλεμο μαζί “μας”, χωρίς να διαπράττει “εσχάτη προδοσία”, χωρίς να συμβάλλει στην ήττα, χωρίς να βοηθάει στη διάλυση της “δικής του” ιμπεριαλιστικής “μεγάλης” Δύναμης». Δεδομένης, μάλιστα, της βαρύτητας που αναγνωρίζει σε μια τέτοια συνθηματολογία, προσθέτει και μια σειρά επιπλέον προϋποθέσεων, ώστε το σύνθημα αυτό να μπορεί να είναι πράγματι πολιτικά και κοινωνικά γειωμένο.

7. Στις 8/9/1939 Οδηγία της Κομμουνιστικής Διεθνούς, με την υπογραφή του Γκ. Δημητρόφ, χαρακτηρίζει τον πόλεμο ιμπεριαλιστικό και άδικο από όλες τις πλευρές, καλώντας τις εργατικές τάξεις και τα κομμουνιστικά κόμματα των εμπόλεμων χωρών να μην τον στηρίξουν. Επισημαίνει δε ότι «η διάκριση των καπιταλιστικών κρατών ανάμεσα σε φασιστικά και δημοκρατικά έχει πλέον απολέσει την προηγούμενή της σημασία» (Τμήμα Ιστορίας της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, Το ΚΚΕ στον ιταλοελληνικό πόλεμο, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2015, σελ. 32-33).

8. Το Κομμουνιστικό Κόμμα Γαλλίας είχε μόλις μία εβδομάδα πριν από την κήρυξη του πολέμου τοποθετηθεί ως εξής: «Στον πραγματικό πόλεμο ενάντια στο φασίστα επιτιθέμενο, το Κομμουνιστικό Κόμμα, υπερασπίζει το δικαίωμά του να βρίσκεται στις πρώτες γραμμές», ενώ τον Ιούνιο του 1941, με την απειλή για το Παρίσι να γίνεται άμεσα ορατή, δήλωνε: «Το Κόμμα θεωρεί την οργάνωση της άμυνας του Παρισιού πρωταρχικό εθνικό χρέος» (βλ. Ακαδημία Επιστημών ΕΣΣΔ, Ιστορία της Τρίτης Διεθνούς, Σύγχρονη Εποχή, σελ. 491, 495).

9. Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ, Το ΚΚΕ. Επίσημα κείμενα, τόμ. 4, ό.π., σελ. 503.

10. Νίκος Ζαχαριάδης, Ιστορικά διλήμματα, ιστορικές απαντήσεις. Άπαντα τα δημοσιευμένα, 1940-1945, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα, 2011, σελ. 31.

11. «[…] μια και το προλεταριάτο πρέπει πρώτα να κατακτήσει την πολιτική εξουσία, να ανυψωθεί σε εθνική τάξη [σ.σ.: στην αγγλική έκδοση του 1888 στο σημείο αυτό γράφει: «να ανυψωθεί σε ηγέτιδα τάξη του έθνους»], να συγκροτηθεί το ίδιο σαν έθνος, είναι και το ίδιο επίσης εθνικό, αν και σε καμιά περίπτωση με την έννοια της αστικής τάξης» (Κ. Μαρξ – Φρ. Ένγκελς, Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1994, σελ. 44).

12. Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ, Το ΚΚΕ. Επίσημα κείμενα, τόμ. 5, ό.π., σελ. 296.

13. Ολόκληρο το περιεχόμενο των δύο γραμμάτων μπορεί να βρεθεί στο Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ, Το ΚΚΕ. Επίσημα κείμενα, τόμ. 5, ό.π. Εδώ παραθέτουμε δύο χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το καθένα: «[…] Αφού ο λαός μας υπερασπίσει αποτελεσματικά την ανεξαρτησία και την εθνική λευτεριά του, σήμερα ένα μονάχα πράμα θέλει: Ειρήνη και ουδετερότητα με τούτους τους όρους: 1) Να ξανάρθουν τα πράγματα όπως ήταν στις 28 του Οκτώβρη 1940 δίχως καμιά εδαφική – οικονομική – πολιτική ζημιά σε βάρος της Ελλάδας, 2) Οι πολεμικές δυνάμεις της Αγγλίας να φύγουν όλες απ’ τα χώματα και τα νερά της Ελλάδας. Με βάση τους δύο αυτούς όρους να ζητήσουμε αμέσως απ’ την κυβέρνηση της ΕΣΣΔ να μεσολαβήσει για να γίνει ελληνοϊταλική ειρήνη. Αυτό είναι σήμερα το μοναδικό εθνικολαϊκό συμφέρον. […]» (Δεύτερο ανοιχτό γράμμα, 26/11/1940). «[…] Μετά το διώξιμο δε των Ιταλών από την Ελλάδα, το αίμα των φαντάρων μας χύνεται άδικα, σήμερα δε ο εγγλέζικος ιμπεριαλισμός εισπράττει σε αίμα των παιδιών της Ελλάδα, τους τόκους των κεφαλαίων που διέθεσε στα 1935-36 για την παλινόρθωση του Γεώργιου και την εγκαθίδρυση της μοναρχοφασιστικής δικτατορίας του Μεταξά. Αφού δε ο Μεταξάς αρνιέται να αποκαταστήσει τις ελευθερίες του λαού, να εξασφαλίσει την ειρήνη της Ελλάδας και κάνει πόλεμο κατακτητικό ιμπεριαλιστικό, που όλα του τα βάρη τα πληρώνει ο λαός, παραμένει (ο Μεταξάς) κύριος εχθρός του λαού και της χώρας. […] Όλες τις απόψεις μου αυτές τις ανέπτυξα σ’ ένα ανοιχτό γράμμα κι ένα σχέδιο απόφασης που στις 22-11-1940 έστειλα στην Προσωρινή Διοίκηση. Αυτή αρνήθηκε να τα δεχτεί και να τα δημοσιεύσει, αναπτύσσοντας μια καθαρή σοσιαλπατριωτική επιχειρηματολογία […]. Έτσι πίσω από τη στάση αυτή καθαρίζει ολότελα και τούτο: ότι η Προσωρινή Διοίκηση είναι δημιούργημα και όργανο του Μανιαδάκη […]» (Τρίτο ανοιχτό γράμμα, 15/1/1941).

14. Και γι’ αυτή τη συμμαχία της Σοβιετικής Ένωσης με τον ιμπεριαλιστικό συνασπισμό Αγγλίας-Αμερικής-Γαλλίας ισχύει απόλυτα η λενινιστική θέση που έχουμε παραθέσει στην υποσημείωση 5.

15. «Είναι σα να πρόκειται να συνταχθεί από το ένα μέρος ένας στρατός που θα πει: “Εμείς είμαστε υπέρ του σοσιαλισμού”, και από το άλλο, ένας άλλος στρατός που θα πει: “Εμείς είμαστε υπέρ του ιμπεριαλισμού”, και αυτό φαντάζονται θα είναι η κοινωνική επανάσταση! Όποιος περιμένει μια “καθαρή” κοινωνική επανάσταση δε θα τη δει ποτέ του. Αυτός είναι επαναστάτης στα λόγια που δεν καταλαβαίνει τι θα πει αληθινή κοινωνική επανάσταση» (Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, τόμ. 30, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, σελ. 54-55).

16. Παραθέτουμε μία από τις πολλές αναφορές που κάνει ο Ά. Στίνας στο βιβλίο του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ – ΟΠΛΑ: «Έπρεπε με οποιαδήποτε μέσα να εμποδιστεί –και σε αυτό ήταν απόλυτα σύμφωνοι και οι δύο αντίπαλοι, και ο “δημοκρατικός” και ο φασιστικός κόσμος– η οικειότητα, η φιλική, η ανθρώπινη σχέση, η συναδέλφωση του πληθυσμού με τους Γερμανούς και τους Ιταλούς στρατιώτες, έπρεπε να διατηρείται και να βαθαίνει το μίσος και γι’ αυτό έπρεπε να επαναφερθεί ο πόλεμος, ο πόλεμος με την πιο βάρβαρη, την πιο άγρια και την πιο παράλογη μορφή του. Και αυτή ήταν η αποστολή που είχε αναλάβει και που γι’ αυτό δημιουργήθηκε η “εθνική αντίσταση”». Θα πρέπει, βέβαια, να σημειώσουμε ότι στην πράξη η μόνη συναδέλφωση ανάμεσα στους Γερμανούς και τους Ιταλούς φαντάρους έγινε μέσα από τον ΕΛΑΣ, ο οποίος ενσωμάτωσε στους κόλπους του πάνω από 600 στρατιώτες της Βέρμαχτ που πολέμησαν μαζί του ενάντια στον φασιστικό γερμανικό στρατό, όπως και πολλές εκατοντάδες Ιταλούς στρατιώτες που βρήκαν καταφύγιο στον ΕΛΑΣ όταν, μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας το 1943, βρέθηκαν αντιμέτωποι τόσο με τα γερμανικά στρατεύματα όσο και με τις ιταλικές δυνάμεις που έμειναν πιστές στον Μουσολίνι και τον Άξονα.

17. Αναφερόμαστε στη Διάσκεψη της Γιάλτας τον Φεβρουάριο του 1945, όπου, σύμφωνα με την αστική και οπορτουνιστική παραφιλολογία, η Ελλάδα συμφωνήθηκε να παραμείνει υπό την επιρροή της Δύσης. Πέρα όμως από τους αναγκαίους στρατιωτικούς σχεδιασμούς που επέβαλε τη δεδομένη στιγμή στις συμμαχικές δυνάμεις η εξέλιξη του πολέμου, ουδέποτε επιβεβαιώθηκε από τα επίσημα πρακτικά της Διάσκεψης κάτι σχετικό, ενώ, αν και η Διάσκεψη συμπίπτει χρονικά με τη Συμφωνία της Βάρκιζας, δεν προκύπτει από πουθενά ότι η ηγεσία του ΕΑΜ και του ΚΚΕ γνώριζε τα της διάσκεψης. Όσο για την ίδια τη διάσκεψη και το περιεχόμενό της, αν θέλαμε να κάνουμε ένα επιγραμματικό σχόλιο, θα λέγαμε ότι αποτύπωνε τον δυσμενή συσχετισμό που διαμόρφωνε για τους ιμπεριαλιστές η εξέλιξη του πολέμου και την προσπάθειά τους να ανατρέψουν το πλεονέκτημα που δημιουργούσε για τη Σοβιετική Ένωση η εξέλιξη αυτή.

Νέα έκδοση από Προλ.Πρωτ & KτΒ: “Τα δέκα χρόνια που συγκλόνισαν τον κόσμο”. Διάλογος για ένα βιβλίο, έναν ιό και άλλες “κατολισθήσεις”.

Νέα έκδοση από την Προλεταριακή Πρωτοβουλία με την υποστήριξη της Κίνησης της Βιολέττας (KτΒ).
ΤΑ ΔΕΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΥ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΑΝ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ.
Διάλογος για ένα βιβλίο, έναν ιό και άλλες “κατολισθήσεις”.
Μια συνέντευξη του Raffaele Sciortino στο περιοδικό Ιl Lato Cattivo. [Ιούνιος 2020]
Ό,τι δεν ξέρεις ο ίδιος
καθόλου δεν το ξέρεις.
Έλεγξε τον λογαριασμό
εσύ θα τον πληρώσεις.
Μπέρτολντ Μπρεχτ, Εγκώμιο στη μάθηση.
Αφιερώνεται στον φίλο και σύντροφο,
πολιτικό κρατούµενο Πολύκαρπο Γεωργιάδη.
Αγωνιστικές ευχαριστίες στον φίλο και σύντροφο G.G, για την επισήµανση και την αποστολή αυτού του πολύ ενδιαφέροντος υλικού καθώς και για τις θεωρητικές αναλυτικές συζητήσεις: αυτές που αποτελούν διαχρονικά το γόνιµο λίπασµα για κάθε διαλεχτική σκέψη που δεν φοβάται τη σύνθεση, για κάθε συλλογική άµεση δράση που παλεύει “για τα µικρά και τα µεγάλα”, συνεχίζοντας να στοχεύει στην κοινωνική-ταξική απελευθέρωση από τα θανατηφόρα δεσµά της κρατικής-καπιταλιστικής-ιµπεριαλιστικής εξουσίας.
Εισαγωγή στην ελληνική έκδοση.
Η παρούσα έκδοση αποτελεί την έντυπη µορφή της µεταφρασµένης συνέντευξης του Raffaele Sciortino, συγγραφέα του βιβλίου “Τα δέκα χρόνια που συγκλόνισαν τον κόσµο. Παγκόσµια κρίση και γεωπολιτική των νέων λαϊκισµών” [στα ιταλικά: εκδόσεις Asterios, Τεργέστη. 2019], στο περιοδικό Il Lato Cattivo που δηµοσιεύθηκε στις 6/6/2020 στο illatocattivo.blogspot.com.
Πρόκειται για ένα διάλογο για ένα βιβλίο, έναν ιό και άλλες “κατολισθήσεις” που µεταφράστηκε στα ελληνικά από την Προλεταριακή Πρωτοβουλία µε την υποστήριξη της Κίνησης της Βιολέττας και δηµοσιεύθηκε διαδικτυακά (σε τρία µέρη) τον περασµένο χειµώνα στο prolprot.espivblogs.net
Ο Raffaele Sciortino (1963) είναι πανεπιστηµιακός ερευνητής και ανεξάρτητος µελετητής πολιτικών σπουδών και διεθνών σχέσεων, ένας από εκείνους τους συντρόφους και τις συντρόφισσες που όντας “κόντρα στο ρεύµα”, κάπου στα µέσα της δεκαετίας του 1980, βίωσαν την “αυξανόµενη αποµόνωση εκείνων που ήταν κυριευµένοι από το δαίµονα του κοµµουνισµού (ποιου; εκείνου που ήταν πλέον “ανεπίκαιρος”…)”.
Έχει συγγράψει άρθρα, έρευνες και µελέτες για τη διεθνή οικονοµική πολιτική, τα “δηµόσια” και “ιδιωτικά” χρέη και την παγκόσµια καπιταλιστική κρίση, µε ιδιαίτερη ενασχόληση µε τη γεωπολιτική και τις πολυποίκιλες περιπλοκές της µε τα κοινωνικά – εργατικά κινήµατα στους καιρούς της πτωτικής πορείας της παγκοσµιοποίησης υπό την αστερόεσσα.
Προχωρήσαµε στη συγκεκριµένη έκδοση προσπαθώντας να συνεχίσουµε την απόπειρα µας για συνεισφορά και εµπλουτισµό του πολιτικού διαλόγου, της προλεταριακής αυτοµόρφωσης και της κινηµατικής αντιπληροφόρησης.
Μια απόπειρα που βασικά στοχεύει στην κάλυψη της επείγουσας αναγκαιότητας για µια θεωρητική επεξεργασία και ανάλυση των σηµείων των τωρινών καιρών κι εκείνων που “µέλλονται για να ‘ρθουν”. Μια διαδικασία, η οποία -εκ των πραγµάτων- δεν µπορεί παρά να βρίσκεται σε εξέλιξη, υπό το πρίσµα των εξελίξεων και των αναδιατάξεων, των επιδεινώσεων και των προοπτικών που προκύπτουν µέσα στο υπάρχον (και αρκούντως) πυρακτωµένο, εγχώριο και διεθνές σκηνικό.
Όπως γράφουν και οι σύντροφοι του περιοδικού Il Latto Cattivo στο εισαγωγικό σηµείωµα τους:
[…] Πρόκειται για µια σηµαντική συνεισφορά στην κοµµουνιστική θεωρία, µια από τις ελάχιστες που προέρχεται από το άγονο ιταλικό πλαίσιο. Τη θεωρούµε ως µια σηµαντική συνεισφορά επειδή καταφέρνει να κρατήσει µαζί -µέσα από µια αρθρωµένη οπτική µακράς πνοής- την οικονοµική πορεία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής -κατά τη διάρκεια της δεκαετίας που εγκαινιάστηκε µε την παγκόσµια κρίση του 2008- µ’ εκείνη των διεθνών σχέσεων και της πάλης των τάξεων, µέσα από τις µορφές χαρακτηριστικής εκδήλωσης της, µέσα από µια καρποφόρα απόπειρα αντίληψης του τρόπου µε τον οποίο αυτά τα διαφορετικά πεδία επηρεάζουν και επηρεάζονται το ένα από το άλλο. Εκεί έγκειται και η διαφορά της συγκριτικά µε το µεγαλύτερο κοµµάτι της βιβλιογραφίας που δοξάζεται -η καθεµία ξεχωριστά- γύρω από κάποια από αυτές τις θεµατικές: στην ικανότητα του Συγγραφέα ν’ αφουγκράζεται το σηµείο καµπής προς το οποίο κατευθύνεται το υπαρκτό κίνηµα, προς τα µπρος ή προς τα πίσω, δηλαδή µέσα από τις πιθανές καταλήξεις του, τόσο τις δυνητικά ανατρεπτικές όσο και τις πιθανώς καταστρεπτικές […]
Το ζητήµατα που τίθενται σε αυτές τις σελίδες είναι πολλά και πολύπλοκα και όντας σε εξέλιξη, αντικειµενικά αλληλοδιαπλέκονται µέσα στη συνολικότερη δίνη, στην οποία βρίσκεται πλέον εδώ και σχεδόν µια δεκαπενταετία η υπαρκτή και όχι ιδεατή, η (όχι και τόσο) “Νέα Τάξη Πραγµάτων made in USA”, η οποία επιβλήθηκε ανά τον κόσµο -από τον ευρωατλαντικό Ιµπεριαλισµό- µετά το τέλος της “ψυχροπολεµικής εποχής των δύο κόσµων”, την ενδογενή κατάρρευση της ΕΣΣΔ και τις µεγάλες ανατροπές στα Βαλκάνια και την ανατολική Ευρώπη στα 1989-91,“διά πυρός και σιδήρου από τους πεζοναύτες και το CNN, µέσα από video clips που κραύγαζαν “go West” και ζωντανές τηλεοπτικές συνδέσεις µε τους βοµβαρδισµούς της “καταιγίδας της Ερήµου”, µέσα από την παγκόσµια πληµµυρίδα περιττών “µετά-υλιστικών” εµπορευµάτων και το θρίαµβο των αδηφάγων χρηµαταγορών του ιδιωτικού καπιταλισµού, ο οποίος φάνταζε κυριολεκτικά οριστικός” [1].
Πρώτα και κύρια, το Ζήτηµα της πανδηµίας του Covid 19 και η στρατιωτικοποιηµένη διαχείριση της µέσα από τον διακρατικό – ενδοαστικό υγειονοµικό (αλλά και εµβολιαστικό) ανταγωνισµό, την αυταρχικοποίηση και την αστυνοµοκρατία, ως επιταχυντής της Ιστορίας µέσα από την “αποσυναρµολόγηση της παγκοσµιοποίησης”. Μέσα από την (αντι)παράθεση των διάφορων “βιοπολιτικών” και “µηχανιστικών” προσεγγίσεων και το -ολοένα και πιο έκδηλο- σχίσµα τους στα πλαίσια των πρωτοκοσµικών “ριζοσπαστικών” πολιτικών χώρων, αναλύονται τεκµηριωµένα οι συσχετισµοί και τα περιεχόµενα µέσα στα οποία εξελίσσονται οι σύγχρονες ταξικές αντιστάσεις και η υπάρχουσα κοινωνική κίνηση, µέσα στα σωθικά του καπιταλιστικού κάτεργου και του ιµπεριαλιστικού σφαγείου του 21ου αιώνα.
[…] Μιλώντας σ’ ένα γενικό επίπεδο, το πολιτικό κοµβικό σηµείο
εστιάζεται στο αν για το προλεταριάτο αυτή η επιστροφή της αλληλεγγύης -που αναδείχθηκε µέσα στην κρίση του Covid- θα υποχωρήσει κάτω από το βάρος των θυσιών για την “µεταπολεµική” ανοικοδόµηση ή αν αντίθετα θα εκκινήσει µια διαφορετική διαδικασία […]
Στη συνέχεια, ο Συγγραφέας παίρνει σαφή και εµπεριστατωµένη θέση γύρω από µια σειρά “ταλαιπωρηµένων” αλλά κοµβικών πολιτικών εννοιών (γεωπολιτική, πλασµατικό κεφάλαιο, απόλυτο κεφάλαιο, κοινωνικη αναπαραγωγή, ιµπεριαλισµός, λαϊκισµός, κοµµουνιστικοποίηση).
Η αναλυτική οξυδέρκεια και οι πυκνοί διαλεκτικοί στοχασµοί µέσα από τους οποίους τοποθετείται γύρω από αυτά τα ζητήµατα και αυτές τις έννοιες, καθιστούν -τουλάχιστον στα δικά µας µάτια και µυαλά- το παρόν υλικό σε µια (αν µη τι άλλο) χρήσιµη και “θρεπτική τροφή για τη σκέψη, αυτήν την οδηγήτρια της δράσης”.
Η επικαιρότητα και τα γεγονότα που έχουν µεσολαβήσει σε εγχώριο και διεθνές επίπεδο από τότε που γράφτηκαν αυτές οι σελίδες δεν αφήνουν περιθώρια παρερµηνείας: οι “κατολισθήσεις” συνεχίζονται και γίνονται ολοένα και εντονότερες και εγγύτερες…
Αναφέρουµε ενδεικτικά. Την ανεµπόδιστη εισβολή στο Καπιτώλιο του συνωµοσιολογικού στρατού των αρνητών του κορωνοϊού κατά τη διάρκεια του ακροδεξιού Τραµπικού πραξικοπήµατος – οπερέτα και την ακόλουθη “αναίµακτη” εκλογή στην προεδρία των ΗΠΑ του “δηµοκρατικού γέρικου γερακιού” Μπάιντεν. Την ταπεινωτική υποχώρηση των ΝΑΤΟϊκών (συµπεριλαµβανοµένων των ελληνικών) στρατευµάτων κατοχής από το Αφγανιστάν, 20 χρόνια µετά την 11η Σεπτέµβρη και την κήρυξη του ψευδεπίγραφου “πολέµου κατά της τροµοκρατίας”, µε την επάνοδο στην πολιτική εξουσία των τζιχανιστών-αντισοβιετικών πρώην συµµάχων τους Ταλιµπάν.
Την οξυνόµενη παγκόσµια κρίση στην “ελεύθερη αγορά” της Ενέργειας µε το εξελισσόµενο “ράλι των τιµών” πετρελαίου και φυσικού αερίου που “σέρνει το χορό” στο διεθνές κύµα ακρίβειας, “ανατιµήσεων” και αισχροκέρδειας. Ο εντεινόµενος εµπορικός πόλεµος της Δύσης µε το ρωσοκινέζικο µπλοκ και η επικίνδυνη άνοδος της “πυρηνικής θερµοκρασίας” τόσο στα Βαλκάνια και την ανατολική Ευρώπη µε την εντεινόµενη ΝΑΤΟϊκή περικύκλωση της Ρωσίας, όσο και στην άλλη πλευρά του πλανήτη, στον νότιο Ειρηνικό και τον Ινδικό, µετά την υπογραφή του αντι-κινέζικου “συµφώνου ασφαλείας AUKUS” Αυστραλίας-ΗΠΑ-Μ.Βρετανίας.
Την πρόσφατη υπογραφή και ψήφιση στη βουλή των πολεµικών συµφωνιών της Ελλάδας µε Γαλλία και ΗΠΑ που αποτελούν “επίσηµες διακηρύξεις µετατροπής της χώρας σε “οικόπεδο σε τιµή ευκαιρίας” και “πεδίο βολής φτηνό” -µεταξύ άλλων- µέσω υπέρογκων εξοπλιστικών προγραµµάτων χωρίς τέλος, για τη διασφάλιση των συµφερόντων της ντόπιας αστικής Τάξης & των ΝΑΤΟϊκών ιµπεριαλιστών “δανειστών, εταίρων & συµµάχων” της” [2].
Την πολιτικοστρατιωτική προπαρασκευή που εντείνεται -διεθνώς- στα πλαίσια ενός ενδεχόµενου -πιο γενικευµένου- πολέµου που ήδη -εδώ και χρόνια- µαίνεται από το Ντονµπάς της ανατολικής Ουκρανίας µέχρι τη µαρτυρική Παλαιστίνη, τη Συρία, τη Λιβύη, το Ιράκ, to Σάχελ [3], την Υεµένη κ.α. Την όξυνση του αστικού ελληνοτουρκικού ανταγωνισµού, της εθνικιστικής προπαγάνδας και του εµπόλεµου κλίµατος, µε το οποίο τα ελληνικά και τα τουρκικά καθεστωτικά ΜΜΕ, προετοιµάζουν το έδαφος όπου οι λαοί της Ελλάδας και της Τουρκίας θα καλεστούν -για ακόµα µια φορά στην Ιστορία- “ν’ αιµατοκυλιστούν, κάτω από τις σηµαίες των εχθρών τους”, για την εξυπηρέτηση των συµφερόντων και της κερδοφορίας των εγχώριων και των πολυεθνικών µονοπωλιακών – ολιγοπωλιακών οµίλων, για τη διαιώνιση και την επίταση, και στις δυο πλευρές του Αιγαίου, της κρατικής – καπιταλιστικής – ιµπεριαλιστικής Εξουσίας.
Όπως έγραφε τον περασµένο Ιούνη από τις φυλακές της Λάρισας ο φίλος και σύντροφος, πολιτικός κρατούµενους Πολύκαρπος Γεωργιάδης.
«Το καπιταλιστικό-ιµπεριαλιστικό σύστηµα δεν πρέπει να το βλέπουµε αποκλειστικά και µόνο ως σύστηµα οικονοµικής εκµετάλλευσης. Πρέπει να το βλέπουµε επιπλέον και ως σύστηµα παραγωγής υλικών και πνευµατικών σκουπιδιών, ως σύστηµα παραγωγής στερηµένων και ακρωτηριασµένων ανθρώπινων υπάρξεων, ως σύστηµα παραγωγής ενός ανθρωπολογικού τύπου -του Homo Economicus- που βρίσκει ικανοποίηση µονάχα µέσω της µιζέριας της καταναλωτικής φρενίτιδας. «Η καρδιά ενός ανθρώπου είναι παράξενο πράγµα, ιδίως όταν ο άνθρωπος την καρδιά του την έχει στη χρηµατοσακούλα του», έγραφε ο Μαρξ στον πρώτο τόµο του Κεφαλαίου. Το καπιταλιστικό-ιµπεριαλιστικό σύστηµα έχει αποικιοποιήσει ολόκληρη τη ζωή, ξεκινώντας από το κάθε σπίτι και φτάνοντας σε ολόκληρο τον πλανήτη. Συνακόλουθα, την κρίση του συστήµατος δεν πρέπει να τη βλέπουµε µονάχα στην οικονοµική/τεχνοκρατική της διάσταση, αλλά ως συνάρθρωση πολλαπλών κρίσεων (οικονοµικής, οικολογικής, επισιτιστικής, πολιτιστικής κλπ). Η βαναυσότητα στις καθηµερινές σχέσεις (όπως και στις διεθνείς) είναι µια από τις όψεις αυτής της κρίσης.» [4]
Ελπίζουµε, οι σελίδες που ακολουθούν να φανούν ενδιαφέρουσες και χρήσιµες σε όσους και όσες -παρ’όλα αυτά…- συνεχίζουν ν’ αντιστέκονται, ν’ αγωνίζονται και να µάχονται, σε όσους και όσες Ήταν, Είναι & Θα Είναι! Καλή Ανάγνωση!
Προλ.Πρωτ & ΚτΒ
Αθήνα, Νοέµβρης 2021
Σηµειώσεις:
[1] Από Κίνηση της Βιολέττας (ΚτΒ): Μια Συλλογική Απολογιστική
Συµβολή: Αναδροµές & Συµπεράσµατα. Στόχοι Πάλης & Προοπτικές. Αθήνα, Σεπτέµβρης 2020 – Γενάρης 2021.
[2] Από Κίνηση της Βιολέττας (ΚτΒ): Κάλεσµα Στήριξης της Αντιπολεµικής – Αντιιµπεριαλιστικής Πορείας ενάντια στη συµφωνία Ελλάδας – ΗΠΑ. Πόλεµο στον Πόλεµο. Σύνταγµα. 14/10/21.
[3] Sahel (από το αραβικό Sahil που σηµαίνει“το χείλος της ερήµου”) ονοµάζεται η περιοχή της υποσαχάριας Αφρικής που εκτείνεται βόρεια στην έρηµο της Σαχάρας, νότια στη σαβάνα του Σουδάν, δυτικά ως τον Ατλαντικό ωκεανό και ανατολικά ως την Ερυθρά Θάλασσα, περιλαµβάνοντας (από τα δυτικά στα ανατολικά) τη Γκάµπια και τη Σενεγάλη, το νότιο τµήµα της Μαυριτανίας, το κεντρικό τµήµα του Μάλι, τη Μπουρκίνα Φάσο, το νότιο τµήµα της Αλγερίας και του Νίγηρα, το βόρειο τµήµα της Νιγηρίας και του Καµερούν, το κεντρικό τµήµα του Τσαντ, το νότιο τµήµα του Σουδάν, το βόρειο τµήµα του Νότιου Σουδάν και την Ερυθραία, για εκεί, προορίζονται (µεταξύ άλλων) και ελληνικά στρατεύµατα, µετά την υπογραφή της Συµφωνίας Ελλάδας – Γαλλίας, προς υπεράσπιση των συµφερόντων της “Francafrique” και συνολικά του ευρωατλαντικου Ιµπεριαλισµού.
[4] Από Πολύκαρπος Γεωργιάδης. Ο ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΌΣ ΜΕΝΤΕΣΕΣ.
Ένστολο Κράτος. Γεωστρατηγικοί Ανταγωνισµοί. Έρπων Παγκόσµιος Πόλεµος. Εκδόσεις Ασύµµετρη Απειλή. Αθήνα, Σεπτέµβρης 2021
για επικοινωνία: violetta@espiv.net
κεντρική διάθεση: Red n’ Noir. Δροσοπούλου 52, Κυψέλη. Αθήνα.

ΔΣΕ: “Καινούργιος Ουρανός” & “Όλοι στ’ άρματα, όλα για τη νίκη!”. Μια συντροφική συζήτηση για ένα ντοκιμαντέρ & ένα βιβλίο.

 

Κατά τη διάρκεια του περασμένου καλοκαιριού είδαν το φως της δημοσιότητας δυο ξεχωριστά έργα που το καθένα συμβάλει, με τον δικό του τρόπο, στo ακόνισμα της ταξικής Μνήμης και την υπεράσπιση της επαναστατικής Ιστορίας του τόπου μας.

Πρόκειται για το αυτοχρηματοδοτημένο ντοκιμαντέρ “Καινούργιος Ουρανός. Οι Γυναίκες στον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας” σε σενάριο – σκηνοθεσία Γιάννη Ξύδα, την πιο πρόσφατη παραγωγή της Ομάδας “Συλλογική Μνήμη” που -πριν προβληθεί σε δεκάδες πολιτικούς και κοινωνικούς χώρους σε όλη τη χώρα- έκανε πρεμιέρα στο 23ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης και το βιβλίο “Όλοι στ’ άρματα, όλα για τη νίκη! Ο λαϊκός επαναστατικός πόλεμος του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας 1946-49” του Άρη Σειρηνίδη, μια πυκνή αναλυτική έρευνα 584 σελίδων που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΚΨΜ.

Με τον “Καινούργιο Ουρανό”, ο φίλος και σύντροφος Γιάννης συνεχίζει μετά τους “Παρτιζάνους των Αθηνών”– να συμβάλει υποδειγματικά στη μάχη ενάντια στην παραχάραξη και τη λήθη, μέσα από την προφορική ιστορία, δίνοντας το λόγο σε μαχήτριες του ΔΣΕ, οι οποίες περισσότερα από 70 χρόνια μετά τη λήξη του εμφυλίου πολέμου μοιράζονται για πρώτη φορά μπροστά στον κινηματογραφικό φακό, μ’ έκδηλη την περηφάνια και τη συγκίνηση, τις συγκλονιστικές αναμνήσεις τους.

Με το “Όλοι στ’ άρματα, όλα για τη νίκη!”, ο φίλος και σύντροφος Άρης προσφέρει μια πληρέστατη πολιτική ιστορική μελέτη, ένα πολύτιμο τεκμήριο υπεράσπισης της επαναστατικής παρακαταθήκης του ΔΣΕ που όπως γράφει και η Ομάδα Επαναστατικής Ιστορίας στον Πρόλογο της– “περισσότερο από υπόθεση μνήμης, είναι η διαρκής υπόμνηση της ιστορικής δυνατότητας “να θεριεύει ο γίγαντας τώρα λαός και [να] σπάει δεσμά και αλυσίδες”.

Η αξία αυτών των δυο ξεχωριστών έργων θεωρείται από πλευράς μας ανεκτίμητη και εκτιμούμε πως αποκτάει μεγαλύτερη βαρύτητα από το γεγονός ότι οι δημιουργοί τους, αν και δεν είναι ακαδημαϊκοί, (των οποίων η ιστορική έρευνα ν’ αποτελεί αποκλειστική απασχόληση και μέσο βιοπορισμού) ωστόσο μέσα από την αρτιότητα τουςκαταφέρνουν ν’ αποδείξουν έμπρακτα ότι την Ιστορία μας, την Ιστορία των “από τα κάτω” – “μέσα στην ανηφορική, αδιάκοπη και αυξομειούμενη πορεία τους για την Απελευθέρωση από τα δεσμά της κεφαλαιο-κρατικής και ιμπεριαλιστικής Εξουσίας”– δεν την γράφει (μονάχα) η “καθ’ έδρας επιστήμη και ιστοριογραφία”, αλλά μπορούν κάλλιστανα την γράψουν και να την επαναφέρουν ζωντανή στο σήμερα (ακόμα) και δυο σερβιτόροι…

Με βάση αυτές τις σκέψεις κι ενώ αυτά τα δύο έργα συνεχίζουν (μέσω προβολών, παρουσιάσεων, συζητήσεων) το ταξίδι τους σε όλη τη χώρα, θεωρήσαμε χρήσιμο να θέσουμε κάποια ερωτήματα σχετικά με τα ερεθίσματα που μπορούν να βάλουν σε κίνηση μια κοπιαστική και μακρόχρονη δουλειά σαν κι αυτή, με το νόημα που μπορεί να φέρει στο σήμερα η εξιστόρηση της λαϊκής εποποιίας της “δρακογενιάς” του ‘40 καθώς και με τη σημασία της πολιτικής ιστορικής έρευνας από προλεταριακή – διεθνιστική, αντικαπιταλιστική – αντιιμπεριαλιστική σκοπιά.

Στα ερωτήματα μας απάντησαν ο φίλος και σύντροφος Άρης και η φίλη και συντρόφισσα Χριστίνα Κονιάλη που είχε τη γενική εποπτεία του “Όλοι στ’ άρματα, όλα για τη νίκη!” και έγραψε το κεφάλαιο “Οι γυναίκες στο ΔΣΕ” ενώ επίσης συνεισέφερε ως βοηθός παραγωγής της Ομάδας “Συλλογική Μνήμη” και συγγραφέας της άρτιας μπροσούρας που συνόδευσε τον “Καινούργιο Ουρανό”.

Καταρχήν, ένα ερώτημα που προκύπτει αυθόρμητα έχει να κάνει με τους λόγους και τις αιτίες που μπορούν να θέσουν σε κίνηση την επίμονη και συστηματική δουλειά που απαιτεί η ολοκλήρωση έργων σαν κι αυτά. To θέτω αυτό, με δεδομένο το γεγονός ότι και οι τρεις μας, όπως και ο Γιάννης, προερχόμαστε από τη γενιά που ενηλικιώθηκε στην Αθήνα, τη “μεταψυχροπολεμική” δεκαετία του 1990, τότε που πάνω στα συντρίμμια του τείχους του Βερολίνου – εν μέσω κίβδηλης “εθνικής συμφιλίωσης”, “κοινωνικής συναίνεσης” και επίπλαστης “ευμάρειας”– η λαϊκή επανάσταση του ΔΣΕ (1946-49) αποτελούσε θέμα ταμπού –τόσο για την κοινοβουλευτική/εξωκοινοβουλευτική Αριστερά όσο και για τον αναρχικό/αντιεξουσιαστικό χώρο– και οι όποιες αναφορές σε αυτήν, ξεκινούσαν με τη “λαθολογία” και το ανάθεμα στην “αποχή από τις εκλογές” του ’46 και το “όπλο παρά πόδα” μετά τη στρατιωτική ήττα του ‘49, ενώ η κυρίαρχη “μεταμοντέρνα” αφήγηση τους κατέληγε ρητά ή διά της πλαγίας στο διαλεκτικά ανιστόρητο αφήγημα: “ευτυχώς ηττηθήκαμε σύντροφοι”…

Από την άλλη, οφείλουμε να αναφέρουμε ότι τα δυο συγκεκριμένα έργα έρχονται να συμβάλουν σημαντικά και να προστεθούν σε μια σειρά αντίστοιχων ερευνών, μαρτυριών, αρχείων, τεκμηρίων και μελετών, που είδαν το φως της δημοσιότητας – κατά τη διάρκεια των (όχι πολλών) τελευταίων χρόνων– και αφορούν την εξιστόρηση και την εξαγωγή χρήσιμων πολιτικών και ιστορικών συμπερασμάτων από τη λαϊκή εποποιία εκείνης της ταραγμένης δεκαετίας του 1940. Εν τέλει, μέσα στις σημερινές δοσμένες και ζοφερές συνθήκες, ποια μπορεί και πρέπει να είναι η σημασία της πολιτικής – ιστορικής έρευνας από προλεταριακή – διεθνιστική, αντικαπιταλιστική – αντιιμπεριαλιστική σκοπιά;

Α.Σ Να ευχαριστήσουμε καταρχήν θερμά τον σύντροφο και φίλο Λεωνίδα γι αυτήν τη συζήτηση καθώς και για την ανάδειξη της δουλειάς μας μέσα από τις κινηματικές ιστοσελίδες στις οποίες συμμετέχει.

Όπως αναφέρεται στον πρόλογο του βιβλίου, το βιβλίο «μέσα από την ανάδειξη και την υπεράσπιση της επαναστατικής ιστορίας της χώρας» φιλοδοξεί «να αποτελέσει μια συμβολή στην ανάπτυξη ενός σύγχρονου επαναστατικού κινήματος». Το ερώτημα βέβαια που αυτομάτως τίθεται εδώ, είναι πώς και σε τι βαθμό η ιστορία επενεργεί στα ζητήματα του παρόντος. Κατά τη διάρκεια των τεσσάρων σχεδόν χρόνων συγγραφής του βιβλίου, το παραπάνω ερώτημα, το ερώτημα με άλλα λόγια της σχέσης ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν της ταξικής πάλης, ανέκυπτε διαρκώς μπροστά μου ως πρόβλημα πολιτικό, θεωρητικό, φιλοσοφικό. Όπως εμπειρικά διαπίστωνα, η διαμόρφωση της θέσης μου για το «τι ήταν ο ΔΣΕ» επενεργούσε καταλυτικά στο πώς συγκροτούσα τη θέση μου για την τρέχουσα συγκυρία. Αλλά και αντίστροφα. Το πώς αντιμετώπιζα τα ζητήματα του παρόντος είχε σαφή αντανάκλαση στην οπτική μου για τον ΔΣΕ.

Το κλειδί για την κατανόηση αυτής της σχέσης το βρήκα στη φράση του Α. Γκράμσι: «Το παρόν είναι η κριτική του παρελθόντος». Από το πώς διαβάζουμε την ιστορία, από το πώς την αναλύουμε και την ερμηνεύουμε, από το πώς εν τέλει τοποθετούμαστε απέναντι της απορρέει και μια συγκεκριμένη θέση για το παρόν. Ο Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα ως προς αυτό. Τα πολιτικά και ιδεολογικά θεμέλια του ΔΣΕ βρίσκονται στη συγκεκριμένη θεώρηση της νεοελληνικής ιστορίας που έκανε το ΚΚΕ τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1930. Από το πώς απάντησε το ΚΚΕ στα ερωτήματα σχετικά με τη γέννηση του ελληνικού έθνους, τη συγκρότηση και τη φυσιογνωμία της ελληνικής αστικής τάξης, τον χαρακτήρα της επανάστασης του 1821 και την εξέλιξη των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων στην Ελλάδα στον 19ο αιώνα και στο πρώτο μισό του 20ου, προέκυψε μια συγκεκριμένη εποπτεία του παρόντος και μια αντίστοιχη στρατηγική, πάνω στην οποία θεμελιώθηκε η κορυφαία περίοδος της ταξικής πάλης στη σύγχρονη ελληνική ιστορία, η επαναστατική εποποιία της δεκαετίας του 1940.

Είναι προφανές ότι μια διαφορετική θεώρηση της νεοελληνικής ιστορίας θα έδινε ένα διαφορετικό παρόν και ως εκ τούτου ένα διαφορετικό μέλλον για το ΚΚΕ. Γι αυτό ακριβώς, το ζήτημα της ιστορίας αποτέλεσε για το ΚΚΕ εκείνης της εποχής κεντρικό ιδεολογικό και πολιτικό επίδικο. Αποκαλυπτική ως προς αυτό ήταν η σφοδρή διαπάλη στο εσωτερικό του κομμουνιστικού κινήματος ανάμεσα στον Γ. Ζεύγο και τον Γ. Κορδάτο σχετικά με τον χαρακτήρα της επανάστασης του 1821, και βέβαια η ολομέτωπη σύγκρουση του ΚΚΕ με την αστική θεωρία του «τρισχιλιετούς ελληνικού έθνους» του Κ.Παπαρρηγόπουλου.

Αντίστοιχα και σήμερα, η ανάπτυξη ενός σύγχρονου επαναστατικού κινήματος περνά μέσα από τη διατύπωση μιας ολοκληρωμένης θέσης τόσο για την ίδια του την ιστορία, όσο και για τη νεοελληνική ιστορία συνολικά. Πεποίθηση μου είναι ότι η πρόσληψη του ΔΣΕ από το σύγχρονο κίνημα ως της «δύναμης εκείνης που μορφοποίησε πιο ανάγλυφα από ποτέ την ιστορική δυνατότητα για μια Ελλάδα των λαϊκών τάξεων, για μια Ελλάδα ανεξάρτητη, δημοκρατική, σοσιαλιστική», μπορεί να συμβάλλει αποφασιστικά προς την κατεύθυνση αυτή.

Αυτά τα δυο έργα αποτελούν τον καρπό μιας επίμονης και συστηματικής δουλειάς, η οποία δεν αποτελεί την επαγγελματική (ακαδημαϊκή ή άλλη) ενασχόληση των δημιουργών τους. Αυτό αποτελεί από μόνο του ένα στοιχείο που προσθέτει επιπλέον αξία στις δυο συγκεκριμένες συμβολές στην επαναστατική Ιστορία του τόπου μας. Ως προς αυτό, Άρη θα ήθελες να αναφερθείς στην πορεία που ακολουθήθηκε μέχρι ο τόμος “Όλοι στ’ άρματα, όλα για τη νίκη!” να φτάσει στις προθήκες των βιβλιοπωλείων;

Α.Σ. Αφετηρία για την συγγραφή του βιβλίου υπήρξε η εκδήλωση για τα 70 χρόνια από την ίδρυση του ΔΣΕ με τίτλο: «Η ιστορία του ΔΣΕ είναι η ιστορία μιας λαϊκής επανάστασης», που πραγματοποιήσαμε τον Φεβρουάριο του 2017, μια ομάδα συντρόφων και συντροφισσών από την Ταξική Αντεπίθεση. Η αρχική σκέψη ήταν οι εισηγήσεις της εκδήλωσης να αποτελέσουν το υλικό για την έκδοση μιας μπροσούρας. Ήδη, ωστόσο, κατά τη διάρκεια της συγγραφής των εισηγήσεων θα γεννηθούν σκέψεις για μια πιο εμπεριστατωμένη και συνολική μελέτη του ζητήματος.

Όσο πιο πολύ καταδυόμουν στην ιστορία του ΔΣΕ και προχωρούσα στην επεξεργασία του πλήθους των παραμέτρων (ιδεολογικών, πολιτικών, θεωρητικών) που την συγκροτούν, τόσο περισσότερο κατανοούσα την ιστορική και πολιτική της σημασία και συνακόλουθα την ανάγκη περαιτέρω μελέτης της. Όπως διαπίστωνα, σε πολλά θέματα που νόμιζα ότι τα γνώριζα καλά παρουσίαζα σοβαρές ελλείψεις, ενώ υπήρχαν πολλά άλλα κρίσιμα, για την κατανόηση του ΔΣΕ, ζητήματα που είτε τα αγνοούσα είτε είχα δώσει λίγη προσοχή. Σταδιακά και ενώ εμπλούτιζα το υπάρχον υλικό, εγκατέλειψα την ιδέα της μπροσούρας για να στοχεύσω πιο ψηλά, στη συγγραφή ενός βιβλίου.

Η καθεαυτή διάρκεια της συγγραφής του βιβλίου κράτησε γύρω στα τριάμισι χρόνια. Αν έπρεπε επιγραμματικά να πω κάτι για τη διαδικασία συγγραφής, θα έλεγα ότι αποτέλεσε σταθμό για την πολίτικη μου ωρίμαση, την αιτία να εμβαθύνω σε θεμελιακά ζητήματα της επαναστατικής θεωρίας. Όπως θα διαπιστώσω μέσα στις αναρίθμητες ώρες διαβάσματος και γραψίματος, η στοιχειοθέτηση του γιατί «ο ΔΣΕ αποτελεί την πιο ολοκληρωμένη απόπειρα επαναστατικού μετασχηματισμού της Ελλάδας από την ίδρυση του ελληνικού κράτους» δεν μπορούσε να γίνει χωρίς να έχω επαρκείς απαντήσεις στα πρωταρχικά ερωτήματα: τι είναι ο καπιταλισμός, ο ιμπεριαλισμός, η ιμπεριαλιστική εξάρτηση, η κοινωνική επανάσταση, ο σοσιαλισμός, ο κομμουνισμός, οι τάξεις, ο ιστορικός υλισμός κ.α.

Η ιστορία του ΔΣΕ όμως δεν αποτελεί μόνο ένα θεωρητικό πρόβλημα. Μια επανάσταση δεν μπορεί να κατανοηθεί μόνο μέσα από τη θεωρία και για το λόγο αυτό αποτυγχάνουν, κατά την άποψη μου, να ερμηνεύσουν τον ΔΣΕ -όπως και άλλες επαναστάσεις- ιστορικοί και πολιτικοί επιστήμονες, εξαιρετικά καταρτισμένοι κατά τα άλλα, που βρίσκονται ωστόσο έξω από τη ζώσα ιστορία της ταξικής πάλης. Την καλύτερη απάντηση ως προς αυτό τη δίνει ο ίδιος ο ΔΣΕ: ένα μεγάλο μέρος από τους μαχητές και τις μαχήτριες του δεν είχαν ολοκληρώσει τη βασική εκπαίδευση και δεν είχαν διαβάσει ούτε το «Κεφάλαιο» του Μαρξ, ούτε τον «Ιμπεριαλισμό» του Λένιν, ωστόσο έφτασαν σε τέτοια επίπεδα ταξικής συνείδησης και κομμουνιστικής συγκρότησης, ώστε να αναμετρηθούν μέχρις εσχάτων με την ελληνική αστική τάξη και δύο ιμπεριαλισμούς. Ισχύει εδώ νομίζω απόλυτα η θέση ότι ο κομμουνισμός ως φιλοσοφία της πράξης μόνο μέσα από την πράξη μπορεί να κατανοηθεί. Κατ’ αντιστοιχία, λοιπόν, και η ιστορία του ΔΣΕ δεν μπορεί να κατανοηθεί ολοκληρωμένα έξω από την πράξη της συμμετοχής στο σύγχρονο κίνημα ανατροπής «της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων». Υπό αυτήν την έννοια, λοιπόν, θα έλεγα ότι το βιβλίο φέρει ανεξίτηλο το αποτύπωμα της συμμετοχής μου στους κοινωνικούς και ταξικούς αγώνες της περιόδου και των εμπειριών και των συμπερασμάτων που αποκόμισα από αυτή.

Η διαδικασία συγγραφής του βιβλίου υπήρξε ωστόσο σταθμός και για την προσωπική μου ωρίμαση. Βλέποντας την σήμερα από μια σχετική απόσταση, αβίαστα θα τη χαρακτήριζα ως μια διαδικασία αυτογνωσίας, μέσα από την οποία κατανόησα τι σημαίνει πάλη για την υπέρβαση των διανοητικών (αλλά και φυσικών) ορίων, τι σημαίνει, αλλιώς, πάλη για την κατάκτηση της γνώσης, τι σημαίνει σε τελική ανάλυση πρόοδος και εξέλιξη και γιατί οι παραπάνω έννοιες έχουν στον πυρήνα τους την ανθρώπινη εργασία.

Μια ερώτηση που απευθύνεται στη Χριστίνα. Στο ντοκιμαντέρ, μέσα από τις μαρτυρίες αυτών των μαχητριών του ΔΣΕ εξιστορείται με τρόπο συγκλονιστικά ανθρώπινο, η πορεία και η ζωή ενός λαϊκού επαναστατικού στρατού, όπου “οι γυναίκες συμμετέχουν μαζικά και ουσιαστικά, από τις μάχες μέχρι την ισότιμη λήψη αποφάσεων. Νέες κοπέλες κυρίως από αγροτικές περιοχές, μεγαλωμένες στο περιβάλλον της ελληνικής επαρχίας και της υπαίθρου, έχοντας όμως την παρακαταθήκη των αγώνων της Κατοχής συμμετέχουν και χειραφετούνται μέσα από τον αγώνα του ΔΣΕ”.

Θα ήθελες να αναφερθείς συνοπτικά στη σύνδεση που –εκ των πραγμάτων– υπήρξε μεταξύ όσων είχαν προηγηθεί στην προκατοχική περίοδο και των όσων ακολούθησαν στη μετεμφυλιακή Ελλάδα, στο πεδίο της ταξικής πάλης για τη γυναικεία χειραφέτηση, καθώς και στον τρόπο με τον οποίο η συμμετοχή των γυναικών στον λαϊκό επαναστατικό στρατό του ΔΣΕ αποτέλεσε την χειροπιαστή απόδειξη αυτής της πάλης για ουσιαστική ισότητα των δυο φύλων; Ποιες μπορούν να είναι οι αντανακλάσεις αυτών των κορυφαίων επαναστατικών στιγμών της σύγχρονης ιστορίας –όπου η αστική Εξουσία αμφισβητήθηκε έμπρακτα, σε βάθος και σε όλες τις εκφάνσεις της– μέσα στη σημερινή εποχή επίτασης των φαινομένων έμφυλης βίας, βιασμών, κακοποιήσεων και γυναικοκτονιών, αλλά και της ανάδυσης “πολιτικά ορθών, μετα-φεμινιστικών και ταυτοτικών πρωτοκοσμικών κινημάτων”;

Χ.Κ. Μια από τις πιο εύγλωττες αποδείξεις του ΔΣΕ ως φορέα επαναστατικού κοινωνικού μετασχηματισμού ήταν η πρωτοφανής σε μαζικότητα και δυναμισμό συμμετοχή των γυναικών σε αυτόν. Γενικεύοντας την εμπειρία του γυναικείου κινήματος όλης της προηγούμενης περιόδου και αναβαθμίζοντας σε θεωρητικό και πολιτικό επίπεδο παλαιότερες επεξεργασίες του κομμουνιστικού κινήματος γύρω από το γυναικείο ζήτημα, ο ΔΣΕ διαμόρφωσε τους όρους για ένα σύγχρονο πλαίσιο επικοινωνίας με τις εκατοντάδες χιλιάδες των γυναικών των λαϊκών τάξεων που βίωναν τη διπλή καταπίεση ως εργαζόμενες και ως γυναίκες.

Το θεμελιακό στοιχείο που συγκροτεί το επαναστατικό πλαίσιο ανάγνωσης του γυναικείου ζητήματος από τον ΔΣΕ, είναι η τοποθέτηση του στην ιστορική ταξική του διάσταση. Το γυναικείο ζήτημα, αν ως τέτοιο ορίσουμε το σύνολο των οικονομικών, πολιτικών και πολιτιστικών ανισοτιμιών και διακρίσεων που εκδηλώνονται σε όλο το εύρος της κοινωνικής και προσωπικής ζωής της γυναίκας, αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της ταξικής εκμεταλλευτικής κοινωνίας, άρα και αναπόσπαστο στοιχείο της ταξικής πάλης. Η ιστορική του ρίζα βρίσκεται στην εμφάνιση της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής, συγκεκριμένα στη φάση της μετάβασης από το πρωτόγονο κοινοτικό σύστημα στην πρώτη ταξική κοινωνία της ιστορίας, τη δουλοκτητική κοινωνία. Για το ιστορικό αυτό γεγονός ο Ένγκελς έλεγε: «Το γυναικείο φύλο υπέστη την κοσμοϊστορική του ήττα». Υπό αυτό ακριβώς το πρίσμα, η πατριαρχία δεν προσλαμβάνεται από την κομμουνιστική κοσμοθεωρία ως μια αυτόνομη κοινωνική δομή, αλλά ως παράγωγο του ταξικού διαχωρισμού της κοινωνίας. Ως τέτοια εδράζεται και απορρέει από τις οικονομικές εκμεταλλευτικές σχέσεις και μεταβάλλεται με την εξέλιξη του εκμεταλλευτικού συστήματος, παράγοντας έμφυλες σχέσεις εξουσίας και διαχωρισμούς. Χαρακτηριστική είναι η φράση της Αλεξάντρας Κολλοντάι, από κείμενο που γράφτηκε την περίοδο της νίκης της Σοβιετικής Επανάστασης: «Η θέση της γυναίκας είναι πάντα συνέπεια του είδους της εργασίας που προσφέρει στη συγκεκριμένη στιγμή εξέλιξης ενός συγκεκριμένου κοινωνικό- οικονομικού συστήματος».

Το αποφασιστικό βήμα για την ένταξη των γυναικών στο κομμουνιστικό και γυναικείο κίνημα, πραγματοποιείται στις αρχές της δεκαετίας του 1930, όταν και σχηματοποιείται από το ΚΚΕ η θέση για τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του γυναικείου ζητήματος στη χώρα, άρα και της στρατηγικής του γύρω από αυτό. Έτσι το γυναικείο ζήτημα ως στοιχείο του εποικοδομήματος, κουβαλά όλη την αντιδραστικότητα, τη συντήρηση και τον αναχρονισμό της Ελλάδας του «αστοστιφλικάδικου συνασπισμού εξουσίας και του ανολοκλήρωτου αστικοδημοκρατικού μετασχηματισμού». Για αυτούς ακριβώς τους λόγους, η θέση της γυναίκας στην Ελλάδα είναι εξαιρετικά υποτιμημένη. Στην ύπαιθρο οι χιλιάδες αγρότισσες βιώνουν το αδυσώπητο πατριαρχικό καθεστώς που ενσωματώνουν αιώνες τσιφλικάδικης εκμετάλλευσης, ενώ στις πόλεις ο γυναικείος πληθυσμός είτε μένει εκτός της κοινωνικής παραγωγής περίκλειστος στα τείχη του ιδιωτικού νοικοκυριού, είτε εντάσσεται στην παραγωγική διαδικασία υπό συνθήκες σκληρής ταξικής καταπίεσης, στερούμενος ακόμα και στοιχειωδών αστικοδημοκρατικών δικαιωμάτων.

Τα αποτελέσματα της πολιτικής του κομμουνιστικού κινήματος γύρω από το γυναικείο ζήτημα θα γίνουν γρήγορα ορατά. Το ΚΚΕ μέσα σε λίγα χρόνια πολλαπλασιάζει τις γυναίκες μέλη του και αυξάνει την επιρροή του στα ολοένα και μεγαλύτερα τμήματα του γυναικείου πληθυσμού πού εισέρχονται στην παραγωγή, ενώ μέσα στη φωτιά της πάλης δεκάδες κομμουνίστριες, όπως η Ηλέκτρα Αποστόλου, η Αύρα Παρτσαλίδου, η Χρύσα Χατζηβασιλείου αναδεικνύονται σε ηγετικές μορφές του λαϊκού κινήματος. Στα μέσα της δεκαετίας του 1930 το γυναικείο κίνημα έχει πλέον αποκτήσει το πρώτο δικό του ρίζωμα στο εργατικό κίνημα, που του επιτρέπει να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες στους μεγάλους ταξικούς που ξεσπούν. Αποκορύφωμα υπήρξε η μαζική συμμετοχή των καπνεργατριών στη μεγάλη εργατική εξέγερση τον Μάιο του 1936 στη Θεσσαλονίκη, όπου βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή των συγκρούσεων με τη χωροφυλακή και το στρατό. Ο Μεσοπόλεμος λοιπόν υπήρξε καθοριστικός στην ανάπτυξη του γυναικείου κινήματος. Την περίοδο αυτή, και ειδικά τη δεκαετία του 1930 αυξήθηκε ραγδαία το ποσοστό των γυναικών της εργατικής τάξης και τέθηκαν οι πολιτικές και οργανωτικές βάσεις για την συμμετοχή χιλιάδων γυναικών στους κοινωνικούς και ταξικούς αγώνες. Οι γυναίκες αυτές αγωνίστηκαν σκληρά, στιγματίστηκαν και χτυπήθηκαν, ωστόσο, ανέπνευσαν τις πρώτες ανάσες ελευθερίας, έξω από το σύστημα επιτήρησης του ιδιωτικού χώρου, του πατέρα και του συζύγου. Θα μπορούσαμε με ασφάλεια να ισχυριστούμε πως χωρίς την παρακαταθήκη αυτών των αγώνων θα ήταν πολύ δυσκολότερη η μαζική ένταξη των γυναικών στην Αντίσταση την περίοδο της Κατοχής και στη συνέχεια στον ΔΣΕ.

Αντίστοιχα όπως στον Μεσοπόλεμο, την Κατοχή και τον Εμφύλιο έτσι και στη μετεμφυλιακή εποχή απαραίτητη προϋπόθεση για την πλατιά απεύθυνση και τον προσεταιρισμό των γυναικών στο κίνημα, ήταν η γείωση του γυναικείου ζητήματος στις συγκεκριμένες συνθήκες της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής πραγματικότητας της χώρας. Στο σκληρό μετεμφυλιακό περιβάλλον της εθνικοφροσύνης και του αντικομμουνισμού, θα αρχίσει να αναδύεται μια νέα γενιά αγωνιστριών, εμπνευσμένη από τους αγώνες των γυναικών της δεκαετίας του 1940, οι οποίες σταδιακά βγαίνουν από τις φυλακές και τις εξορίες, έχοντας να αντιμετωπίσουν όλα τα εμπόδια που έχει θέσει το επίσημο κράτος για να τις εκδικηθεί. Παράλληλα, μέσα στο ’50 -νέες κυρίως- γυναίκες του ΔΣΕ έρχονται παράνομα από τις ανατολικές χώρες για να συμβάλλουν στην ανασυγκρότηση των παράνομων οργανώσεων στην Ελλάδα. Στη νέα εποχή, οι προκλήσεις για τις γυναίκες που αγωνίζονται είναι μεγάλες, καθώς στο σκληρό ταξικό περιβάλλον του ’50 παλεύουν για την επιβίωση τους και την ίδια στιγμή αναμετρώνται καθημερινά με ένα σύστημα που επιστρατεύει όλα του τα ιδεολογικά εργαλεία προκειμένου να τις κλείσει και πάλι στο σπίτι. Ωστόσο, παρά το κατασταλτικό κύμα εναντίον τους, εισερχόμενες μαζικά στην εργασία, αλλά και την εκπαίδευση, οι γυναίκες θα αναπτύξουν πολύπλευρη μαζική δράση στους μεγάλους εργατικούς, κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες που ξεσπούν τα μετεμφυλιακά χρόνια. Σε αυτό το φόντο το γυναικείο κίνημα θα ακολουθήσει ανοδική πορεία, εντάσσοντας στους κόλπους του ένα ολοένα αυξανόμενο δυναμικό που πείθεται από την ίδια του την εμπειρία ότι στις συνθήκες της αστικής κυριαρχίας, η γυναικεία καταπίεση παραμένει και ότι η ελάχιστη φιλελευθεροποίηση του καθεστώτος σε σχέση με τα γυναικεία δικαιώματα, δεν αποτελεί κάποιου είδους παραχώρηση αλλά προϊόν των σκληρών και επίπονων του αγώνων. Η εντυπωσιακή είσοδος των γυναικών στην ταξική πάλη της δεκαετίας του 1960 και η ενεργή συμβολή των γυναικών στο αντιδικτατορικό κίνημα της περιόδου 1967-1974 έχει σε αυτήν ακριβώς την περίοδο τη ρίζα της.

Στις νέες συνθήκες της μεταπολιτευτικής Ελλάδας το ελληνικό γυναικείο κίνημα, θα συνεχίζει να αναζητά, μέσα σε ένα περιβάλλον υποχώρησης του διεθνούς και εγχώριου εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος, τους όρους για την αναμέτρηση με το καθεστώς της πατριαρχίας και του σεξισμού που ο ελληνικός καπιταλιστικός σχηματισμός άλλοτε ωμά και άλλοτε ραφιναρισμένα θα αναπαράγει και θα διαιωνίζει. Και στην κατεύθυνση αυτή θα εγγράψει πολλές φορές με το ίδιο του το αίμα, όπως στην περίπτωση της νεαρής κομμουνίστριας, μέλους της ΚΝΕ, Σωτηρίας Βασιλακοπούλου που δολοφονήθηκε τον Ιούλη του 1980 από την εργοδοσία την ώρα μου μοίραζε προκηρύξεις έξω από το εργασιακό κάτεργο της ΕΤΜΑ, αξιοσημείωτες νίκες που θα ανοίξουν νέους δρόμους στους αγώνες του γυναικείου κινήματος.

Σήμερα, στην εποχή της δομικής κρίσης του παγκόσμιου καπιταλιστικού ιμπεριαλιστικού συστήματος και της χρεοκοπίας όλων των εξαγγελιών του για την «ισότητα των δύο φύλων», το γυναικείο ζήτημα επανέρχεται με ιδιαίτερη οξύτητα στο προσκήνιο. Ειδικότερα στην σύγχρονη Ελλάδα των μνημονίων, της γενικευμένης φτώχειας και της φασιστικοποίησης, η ένταση της εργασιακής και κοινωνικής υποτίμησης της γυναίκας, αποτελεί χαρακτηριστικό σύμπτωμα της κρίσης του ελληνικού καπιταλιστικού σχηματισμού και ταυτόχρονα όρο για το ξεπέρασμα της. Σε αυτό το έδαφος η πατριαρχία ως η ιδεολογία της γυναικείας καταπίεσης, έρχεται να επενδύσει, να δικαιολογήσει και εν τέλει να νομιμοποιήσει όλη τη γενικευμένη βία κατά των γυναικών, είτε την καθαρά συστημική, αυτή δηλαδή που προέρχεται κατευθείαν από το κεφαλαίο, το αστικό κράτος και τους θεσμούς του, είτε αυτήν που προέρχεται από τα έγκατα της πατριαρχικής κοινωνίας και η οποία οπλίζει τα χέρια των γυναικοκτόνων, των βιαστών, των κακοποιητών.

Στην κατεύθυνση αυτή, η γνώση της ιστορίας του γυναίκειου κινήματος και ειδικά μιας κορυφαίας του στιγμής του, αυτής του ΔΣΕ, αποτελεί ένα πολύτιμο εφόδιο για τη συγκρότηση των σύγχρονων θέσεων μάχης του. Όχι βέβαια ως μια απόπειρα προσαρμογής στο σήμερα των χαρακτηριστικών του, ούτε βέβαια ως μια μουσειακού τύπου μνήμη αποκομμένη από τη σύγχρονη πραγματικότητα. Άλλωστε όλη η ιστορία του ελληνικού γυναικείου κινήματος, βασίστηκε στη συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης στην οποία βρέθηκε. Αυτό είναι και το πολιτικό επίδικο σήμερα. Η διεξοδική ανάλυση της σημερινής οικονομικής και κοινωνικής πραγματικότητας, η εμβάθυνση πάνω στη σχέσης τάξης φύλου και η αναμέτρηση με την πληθώρα ερωτημάτων που γεννά η σχέση αυτή στις σύγχρονες συνθήκες της οικονομικής και υγειονομικής κρίσης αποτελούν, δίπλα στην ταξική και πολιτική στράτευση, τους όρους για την περαιτέρω ανάπτυξη και ριζοσπαστικοποίηση του γυναικείου κινήματος.

Πριν από μερικές εβδομάδες, συμπληρώθηκαν 48 Νοέμβρηδες από την εξέγερση του Πολυτεχνείου, από εκείνη την κορυφαία στιγμή της αντιδικτατορικής Αντίστασης και Αγώνα της φοιτητικής νεολαίας και του εργαζόμενου λαού ενάντια στο στρατιωτικό καθεστώς των συνταγματαρχών της ευρωατλαντικής εθνικοφροσύνης. Για άλλη μια χρονιά, δεκάδες χιλιάδες αγωνιστών και αγωνιστριών στην Αθήνα και όλη τη χώρα βρέθηκαν στους δρόμους της Αντίστασης και του Αγώνα, στον ιστορικό χώρο του ΕΜΠ και τη μαζική πορεία στην πρεσβεία των ΗΠΑ, κρατώντας ζωντανή τη Μνήμη των νεκρών και τα επίκαιρα περιεχόμενα εκείνης της αιματοβαμμένης εξέγερσης ενάντια στο Φασισμό και τον Ιμπεραλιασμό, τον ντόπιο Αστισμό και το Κράτος του. Από τη στρατιωτική (αλλά όχι και πολιτική) ήττα του ΔΣΕ από τα αμερικανοντυμένα ελληνικά “εθνικά” στρατεύματα του “Στρατηγέ! Ιδού ο Στρατός σας” κ. Βαν Φλιτ”, υπό τους ήχους των ναπάλμ, στο Γράμμο και το Βίτσι το καλοκαίρι του 1949, μέχρι την εισβολή του αμερικανοκίνητου τανκ στην κεντρική πύλη του Πολυτεχνείου στην Πατησίων στις 17 Νοέμβρη του 1973, είχαν μεσολαβήσει κάτι λιγότερο από 25 χρόνια. Θα θέλατε να αναφερθείτε σ’ εκείνο το κόκκινο νήμα που συνδέει αδιαπέραστα αυτά τα δυο ιστορικά γεγονότα, στις σημαδιακότερες στιγμές του Αγώνα που μεσολάβησε μέσα σε αυτήν την εικοσιπενταετία, καθορίζοντας την πορεία του λαϊκού – εργατικού κινήματος μέχρι εκείνον το Νοέμβρη, ο οποίος και σηματοδοτεί την αρχή του τέλους για το στρατιωτικό καθεστώς των αντικομμουνιστών πραξικοπηματιών της 21ης Απριλίου 1967;

Κι έπειτα, ποια είναι τελικά αυτά τα καθοριστικά επίδικα και τα χειραφετητικά – απελευθερωτικά ζητούμενα εκείνης της εποχής που παραμένουν μέχρι και σήμερα αδικαίωτα και γι’ αυτό ανειρήνευτα;

Α.Σ. Η στρατιωτική ήττα του ΔΣΕ τον Αύγουστο του 1949 δεν σήμανε και την πολιτική ήττα του ΚΚΕ. Η λήξη του Εμφυλίου θα λέγαμε μάλιστα ότι βρίσκει το λαϊκό κίνημα της χώρας σε πολύ καλύτερη κατάσταση από ότι ήταν λίγους μήνες πριν την έναρξη του. Τότε, στα μέσα του 1945, λίγο πριν δηλαδή η 12η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ θέσει φραγμό στην πορεία αποσύνθεσης του, το ΚΚΕ είχε μετατραπεί ουσιαστικά σε παρακολούθημα της αστικής πολιτικής, αποδεχόμενο άνευ όρων την πορεία εξόντωσης του λαϊκού κινήματος που η συνθήκη της Βάρκιζας είχε δρομολογήσει. Αντίθετα, μετά τον Εμφύλιο, όπως αποδεικνύει η ιστορία της περιόδου 1950-1956, το ΚΚΕ βρίσκεται σε τέτοια πολιτική και οργανωτική κατάσταση, ώστε να μπορεί πολύ γρήγορα να ανασυντάσσεται και να ξεδιπλώνει με όρους ηγεμονικούς τη στρατηγική του, έχοντας ως πολιτικό θεμέλιο και παρακαταθήκη μια επανάσταση που έθεσε πιο ολοκληρωμένα από ποτέ το ζήτημα της εξουσίας για τις εκμεταλλευόμενες τάξεις.

Σταθμό στην πορεία ανασύνταξης του λαϊκού κινήματος αποτέλεσε η ίδρυση, κατόπιν πολιτικής πρωτοβουλίας του ΚΚΕ, της ΕΔΑ τον Αύγουστο του 1951. Δύο μόλις χρόνια μετά τη λήξη του Εμφυλίου, το ΚΚΕ, έχοντας να αντιμετωπίσει την ήττα, την έξοδο από τη χώρα του βασικού κορμού του στελεχιακού του δυναμικού και βέβαια την ανελέητη κατασταλτική επίθεση εναντίον του στο εσωτερικό της χώρας, καταφέρνει κάτι που έμοιαζε ακατόρθωτο: αφενός να συγκροτήσει ένα μαζικό πολιτικό μέτωπο στη βάση ενός προγράμματος ανεξαρτησίας, δημοκρατίας και ειρήνης, διατηρώντας πλήρως την αυτοτέλεια και την οργανωτική του διάρθρωση, και αφετέρου να καταστεί, μέσα από αυτό το μέτωπο, οργανωτής της εργατικής λαϊκής πάλης και εκφραστής συνάμα της ολοένα και ογκούμενης κοινωνικής δυσαρέσκειας, απέναντι στις πολιτικές του αστικού καθεστώτος (είτε διαχείρισης Πλαστήρα, είτε Παπάγου).

Ο μεγάλες απεργιακές κινητοποιήσεις του καλοκαιριού του 1951, η πρωτομαγιάτικη απεργιακή διαδήλωση του 1952 προς τιμή του Ν. Μπελογιάννη και των 200 εκτελεσμένων της Ακροναυπλίας, οι αντιιμπεριαλιστικές κινητοποιήσεις ενάντια στον πόλεμο στην Κορέα το 1951 και την ελληνοαμερικανική συμφωνία του 1953, οι μαζικοί εργατικοί και αγροτικοί αγώνες το 1953 και το 1954, οι δυναμικές αντιβρετανικές διαδηλώσεις για την Κύπρο το 1954 και το 1955, αποτελούν χαρακτηριστικές εκδηλώσεις μια αυξανόμενης λαϊκής δυναμικής που απειλεί να μετατρέψει τη σοβούσα κρίση του συστήματος, σε κρίση πολιτική, σε κρίση που θα θέσει ξανά στο επίκεντρο το αίτημα της επαναστατικής ρήξης και της ανατροπής.

Το ποια θα μπορούσε να ήταν η εξέλιξη της ταξικής πάλης στη χώρα αν δεν είχε συμβεί το αναθεωρητικό πραξικόπημα στο ΚΚΕ το 1956 και το 1957 και η αποκήρυξη του ΔΣΕ που αυτό σηματοδοτεί, αποτελεί ένα πολύ ενδιαφέρον ερώτημα σε ό,τι αφορά τη διερεύνηση της ιστορίας της εγχώριας ταξικής πάλης. Το σίγουρο είναι πάντως ότι το γεγονός αυτό θα σφραγίσει ανεξίτηλα την μελλοντική της πορεία. Το 1958 το ΚΚΕ διαλύει τις παράνομες κομματικές του οργανώσεις και αφομοιώνεται πολιτικά και οργανωτικά στην ΕΔΑ, η οποία θα μετατραπεί γρήγορα από αυτοτελές μέτωπο της Αριστεράς σε εξάρτημα της αστικής πολιτικής, όπως θα δείξει εμφατικά η πολιτική ουράς που ακολουθεί έναντι της Ένωσης Κέντρου στις εκλογές του 1961, παρ’ όλη την εντυπωσιακή εκλογική δυναμική που είχε καταγράψει στις εκλογές του 1958. Τούτων δοθέντων, δεν προκαλεί καμία έκπληξη η ελλιπής πολιτική και οργανωτική προετοιμασία του κινήματος μπροστά στις συνθήκες πολιτικής κρίσης που ωρίμαζαν, οι οποίες επέβαλαν το 1967 τη λύση της δικτατορίας. Όταν παραμονές της δικτατορίας η επίσημη φωνή της Αριστεράς, η Αυγή, επιχειρηματολογούσε σχετικά με το «Γιατί δεν θα γίνει δικτατορία», μπορούμε να φανταστούμε το επίπεδο των ιδεολογικών, πολιτικών και οργανωτικών αντανακλαστικών των υποτιθέμενων καθοδηγητών του λαϊκού κινήματος, όπως και να εικάσουμε με ασφάλεια τους λόγους, για τους οποίους το αντιδικτατορικό κίνημα σχετικά άργησε να αναπτύξει μαζικά και ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά.

Ακόμα κι έτσι όμως, χωρίς δηλαδή την παρουσία ενός επαναστατικού κομμουνιστικού κόμματος, η δυναμική της ταξικής πάλης στη χώρα ήταν τέτοια που θα φτάσει ξανά σε ιστορικές κορυφώσεις. Η παρακαταθήκη της επαναστατικής παράδοσης των προηγούμενων δεκαετιών θα είναι σε αυτές ευκρινής. Όπως, για παράδειγμα, στην εμβληματική απεργία των οικοδόμων το 1960, στην οποία το αποτύπωμα του ταξικού συνδικαλιστικού κινήματος των προηγούμενων δεκαετιών που γαλούχησε με το πνεύμα της σύγκρουσης την εργατική τάξη, είναι εμφανές τόσο σε επίπεδο οργάνωσης του αγώνα όσο και σε επίπεδο περιεχομένου του. Ή όπως στα Ιουλιανά, τον Αύγουστο του 1965, όπου αναδεικνύεται στην πράξη η επαναστατική τάση που εκπροσωπεί ο Πέτρουλας και σειρά άλλων αγωνιστών, οι οποίοι αρνούνται έμπρακτα την πολιτική υποταγή της ηγεσίας της ΕΔΑ στην Ένωση Κέντρου, αναζητώντας αυτόνομες, από την αστική πολιτική, οδούς εκδήλωσης της λαϊκής πάλης. Όπως βέβαια και κατά τη διάρκεια της Χούντας, στις επαναστατικές οργανώσεις που αμφισβητούν έμπρακτα το καθεστώς της αμαχητί παράδοσης του λαϊκού κινήματος, διαμορφώνοντας τους όρους για την ανάπτυξη και τη ριζοσπαστικοποίηση του αντιδικτατορικού κινήματος. Για να φτάσουμε, βέβαια, στην κορυφαία στιγμή της αντιδικτατορικής πάλης, την εξέγερση του Πολυτεχνείου, η οποία, με το σύνθημα «έξω οι ΗΠΑ» ως προμετωπίδα, αποτυπώνει εύγλωττα την ιστορική συνέχεια και την κεντρικότητα της πάλης ενάντια στην ιμπεριαλιστική εξάρτηση.

Υπό αυτήν την έννοια, το Πολυτεχνείο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως μια ιστορική δικαίωση του πολιτικού περιεχομένου του αγώνα του ΔΣΕ. 25 μόλις χρόνια μετά τον ΔΣΕ, μια αντιιμπεριαλιστική εξέγερση έρχεται να καταδείξει τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό ως το βασικό θεματοφύλακα της αστικής εξουσίας στη χώρα, και παράλληλα ως τον βασικό υπεύθυνο για την επιβολή της Χούντας, ανοίγοντας έτσι το δρόμο για την πτώση της. Είναι νομίζω προφανή τα πολιτικά σημαινόμενα από ένα τέτοιο γεγονός, καθώς και το τι προοπτικές άνοιγε αυτό για το επαναστατικό κίνημα και τη χώρα. Το γιατί δεν μετουσιώθηκε η εξεγερτική δυναμική του Πολυτεχνείου σε επαναστατική αναμέτρηση με το αστικό καθεστώς συνολικά, αποτελεί ένα πολύ ενδιαφέρον ιστορικό και πολιτικό ερώτημα. Αν θέλαμε να δώσουμε μια επιγραμματική απάντηση, θα λέγαμε ότι οι δυνάμεις που βρέθηκαν στην πρωτοπορία του κινήματος, δεν μπόρεσαν να πετύχουν μια βαθύτερη πολιτική προγραμματική συγκρότηση και να αναπτύξουν έτσι μια ολοκληρωμένη επαναστατική στρατηγική, αδυναμία που έχει ασφαλώς τη ρίζα της στην αρνητική πολιτική κληρονομία που άφησε στο κίνημα, σε όλα τα επίπεδα, η ουσιαστική διάλυση του επαναστατικού ΚΚΕ το 1956.

Όσον αφορά το τελευταίο σκέλος της ερώτησης, θα χρησιμοποιήσω τα λόγια του Γ. Ζεύγου από την Κομουνιστική Επιθεώρηση του 1943, ο οποίος κάνοντας μια επισκόπηση της ιστορικής πορείας από την επανάσταση του 1821 ως τις μέρες του, τόνιζε ότι «όσο κι αν άλλαξαν μορφή και περιεχόμενο, όσο κι αν περιπλέχτηκαν, ίδια είναι τα προβλήματα για τη λύση των οποίων παλεύει ακόμα ο ελληνικός λαός».

Σήμερα, 48 χρόνια μετά το Πολυτεχνείο και 75 χρόνια μετά το ΔΣΕ, θα αποτελούσε νομίζω προσβολή στην ιστορία εκείνων των αγώνων, αν θεωρούσαμε κατ’ οποιονδήποτε τρόπο ότι κάποιες από τις βασικές στοχεύσεις τους, όπως η εθνική ανεξαρτησία και η δημοκρατία, βρήκαν την εκπλήρωση τους μέσα στις συνθήκες της αστικής εξουσίας και της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης. Εκτός κι αν ως ανεξαρτησία εννοούμε την πρόσφατη ελληνοαμερικανική συμφωνία και τα μνημόνια της ΕΕ, και ως δημοκρατία αυτό το νεοφιλελεύθερο ολιγαρχικό υβρίδιο που κυβερνά τη χώρα.

Για να το πούμε διαφορετικά, εθνική ανεξαρτησία και δημοκρατία είναι έννοιες ασυμβίβαστες με την εξαρτημένη, ξενόδουλη και βαθιά αντιδημοκρατική από τα γεννοφάσκια της ελληνική αστική τάξη. Γι αυτό ακριβώς και οι δύο αυτοί στόχοι σφραγίστηκαν στη σύγχρονη ελληνική ιστορία με την πάλη του λαού και της εργατικής τάξης, και ποτίστηκαν με το αίμα χιλιάδων αγωνιστών και αγωνιστριών στα βουνά, στους δρόμους, στις εξορίες και τις φυλακές. Γι’ αυτό επίσης, συνεχίζουν να αποτελούν -σε πείσμα των μεταμοντέρνων αφηγήσεων- κεντρικά πολιτικά προτάγματα, κρίσιμους κόμβους μιας σύγχρονης στρατηγικής που θέλει να ξανακάνει επίκαιρους και ρεαλιστικούς τους στρατηγικούς στόχους του επαναστατικού κινήματος, τη λαϊκή εξουσία, τη λαϊκή Δημοκρατία, την κοινωνική και ταξική απελευθέρωση, το σοσιαλισμό.

 

 

Πολύκαρπος Γεωργιάδης: “Ο ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΜΕΝΤΕΣΕΣ. Ένστολο κράτος. Γεωστρατηγικοί ανταγωνισμοί. Έρπων παγκόσμιος πόλεμος”. [Εκδόσεις Ασύμμετρη Απειλή. Αθήνα. Σεπτέμβρης 2021]

Μόλις κυκλοφόρησε η συλλογή κειμένων του φίλου & συντρόφου, πολιτικού κρατούμενου Πολύκαρπου Γεωργιάδη “Ο ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΜΕΝΤΕΣΕΣ. Ένστολο κράτος. Γεωστρατηγικοί ανταγωνισμοί. Έρπων παγκόσμιος πόλεμος” [Εκδόσεις Ασύμμετρη Απειλή. Αθήνα. Σεπτέμβρης 2021].

«Το καπιταλιστικό-ιμπεριαλιστικό σύστημα δεν πρέπει να το βλέπουμε αποκλειστικά και μόνο ως σύστημα οικονομικής εκμετάλλευσης. Πρέπει να το βλέπουμε επιπλέον και ως σύστημα παραγωγής υλικών και πνευματικών σκουπιδιών, ως σύστημα παραγωγής στερημένων και ακρωτηριασμένων ανθρώπινων υπάρξεων, ως σύστημα παραγωγής ενός ανθρωπολογικού τύπου -του Homo Economicus- που βρίσκει ικανοποίηση μονάχα μέσω της μιζέριας της καταναλωτικής φρενίτιδας. «Η καρδιά ενός ανθρώπου είναι παράξενο πράγμα, ιδίως όταν ο άνθρωπος την καρδιά του την έχει στη χρηματοσακούλα του», έγραφε ο Μαρξ στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου. Το καπιταλιστικό-ιμπεριαλιστικό σύστημα έχει αποικιοποιήσει ολόκληρη τη ζωή, ξεκινώντας από το κάθε σπίτι και φτάνοντας σε ολόκληρο τον πλανήτη. Συνακόλουθα, την κρίση του συστήματος δεν πρέπει να τη βλέπουμε μονάχα στην οικονομική/τεχνοκρατική της διάσταση, αλλά ως συνάρθρωση πολλαπλών κρίσεων (οικονομικής, οικολογικής, επισιτιστικής, πολιτιστικής κλπ). Η βαναυσότητα στις καθημερινές σχέσεις (όπως και στις διεθνείς) είναι μια από τις όψεις αυτής της κρίσης.»

από το οπισθόφυλλο της έκδοσης.

Κεντρική διάθεση: βιβλιοκαφέ RED NNOIR. Δροσοπούλου 52. Κυψέλη. Αθήνα.

Δημήτρης Κουφοντίνας: “13 Απαντήσεις”. Ιταλική Έκδοση με Εισαγωγή του Πασκουάλε Αμπατάντζελο.

Κυκλοφόρησε πρόσφατα στα ιταλικά από τις εκδόσεις PGreco στο Μιλάνο, το βιβλίο – συνέντευξη του πολιτικού κρατούμενου Δημήτρη Κουφοντίνα “13 Απαντήσεις. Μια συζήτηση με τον Τάσο Παππα (Εκδόσεις Μονοπάτι. Αθήνα, 2016).

Η ιταλική έκδοση τιτλοφορείται “Η Επαναστατική Οργάνωση 17 Νοέμβρη. 13 Απαντήσεις από τη φυλακή”, μεταφράστηκε στα ιταλικά από τον Λέων Βλάσση και εκτός από τον Πρόλογο του Γιώργου Σταματόπουλου και την Εισαγωγή του Τάσου Παππά περιλαμβάνει επίσης το ακόλουθο υλικό.

Βάστα καλά, βάστα γερά παντοτινέ Αντάρτη!” από “έναν ανώνυμο και ανένταχτο αριστερό ψαρά της γενιάς των “Λαμπράκηδων” και του 114”.

Εισαγωγή του Πασκουάλε Αμπατάντζελο, πρώην πολιτικού κρατούμενου στις ιταλικές ειδικές φυλακές, μέλους των Ένοπλων Προλεταριακών Πυρήνων – Nuclei Armati Proletari (NAP) και έπειτα των Κόκκινων Ταξιαρχιών – Brigate Rosse (Β.R), ο οποίος εξέτισε 20 χρόνια εγκλεισμού, 6 χρόνια ημιελευθερίας και 4 χρόνια επιτηρούμενης ελευθερίας χωρίς ποτέ να μετανοήσει, ούτε να διαχωριστεί. Στα ελληνικά κυκλοφορεί η αυτοβιογραφία του “Έτρεχα και σκεφτόμουν την Άννα. Μια ιστορία της δεκαετίας του ‘70” (Εκδόσεις Διάδοση. Αθήνα, 2020).

-Σημειώσεις του Μεταφραστή.

-Σημείωμα των εκδόσεων PGreco στο οπισθόφυλλο της ιταλικής έκδοσης.


Βάστα καλά, βάστα γερά παντοτινέ Αντάρτη!

Πάλι την πέτρα τη βαριά,
του Σίσυφου την πέτρα
πήρες στους ώμους και σηκώνεις.
Πονάς μα δε λυγίζεις.

Αδιάκοπος ανήφορος
η στράτα που διαβαίνεις
και για ταμπούρι αψηλό
όρθωσες το ίδιο το κορμί σου.

Ώρα την ώρα
μερόνυχτα, βδομάδες ολάκερες
καίγεσαι και λιώνεις
μα δεν σβήνεις και φωτίζεις

σηκώνεσαι ψηλά
νικάς τους δήμιους σου.

Βάστα καλά
Βάστα γερά παντοτινέ Αντάρτη!

Το όνομα σου και πάλι σημαία και σύνθημα
στα χείλη και τις καρδιές
του απροσκύνητου Ανθού αυτού του τόπου

μπροστά στις αύρες και τα δακρυγόνα
τις ασπίδες και τα ρόπαλα
στην Πανεπιστημίου και τη Σταδίου
το Σύνταγμα και την Ομόνοια

στη χώρα και τον κόσμο.

Αδελφικά σου γνέφουν

τα αετόπουλα από τα κορφοβούνια
και οι σαλταδόροι των πόλεων

οι γερόντοι από το Μακρονήσι
και οι εκτελεσμένοι της Καισαριανής

οι βασανισμένοι και οι σακατεμένοι
στην ταράτσα της Μπουμπουλίνας
και το δωδέκατο όροφο της ΓΑΔΑ

ο Μπελογιάννης, ο Πέτρουλας, ο Παναγούλης
ο Κασίμης, ο Τσουτσουβής, ο Φούντας

ο Μπόμπυ Σαντς, ο Χόλγκερ Μάινς
και οι Τούρκοι σύντροφοι.

Από όπου και όπου ο Αγώνας αναπνέει
Αδελφικά σου γνέφουν.

Βάστα καλά
Βάστα γερά παντοτινέ Αντάρτη!

Το γαλάζιο του Σαρωνικού στέκει εκεί
και στη Χαλικιάδα σα να περιμένει

άσβηστα τα μάτια σου πάλι να το αρμέξουν.

Βάστα καλά
Βάστα γερά Δημήτρη Κουφοντίνα!

Έτσι ή αλλιώς, τους έχεις ήδη νικήσει…

Αίγινα, ξημερώματα 23/2/2021

Ένα ποίημα “ενός ανώνυμου και ανένταχτου αριστερού ψαρά της γενιάς των “Λαμπράκηδων” και του 114” που δημοσιεύθηκε διαδικτυακά κατά τη διάρκεια της τελευταίας απεργίας πείνας του Δημήτρη Κουφοντίνα στις ελληνικές φυλακές που ξεκίνησε στις 8 Γενάρη και έληξε στις 14 Μάρτη 2021.

Μετά το τέλος αυτού του σκληρού αγώνα του, εξαιτίας της στέρησης των απαραίτητων φυσιοθεραπειών και των υπόλοιπων ιατρικών φροντίδων, η κατάσταση της υγείας του Δημήτρη βρίσκεται ακόμα σε δύσκολη φάση, κάτι που δεν τού επέτρεψε να γράψει, όπως και ο ίδιος ήθελε, το εισαγωγικό σημείωμα γι’ αυτήν την ιταλική έκδοση των “13 Απαντήσεων” του.

Εισαγωγή του Πασκουάλε Αμπατάντζελο

Ο Δημήτρης Κουφοντίνας, ο οποίος σήμερα είναι μεγαλύτερος από 60 χρονών, υπήρξε σημαντικό μέλος της Επαναστατικής Οργάνωσης 17 Νοέμβρη που γεννήθηκε το 1975 και παρέμεινε ενεργή μέχρι το 2002. Μια Επαναστατική Οργάνωση που πήρε το όνομα της αναφερόμενη στη σφαγή των φοιτητών που διαπράχθηκε από το καθεστώς των συνταγματαρχών στις 17 Νοέμβρη 1973, κατά τη διάρκεια της φοιτητικής εξέγερσης.

Ο Δημήτρης έχει εκτίσει σχεδόν 19 χρόνια φυλάκισης, τα περισσότερα από τα οποία σε ένα υπόγειο κελί μιας φυλακής, για τις ισόβιες καταδίκες που τού επιβλήθηκαν εξαιτίας της επαναστατικής στράτευσης του. Το όνομα του επέστρεψε στην επιφάνεια της δημοσιότητας όταν στις 8 του περασμένου Γενάρη ξεκίνησε μια απεργία πείνας, έτσι ώστε να διαμαρτυρηθεί ενάντια στη μεταγωγή του, από αγροτική φυλακή στη φυλακή υψίστης ασφαλείας του Δομοκού, μακριά από τους συγγενείς του, και με παραβίαση ακόμα και της ίδιας της άτιμης σωφρονιστικής μεταρρύθμισης με αναδρομική ισχύ από την κυβέρνηση Μητσοτάκη, που ψηφίστηκε στο ελληνικό κοινοβούλιο τον περασμένο Δεκέμβρη από τη συντηρητική πλειοψηφία. Σύμφωνα με όσα προβλέπει αυτός ο νόμος, ο Δημήτρης θα έπρεπε να μεταχθεί στην αθηναϊκή φυλακή του Κορυδαλλού, όπου και πέρασε στα υπόγεια κελιά της όλη τη φυλάκιση του μέχρι τη μεταγωγή του σε αγροτική φυλακή.

Η απεργία πείνας διήρκησε περισσότερο από δυο μήνες πυροδοτώντας μυριάδες πρωτοβουλιών αλληλεγγύης και μαζικών κινητοποιήσεων στην Ελλάδα και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Ο Δημήτρης έληξε την απεργία πείνας στις 14 του περασμένου Μάρτη, λαμβάνοντας υπ’ όψη τις εκκλήσεις που τού απευθύνανε πάρα πολλοί αλληλέγγυοι σύντροφοι. Το έκανε με μια δήλωση του, με την οποία κατέληγε: “Αυτό που γίνεται εκεί έξω είναι πολύ πιο σημαντικό από αυτό για το οποίο ξεκίνησε. Μπροστά στη δύναμη αυτών των αγώνων, δηλώνω απ’ τη μεριά μου ότι με την καρδιά και το μυαλό είμαι κι εγώ εκεί, ανάμεσά σας”.

Η κυκλοφορία αυτού του βιβλίου από τις εκδόσεις PGreco έχει την αξία της αφού γνωρίζει στους Ιταλούς συντρόφους την πολιτική σκέψη του Δημήτρη, ενώ δίνει τη δυνατότητα -σε όποιον ενδιαφέρεται- για μια σύγκριση ανάμεσα σε δυο σημαντικές εμπειρίες: εκείνη του επαναστατικού κινήματος στην Ελλάδα με την αντίστοιχη ιταλική των δεκαετιών 1970-80. Από αυτή τη σύγκριση φαίνονται εξαρχής ξεκάθαρες οι πολλές αναλογίες που χαρακτήρισαν αυτές τις δυο εμπειρίες επαναστατικού αγώνα. Άλλωστε, αυτές τις αναλογίες τις συναντάμε συχνά μέσα στην ιστορία της πάλης των τάξεων αυτών των δυο χωρών. Επομένως, περισσότερο από μια πρωτοτυπία αποτελούν μια επιβεβαίωση του γεγονότος ότι οι προβληματικές που καλούνται ν’ αντιμετωπίσουν τα επαναστατικά κινήματα στη δυτική Ευρώπη είναι πολύ παρόμοιες, ενώ συχνά είναι πανομοιότυπες.

Η συνέντευξη του Τάσου Παππά με τον Δημήτρη Κουφοντίνα αποτελεί μια μαρτυρία, πλούσια σε ενδιαφέροντα στοιχεία, αφού τίθεται ένα ευρύ φάσμα προβληματισμών που παραμένουν επίκαιροι για όποιον προτίθεται ν’ αλλάξει την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων και θέλει ν’ αγωνιστεί ενάντια στο αρπακτικό καπιταλιστικό – ιμπεριαλιστικό σύστημα, για όποιον νιώθει και έχει συνείδηση της αναγκαιότητας για μια διαφορετική κοινωνική οργάνωση της ζωής και σκοπεύει να ζήσει σε μια κοινωνία που θα κοιτάει με πρόνοια προς τις μελλοντικές γενιές, σε μια κοινωνία απελευθερωμένη από τις αλυσίδες της ατομικής ιδιοκτησίας, του κέρδους και της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, για όποιον δεν έπαψε να ονειρεύεται ότι μπορεί να ζήσει σε μια κοινωνία βασισμένη στην κοινωνική δικαιοσύνη, την αλληλεγγύη και την ελευθερία, με σεβασμό στις άλλες μορφές ζωής και τη φύση.

Για όλους αυτούς του λόγους, πρόκειται για ένα βιβλίο που μας αφορά εκ του σύνεγγυς, ένα βιβλίο το οποίο δεν μπορούμε να αγνοήσουμε, αφού είναι πλούσιο σε θεωρητικούς στοχασμούς γύρω από μια σημαντική και μακρόχρονη επαναστατική εμπειρία, όπως αυτή της 17 Νοέμβρη, γραμμένο από ένα σημαντικό στρατευμένο επαναστάτη που συμμετείχε σε αυτήν χωρίς ποτέ να μετανοήσει, να διαχωριστεί ή να παραιτηθεί.

Στο σύνολο τους, οι 13 απαντήσεις του Δημήτρη Κουφοντίνα στις ερωτήσεις του Τάσου Παππά συνθέτουν ένα αξιοσημείωτο γραπτό ως προς τα πολιτικά, ηθικά και ιστορικά περιεχόμενα του, τα οποία συνοδεύονται σταθερά από συγκεκριμένες φιλοσοφικές, ποιητικές και λογοτεχνικές αναφορές που πλουτίζουν το κείμενο και αποκαλύπτουν το πολιτισμικό εύρος του Δημήτρη.

Τα ζητήματα που τίθενται σε αυτό το βιβλίο – συνέντευξη σχετίζονται συνολικά με την επαναστατική στράτευση. Κινούνται από το ζήτημα των νόμων του πολέμου και της εφαρμογής τους μέσα από την επαναστατική πρακτική μέχρι τους προβληματισμούς που σχετίζονται με τη ζωή στην παρανομία. Παίρνει θέση σχετικά με τους λόγους για τους οποίους μέσα σ’ ένα επαναστατικό κίνημα δεν είναι όλοι διατεθειμένοι “να διαβούν το Ρουβίκωνα”, για το πρόβλημα της προδοσίας, του διαχωρισμού και της παραίτησης. Στοχάζεται γύρω από το συνδυασμό των διάφορων μορφών πάλης, του πολιτικού αγώνα με τον ένοπλο αγώνα, γύρω από τη σχέση ανάμεσα στη θεσμική αριστερά και την επαναστατική αριστερά, ανάμεσα στον ρεφορμισμό και την επανάσταση, ανάμεσα στο ρεβιζιονισμό και το μαρξισμό. Τίθενται ζητήματα όπως οι σχέσεις ανάμεσα στη θεωρία και την πρακτική, ανάμεσα στον προγραμματισμό και την εφαρμογή των σχεδίων, ανάμεσα στα μέσα και τους σκοπούς του αγώνα. Στοχάζεται γύρω από τη σημασία που έχουν τα μαθήματα που παραδίδονται από τις ιστορικές επαναστατικές εμπειρίες προς τις νεότερες γενιές, γύρω από τη σχέση ανάμεσα στη συνέχεια και την ασυνέχεια των επαναστατικών διαδικασιών και των κύκλων αγώνα, γύρω από τους λόγους για τους οποίους οι έννοιες της Δημοκρατίας και του Καπιταλισμού είναι ασύμβατες, γύρω από την ταυτότητα και τις σχέσεις που αναπτύσσονται μέσα στη φυλακή, ανάμεσα στους πολιτικούς και τους κοινούς κρατούμενους.

Όλα αυτά αντιμετωπίζονται και αναλύονται από τον Δημήτρη με ειλικρίνεια και γνώση του ζητήματος, χωρίς υποκρισίες και αποσιωπήσεις. Στα διάφορα θέματα που τού τίθενται, ο Δημήτρης εκθέτει το δικό του πολιτικό σκεπτικό, μέσα από μια εκπληκτική διήγηση που φανερώνει τη βαθιά ανθρώπινη ευαισθησία και την πολιτική συνέπεια που τον συνοδεύουν σε όλη την πορεία της ύπαρξης του, τόσο ως “ελεύθερο” άνθρωπο όσο και ως πολιτικό κρατούμενο. Όχι τυχαία, όταν ο Τάσος τον ρωτάει πως συνέβη και “την εποχή εκείνη πάρα πολλοί πίστευαν τα ίδια πράγματα, συνεγείρονταν από τις ίδιες ιδέες, μισούσαν τα ίδια σύμβολα, είχαν τις ίδιες προσδοκίες”, έπειτα όμως δεν έκαναν τις ίδιες επιλογές και μονάχα λίγοι διάβηκαν το Ρουβίκωνα, ο Δημήτρης απαντάει: Την κρίσιμη στιγμή ο καθένας επιλέγει την όχθη του ποταμού όπου θα σταθεί, την όχθη της ιστορίας όπου θα σταθεί. Και αυτό δεν αφορά μόνο την επιλογή της ένοπλης πάλης, αφορά την επιλογή της πολιτικής δέσμευσης που έχει πάντα προσωπικό κόστος”.

Ένα άλλο παράδειγμα το έχουμε όταν ο συνεντευξιαστής, αναφερόμενος στο συμβάν της πρόωρης έκρηξης της βόμβας στα χέρια του Σάββα Ξηρού που στη συνέχεια οδήγησε στην εξάρθρωση της 17 Νοέμβρη, μέσω των πληροφοριών που τού αποσπάστηκαν έπειτα από βασανιστήρια, ρωτάει τον Δημήτρη “γιατί εκείνη την κρίσιμη στιγμή στον Πειραιά δεν λειτούργησες όπως ορίζει η επαναστατική πρακτική. Γιατί, δηλαδή, όταν διαπίστωσες ότι ο Σάββας δεν μπορεί να μετακινηθεί, δεν τον εξουδετέρωσες για να μην πέσει στα χέρια της αστυνομίας;”. Η απάντηση του Δημήτρη σε αυτήν την ερώτηση, πάλι τα ίδια θα ‘κανα”, αποδεικνύει ταυτόχρονα τόσο τη συνέπεια του μαχόμενου επαναστάτη, που δεν αφήνεται να επηρεαστεί από το “εκ των υστέρων” όταν καλείται να λογαριαστεί με την ιστορία του και τις δράσεις του, όσο και την ευαισθησία και την ανθρωπιά των επαναστατικών ιδανικών που τόν ώθησαν ώστε να βάλει πιο μπροστά τις κοινωνικές, ηθικές και ανθρώπινες αξίες από την προσωπική ασφάλεια του καθώς και από εκείνη της ίδιας της οργάνωσης του, η οποία -εκτός των άλλων- προέβλεπε και συμφωνούσε ότι σε περιστατικά αυτού του είδους θα έπρεπε να κινηθεί με αυτόν τον τρόπο. Σε τελική ανάλυση, ο Δημήτρης και οι άλλοι στρατευμένοι επαναστάτες της 17 Νοέμβρη είχαν ήδη θέσει ως ενδεχόμενο την απώλεια της ίδιας της ζωής τους από όταν επέλεξαν να αγωνιστούν με τα όπλα ενάντια στο νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό και τον ιμπεριαλισμό. Είχαν απόλυτη συνείδηση αυτού του γεγονότος. Προς επιβεβαίωση, λίγο πιο κάτω ο Δημήτρης διευκρινίζει:Φυσικά παίρνουμε μέρος στον κοινωνικό πόλεμο και, όπως σε κάθε πόλεμο, υπάρχουν κανόνες, νόμοι και αναγκαιότητες που δεν μπορείς να αγνοήσεις δίχως συνέπειες. Όμως δεν ήμαστε απλά μαχητές, αλλά επαναστάτες μαχητές, και ο σκοπός της ανθρώπινης κοινωνίας που ονειρευόμαστε πρέπει, όσο το πιο πολύ, να προεικονίζεται στην τωρινή δράση”. Οι επαναστάτες δεν είναι άνθρωποι – μηχανές και “η αφοσίωση στην επανάσταση δεν συνεπάγεται την άρνηση των ανθρωπίνων σχέσεων. Όποιος αγωνίζεται καθοδηγείται από βαθιά αισθήματα ανθρωπιάς, “αν και τελικά αυτές οι ρίζες είναι πραγματικά το αδύνατο σημείο του αγωνιστή, ο βασανιστής το ξέρει και εκεί ακριβώς, είναι που μπήγει το μαχαίρι”.

Προσωπικά, κατά τη διάρκεια της εμπειρίας μου ως στρατευμένος επαναστάτης των Ένοπλων Προλεταριακών Πυρήνων (ΝΑΡ) και των Κόκκινων Ταξιαρχιών (BR), βρέθηκα να βιώνω πάνω από μια φορά καταστάσεις αυτού του είδους. Αρκεί από μόνο του, το συμβάν στην πλατεία Αλμπέρτι στη Φλωρεντία, όταν κατά τη διάρκεια ανταλλαγής πυροβολισμών με τους Καραμπινιέρους, μετά από μια προλεταριακή απαλλοτρίωση μιας Τράπεζας για τη χρηματοδότηση των NAP, ο Λούκα Μαντίνι και ο Σέρτζιο Ρομέο έχασαν τη ζωή τους, στην προσπάθεια τους να μαζέψουν και να διασώσουν ένα τραυματισμένο σύντροφο.

Στην επαναστατική πρακτική μπορεί να προκύψει να πρέπει να αποφασίσεις μέσα σε λίγες στιγμές αν θα τηρήσεις τους κανόνες και τους νόμους του πολέμου, ή αν θα βάλεις μπροστά τις ηθικές, κοινωνικές και ανθρώπινες αξίες, για τις οποίες και μάχεσαι. Για έναν στρατευμένο επαναστάτη δεν πρόκειται ποτέ για μια εύκολη επιλογή. Πρόκειται για μια επιλογή, η οποία -σε κάθε περίπτωση- δεν μπορεί ποτέ να κριθεί ξέχωρα από το συγκεκριμένο ιστορικό, πολιτικό, κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο της. Πράγματι, δεν είναι το ίδιο να μάχεσαι σε μια χώρα που τελεί υπό στρατιωτική δικτατορία, όπου το καθεστώς περηφανεύεται χωρίς μισόλογα για τα βασανιστήρια των επαναστατών, τα οποία συστηματικά ολοκληρώνονται με το θάνατο του κρατούμενου, με το να μάχεσαι σε μια “δημοκρατική” χώρα, η οποία περιορίζεται στα βασανιστήρια των πολιτικών κρατουμένων μέσω τεχνικών λιγότερο στυγνών, πιο εκλεπτυσμένων, έτσι ώστε να μην αφήνουν σημάδια και να αποφεύγεται η πρόκληση θανάτου του κρατούμενου. Στην πρώτη περίπτωση, σε αντίθεση με τη δεύτερη, δεν έχει κανένα νόημα να αφήσεις ζωντανό στα χέρια του εχθρού έναν βαριά τραυματισμένο σύντροφο, αφού δεν έτσι δεν θα τού σώσεις ούτε καν τη ζωή.

Ο Δημήτρης από αυτό το συμβάν ανακαλεί το μάθημα σύμφωνα με το οποίο “οι βόμβες μπορούσαν να γίνουν αμερόληπτες: Να χτυπήσουν και τον ίδιο τον κατασκευαστή τους”. Αυτή είναι μια πικρή αλήθεια με την οποία αναμετρήθηκαν και άλλες μαχόμενες επαναστατικές οργανώσεις. Μια αλήθεια που προκάλεσε το θάνατο πάρα πολλών επαναστατών. Για όλους αυτούς, αρκεί να θυμηθούμε τους συντρόφους Γιώργο Τσικουρή, Έλενα Αντζελόνι, Τζιαντζάκομο Φελτρινέλλι, Βιταλιάνο Πρίντσιπε και Τζιοβάννι Τάρας.

Μέσα από αυτό το βιβλίο, ο Δημήτρης μας παραδίδει αυτή που ο ίδιος περιγράφει ως την παρακαταθήκη της Επαναστατικής Οργάνωσης 17 Νοέμβρη. Μια παρακαταθήκη που απευθύνεται κυρίως στις νέες γενιές, ώστε η δική του επαναστατική εμπειρία να μη θεωρείται μια χαμένη υπόθεση, μια ήττα χωρίς αντίκρισμα. Τουναντίον, την θεωρεί ως ένα σημαντικό σταθμό μέσα στην ιστορία της επαναστατικής διαδικασίας. Γι’ αυτό άλλωστε, στοιχηματίζοντας γύρω από τους μακρούς χρόνους της ιστορίας, την διεκδικεί με υπερηφάνεια και σε πρώτο πρόσωπο, αναλαμβάνοντας ολόκληρη την πολιτική ευθύνη, από την αρχή ως το τέλος. Και αυτό συνεχίζει να κάνει μέχρι και σήμερα, έπειτα από σχεδόν 19 χρόνια φυλάκισης, με πίστη και συνέπεια, χωρίς ποτέ να παραπονεθεί.

Είναι και αυτός ο λόγος που συμβάλει ώστε η 17 Νοέμβρη να συνεχίζει να ζει μέχρι και σήμερα μέσα στην ταξική μνήμη και να αιωρείται στην ατμόσφαιρα ως ένας εφιάλτης για το καθεστώς. Ένας εφιάλτης που αιωρείται πάνω από όλη την Ευρώπη και τον περασμένο Μάρτη, σε αλληλεγγύη με τον αγώνα του Δημήτρη Κουφοντίνα, τρεις πορείες δέκα χιλιάδων ανθρώπων, για τρεις συνεχόμενες ημέρες διέσχισαν το κέντρο της ελληνικής πρωτεύουσας, έχοντας στην κεφαλή τους ένα πανό με το σύνθημα “ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ 17 ΝΟΕΜΒΡΗ!”.

Ιούνης 2021

Σημειώσεις του Μεταφραστή

[1] Ο Επαναστατικός Λαϊκός Αγώνας (ΕΛΑ) σχηματίζεται το 1975, στη φουσκοθαλασσιά της Μεταπολίτευσης, δηλαδή στη μετάβαση από τη στρατιωτική δικτατορία στο κοινοβουλευτικό καθεστώς της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας. Με την επιθετική αντικαπιταλιστική – αντιιμπεριαλιστική δράση του αποτέλεσε -πιθανότατα- την πλέον πολυάριθμη και “κινηματική” συνιστώσα του χώρου της ένοπλης πάλης, κατά τη διάρκεια μιας περιόδου ριζοσπαστικοποίησης των εργατικών, κοινωνικών και φοιτητικών αγώνων. Έχει θεωρηθεί η μητρική οργάνωση πολλών μικρότερων ένοπλων οργανώσεων που έδρασαν στην Ελλάδα, κυρίως στην Αθήνα, από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 και καθ’ όλη τη διάρκεια εκείνης του ‘80. Ο ΕΛΑ θα τερματίσει τη δράση του το Γενάρη του 1995, με μια προκήρυξη στην οποία ανακοινώνει τον τερματισμό της διαδρομής του. Μέσα στο αντιτρομοκρατικό κλίμα ασφάλειας που δημιούργηθηκε στην Ελλάδα πριν την Ολυμπιάδα του 2004, και μετά τις συλλήψεις και το τέλος της 17 Νοέμβρη, για την δράση του ΕΛΑ θα πραγματοποιηθούν πέντε συλλήψεις και στην δίκη σε πρώτο βαθμό, η οποία ολοκληρώθηκε στις 11/11/2004, θα επιβληθούν τέσσερις καταδίκες σε είκοσι πέντε χρόνια κάθειρξης. Κατά τη διάρκεια της δίκης, ο Χρήστος Τσιγαρίδας, ο οποίος πέθανε σε ηλικία 80 χρόνων στις 10/6/2019, ανέλαβε την πολιτική ευθύνη της ένταξης και της συμμετοχής του στις δραστηριότητες της οργάνωσης. Στη δίκη σε δεύτερο βαθμό, η οποία ολοκληρώθηκε την 1/6/2005, το Εφετείο της Αθήνας αθώωσε (κατά πλειοψηφία) όλους τους κατηγορούμενους.

[2] Ο Εθνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός (ΕΛΑΣ) ιδρύθηκε στις 16/2/1942 και αποτέλεσε τον ένοπλο βραχίονα του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου (ΕΑΜ), της συμμαχίας που είχε ιδρυθεί στις 27/9/1941 στην Αθήνα υπό την καθοδήγηση του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας (ΚΚΕ), μέσα στον αγώνα ενάντια στην τριπλή (γερμανική, ιταλική, βουλγαρική) ναζιστική – φασιστική κατοχή, την κυβέρνηση των ανδρείκελων της και τους συνεργάτες τους. Ο Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας (ΔΣΕ) ιδρύθηκε από το ΚΚΕ το 1946 και θα πολεμήσει ενάντια στη νέα (ευρωατλαντική) κατοχή μέχρι το καλοκαίρι του 1949, όταν πολλές χιλιάδες μαχητών και μαχητριών του θα περάσουν, μέσω Αλβανίας, στις χώρες του νεοσυσταθέντος σοβιετικού μπλοκ, από όπου πολλοί και πολλές δεν θα επιστρέψουν ποτέ, ενώ πολλοί και πολλές θα επαναπατριστούν έπειτα από περισσότερα από τριάντα χρόνια.

[3] Το επικό έργο για τον Βασίλειο Διγενή Ακρίτα θεωρείται το παλιότερο κείμενο της νεοελληνικής λογοτεχνίας (γράφτηκε ανάμεσα στον 9ο και το 10ο αιώνα μ.Χ). Το Έπος αναφέρεται σ’ έναν από τους ακρίτες, τους φρουρούς που φυλούσαν τα βυζαντινά σύνορα, ο οποίος πήρε το όνομα Διγενής (δηλαδή από δύο γένη) επειδή η μητέρα του ήταν η κόρη ενός βυζαντινού στρατηγού και ο πατέρας του ήταν ένας εμίρης από τη Συρία.

[4] Ο Χρήστος Κασσίμης, στρατευμένος της μαχόμενης οργάνωσης 20η Οκτώβρη στους καιρούς της στρατιωτικής δικτατορίας και ένας από τους ιδρυτές, το 1975, του ΕΛΑ και του περιοδικού Αντιπληροφόρηση, θα δολοφονηθεί από τους αστυνομικούς με πολιτικά Πλέσσα και Στεργίου στις 19/10/1977, κατά τη διάρκεια μιας ενέργειας της οργάνωσης ενάντια στις εγκαταστάσεις της γερμανικής εταιρίας AEG στην αθηναϊκή συνοικία του Ρέντη. Την προηγούμενη νύχτα, το Κράτος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας είχε δολοφονήσει στην ειδική φυλακή του Σταμχάιμ τους Αντρέας Μπάαντερ, Γκούντρουν Έλσιν και Γιαν Καρλ Ράσπε, μέλη της Φράξιας Κόκκινος Στρατός –Rote Armee Fraktion (RAF).

[5] Η Φιλική Εταιρεία ήταν μια από τις μυστικές εταιρείες που σχηματίστηκαν την εποχή των επαναστάσεων του 19ου αιώνα ανάμεσα στις διάφορες εθνότητες των Βαλκανίων, κατά τη διάρκεια της τελευταίας περιόδου της οθωμανικής κατοχής. Ιδρύθηκε στη Μαύρη Θάλασσα, στην Οδησσό στις 14/9/1814 από τους Ν.Σκουφά, Α.Τσακάλωφ και Ε.Ξάνθο. Ιστορικά, η Φιλική Εταιρεία θεωρείται ως η ξεκάθαρη έκφραση της ιδεολογίας της εθνικής απελευθέρωσης και διαδραμάτισε βασικό ρόλο στην προετοιμασία της εξέγερσης του 1821 καθώς στη δυναμική που αναπτύχθηκε μέσα στην επανάσταση της ελληνικής ανεξαρτησίας.

[6] Το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα (ΠΑΣΟΚ) ιδρύθηκε στις 3/9/1974, μετά την πτώση της στρατιωτικής δικτατορίας, βασικά ως διάδοχο κόμμα της αντιδικτατορικής μαχόμενης οργάνωσης Πανελλήνιο Απελευθερωτικό Κίνημα (ΠΑΚ) από τον Ανδρέα Παπανδρέου, οικονομολόγο και καθηγητή πανεπιστημίου στις ΗΠΑ, πρώην βουλευτή (στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 1960) και “ηγέτη της αριστερής τάσης” του κόμματος της Ένωσης Κέντρου (ΕΚ), του πατέρα του Γεωργίου Παπανδρέου. Πρόκειται για τον παλιό πολιτικό που είχε αναλάβει την πρωθυπουργία στην πρώτη κυβέρνηση “εθνικής ενότητας”, η οποία επιβλήθηκε μετά την εθνική απελευθέρωση από τον ναζισμό – φασισμό, κατά τη διάρκεια του περάσματος στον εμφύλιο πόλεμο, μέσω της οποίας οι ευρωατλαντικές δυνάμεις και οι Έλληνες αντικομμουνιστές συνεργάτες τους επέβαλαν, στην ελληνική χερσόνησο και τα νησιά της, “την τάξη της Γιάλτας”. Στη Διακήρυξη της 3ης Σεπτέμβρη του 1974 το ΠΑΣΟΚ υπογράμμιζε τους σκοπούς του μέσα από τρεις βασικούς στόχους: “Εθνική Ανεξαρτησία. Λαϊκή Κυριαρχία. Κοινωνική Απελευθέρωση”. Μετά τη νίκη του στις εκλογές του Οκτώβρη του 1981 θα κυβερνήσει καθόλη τη διάρκεια της δεκαετίας, ενώ τη διετία 1989-90 θα συμμετάσχει σε κυβέρνηση συνεργασίας.

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990, μετά την εκλογική νίκη του κόμματος της δεξιάς “Νέα Δημοκρατία” (ΝΔ), θα βρεθεί στην αντιπολίτευση και στη συνέχεια θα αναδειχτεί και πάλι σε κυβέρνηση. Μετά το θάνατο του αδιαμφισβήτητου ηγέτη του το 1996, νέος πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ θα εκλεγεί -έπειτα από ένα επεισοδιακό κομματικό συνέδριο- ο Κώστας Σημίτης. Υπό την ηγεσία αυτού τουκυνικού υπαλλήλου του κεφαλαίου που παρίστανε τον πρωθυπουργό(πρώην πολιτικού εξόριστου και καταδικασμένου -στους καιρούς της στρατιωτικής δικτατορίας- για δυναμιτιστικές ενέργειες), στον οποίο αναφέρεται ο συγγραφέας, θα είναι το κυβερνητικό κόμμα που θα υπογράψει την είσοδο της Ελλάδας στην Οικονομική Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ) της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) και το πέρασμα από τη δραχμή στο ευρώ, πριν να χάσει (από τη ΝΔ) τις εκλογές του 2004. Το ΠΑΣΟΚ θα επιστρέψει στην κυβέρνηση το 2009 και ο νέος πρόεδρός του, γιος του ιδρυτή του, Γιώργος Παπανδρέου θα είναι ο πρωθυπουργός εκείνος που την άνοιξη του 2010 θα υπογράψει το πρώτο μνημόνιο “οικονομικής διάσωσης” με την ΕΕ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), πριν να αντικατασταθεί από “συμμαχική τεχνοκρατική κυβέρνηση” με πρωθυπουργό τον “άνθρωπο των αγορών” και πρώην διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας Λουκά Παπαδήμο. Κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας του “αίματος και των δακρύων”, το ΠΑΣΟΚ έχασε μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων του που μετακινήθηκαν κυρίως στο Συνασπισμό Ριζοσπαστικής Αριστεράς (ΣΥΡΙΖΑ). Αφού άλλαξε το όνομά του σε Κίνημα Αλλαγής (ΚΙΝΑΛ), συνεχίζει να εκλέγεται ως μικρότερο κόμμα. Στις εκλογές του Ιούλη του 2019, απέσπασε 8,1% και εξέλεξε 22 από τους 300 βουλευτές του κοινοβουλίου.

[7] Θεόδωρος Κολοκοτρώνης (1770-1843): ένας από τους αδιαμφισβήτητους στρατιωτικούς ηγέτες της ελληνικής επανάστασης του 1921, γνωστός ως ο Γέρος του Μορία.

[8] Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά (ΕΔΑ): κόμμα που ιδρύθηκε το 1951, δυο χρόνια μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου, μετά από πρωτοβουλία του ΚΚΕ -που είχε τεθεί εκτός νόμου το 1947- και σε συνεργασία με διάφορα μικρότερα κόμματα της “κεντροαριστεράς”, έχοντας ως βασικά προτάγματα και στόχους: “Δημοκρατία. Ειρήνη. Αμνηστία”. Στις εκλογές του 1958 θα αποσπάσει το 24,4% και θα αναδειχθεί σε αξιωματική αντιπολίτευση, όντας το δεύτερο κοινοβουλευτικό κόμμα. Οι διώξεις, οι εξορίες, οι συλλήψεις και οι βιαιοπραγίες ενάντια στα χιλιάδες μέλη και τους συμπαθούντες του, μέσα σε ένα κλίμα τρόμου από πλευράς της αστυνομίας και των παρακρατικών ομάδων του “Κράτους της δεξιάς” θα χαρακτηρίσουν όλη την περίοδο εκείνων των χρόνων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων της δικτατορίας των συνταγματαρχών (1967-74). Η δολοφονία του βουλευτή της Γρηγόρη Λαμπράκη στις 22/5/1963 στη Θεσσαλονίκη, από μια παρακρατική ακροδεξιά συμμορία υπό την κάλυψη της αστυνομίας, εξιστορείται στην ταινία του Κώστα Γαβρά “Ζ. Το όργιο της εξουσίας”.

[9] Στις 26/9/1989 στο κέντρο της Αθήνας η 17 Νοέμβρη πυροβολεί θανάσιμα τον Παύλο Μπακογιάννη, κοινοβουλευτικό εκπρόσωπο του κόμματος της δεξιάς ΝΔ και γαμπρό του αρχηγού της Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, ο οποίος μετά τις εκλογές του Απρίλη του 1990 θα εκλεγεί πρωθυπουργός. Η σύζυγος του Μπακογιάννη, Ντόρα, αδελφή του σημερινού αρχηγού της ΝΔ και πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, θα εκλεγεί στα χρόνια που θ’ ακολουθήσουν βουλευτίνα και δήμαρχος της Αθήνας, φτάνοντας ν’ αναλάβει το υπουργείο Εξωτερικών. Ο γιος της Κώστας Μπακογιάννης είναι ο σημερινός δήμαρχος της Αθήνας. Σε μια από τις προκηρύξεις της, η 17Ν ανέφερε -μεταξύ άλλων- ότι ο Μπακογιάννης ήταν ένας από αυτούς που βοήθησαν τον Κοσκωτά στις πρώτες επιχειρηματικές διαπλοκές του: Αποφασίσαμε λοιπόν να εκτελέσουμε τον απατεώνα και ληστή των χρημάτων του λαού Μπακογιάννη. Ο κύριος αυτός είναι υπεύθυνος όχι μόνο γιατί έκλεψε τα πρώτα 60 εκατομμύρια του ιδρυτικού κεφαλαίου της Γραμμής. Αλλά και για τις εκατοντάδες εκατομμύρια που είτε έκλεψε μαζί με τον συνεργάτη του Κοσκωτά για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της Γραμμής αλλά και για την αγορά μέσω της Γραμμής της Τράπεζας Κρήτης, είτε εισέπραξε σαν αντίτιμο απ’ τα κλεμμένα του Κοσκωτά, για την ανεκτίμητη συνεργασία του κι εκδούλευση, χωρίς τις οποίες δεν θα μπορούσε να μεταμορφωθεί ούτε σε εκδότη ούτε σε τραπεζίτη. Ο Μπακογιάννης υπήρξε ο κύριος και βασικός συνεργάτης του Κοσκωτά και άρα συνένοχος του στην πρώτη φάση της σταδιοδρομίας του που υπήρξε καθοριστική για τη μετέπειτα αναρίχησή του στις κορυφές του εκδοτικού και τραπεζικού κατεστημένου”.

Απόσπασμα από Ilio. Οι Απλοί Λαϊκοί Αγωνιστές. Ιστορία της Επαναστατικής Οργάνωσης 17 Νοέμβρη στη μεταδικτατορική Ελλάδα (19752002)”. Εκδόσεις Senza Censura. Μπολόνια, 2009.

[10] Χαΐνηδες: ομάδες ατάκτων χριστιανών ορθόδοξων ανταρτών που δημιουργήθηκαν και έδρασαν στην Κρήτη, κατά τη διάρκεια της περιόδου της οθωμανικής κατοχής του νησιού.

[11] Στις 8/5/1989, η 17Ν χτυπάει με εκρηκτικό μηχανισμό, στο πολυτελές αθηναϊκό προάστιο της Φιλοθέης, τη θωρακισμένη λιμουζίνα του Γιώργου Πέτσου, ο οποίος και θα τραυματιστεί ελαφρά. Ο Πέτσος ήταν βουλευτής του ΠΑΣΟΚ και πρώην υπουργός στις διάφορες κυβερνήσεις του Ανδρέα Παπανδρέου κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980. Στην προκήρυξη με την οποία η 17Ν αναλάμβανε την ευθύνη της ενέργειας, κατηγορούσε τον Πέτσο πως είχε λάβει μίζες σχετικές με το εμπόριο όπλων όσο ήταν υπουργός Άμυνας καθώς και για την εμπλοκή του στο σκάνδαλο της Τράπεζας Κρήτης.

[12] “Ανήκομεν εις τη Δύσιν”: φράση που έμεινε διάσημη στη σύγχρονη ελληνική πολιτική ιστορία, ειπωμένη μέσα στη βουλή από τον αρχηγό της ΝΔ, πρωθυπουργό της πρώτης κυβέρνησης της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας και πατριάρχη της πολιτικής δυναστείας των Καραμανλήδων, Κωνσταντίνο, στις 12/6/1976, κατά τη διάρκεια της κοινοβουλευτικής συζήτησης για την είσοδο της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ), σε αντιπαράθεση με τη φράση που είχε ειπωθεί από τον ηγέτη του ΠΑΣΟΚ στην αξιωματική αντιπολίτευση και μετέπειτα πρωθυπουργό Ανδρέα Παπανδρέου, σύμφωνα με την οποία “η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες”.

[13] Η δήλωση μετάνοιας και αποκήρυξης του κομμουνισμού ήταν ένα κατασταλτικό μέτρο του ελληνικού Κράτους που θεσμοθετήθηκε από τη στρατιωτική δικτατορία του Ιωάννη Μεταξά, η οποία επιβλήθηκε μετά το μοναρχοφασιστικό πραξικόπημα της 4ης Αυγούστου 1936, και έμεινε -ουσιαστικά- σε ισχύ μέχρι και την πτώση τον Ιούλη του 1974 της δικτατορίας των συνταγματαρχών, που είχε επιβληθεί στις 21/4/1967. Κατά τη διάρκεια όλης αυτής της περιόδου, κυρίως στα χρόνια μετά τον εμφύλιο πόλεμο και καθόλη τη δεκαετία του 1950, χιλιάδες κομμουνιστές και κομμουνίστριες, μέλη ή και θεωρούμενα μέλη του παράνομου ΚΚΕ, υπέστησαν βασανιστήρια, φυλακίστηκαν, εξορίστηκαν, εκτελέστηκαν γιατίδεν υπέγραψαν τη δήλωση της ντροπής”.

[14] Το καλοκαίρι του 2003, κατά τη διάρκεια της πρωτόδικης δίκης της 17Ν, ο Δημήτρης Κουφοντίνας είχε επιλέξει να ολοκληρώσει τη δήλωση του στο ειδικό δικαστήριο, το οποίο συστάθηκε εν μέσω “αντιτρομοκρατικού” κλίματος (μέσα σε μια επί τούτου κατασκευασμένη αίθουσα στις αθηναϊκές φυλακές του Κορυδαλλού), μέσα στα χειροκροτήματα και τα συνθήματα δεκάδων αλληλέγγυων (και με τα δάκρυα στα μάτια…), με τους ακόλουθους στίχους ενός από τους σημαντικότερους εκπρόσωπους της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας, του Κωστή Παλαμά, ποιητή και δημοσιογράφου που γεννήθηκε στις 13/1/1859 στην Πάτρα και πέθανε στις 27/2/1943 στην Αθήνα, κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου και της ναζιστικής – φασιστικής κατοχής από τα γερμανικά και τα ιταλικά στρατεύματα.

Παιδί, το περιβόλι μου που θα κληρονομήσεις,
όπως το βρεις κι’ όπως το δεις να μη το παρατήσεις.

Σκάψε το ακόμα πιο βαθιά και φράξε το πιο στέρεα,
και πλούτισε τη χλώρη του και πλάτηνε τη γη του…

Κι αν είναι κ’ έρθουνε χρόνια δίσεχτα, πέσουν καιροί ωργισμένοι,
κι όσα πουλιά μισέψουνε σκιασμένα, κι όσα δέντρα,
για τίποτ’ άλλο δε φελάν παρά για μετερίζια,
μη φοβηθείς το χαλασμό!.. Φωτιά !
Τσεκούρι !Τράβα !,
ξεσπέρμεψέ το , χέρσωσε το περιβόλι, κόφ’ το,
και χτίσε κάστρο απάνω του και ταμπουρώσου μέσα,
για πάλεμα, για μάτωμα, για την καινούργια γέννα,
π’όλο την περιμένουμε, κι όλο κινάει για νάρθη…

[15] Ο Γιώργος Σιάντος ήταν ο γενικός γραμματέας του ΚΚΕ και ο επικεφαλής της αντιπροσωπείας του ΕΑΜ που στις 12/2/1945 υπέγραψε στη Βάρκιζα τη συμφωνία για τον αφοπλισμό του ΕΛΑΣ, ένα μήνα μετά το τέλος της Μάχης του κόκκινου Δεκέμβρη το 1944, με την οποία “η τάξη της Γιάλτας” επιβλήθηκε στους δρόμους της Αθήνας με τα όπλα του “συμμαχικού” βρετανικού ιμπεριαλισμού και των συνεργατών τους, οι οποίοι κατά τη διάρκεια του πολέμου και της κατοχής ορκίζονταν πίστη στην Ευρώπη της ναζιστικής Γερμανίας.

[16] Γεώργιος Καραϊσκάκης (1782-1827): πρώην ληστής και ένας από τους αδιαμφισβήτητους στρατιωτικούς ηγέτες της ελληνικής επανάστασης του 1821. Γνωστός ως ο “γιος της καλογριάς”, θα πέσει μαχόμενος σε ηλικία 45 χρόνων, στα περίχωρα της Αθήνας, κατά τη διάρκεια της Μάχης του Φαλήρου.

[17] Άρης Βελουχιώτης, αγωνιστικό ψευδώνυμο του Θανάση Κλάρα (1905-1945): μέλος του ΚΚΕ, ιδρυτής και διοικητής του ΕΛΑΣ, του ένοπλου βραχίονα του ΕΑΜ κατά τη διάρκεια της ναζιστικής – φασιστικής κατοχής. Υπό τη δική του χαρισματική καθοδήγηση θα δημιουργηθεί ένας από τους μεγαλύτερους παρτιζάνικους στρατούς της Ευρώπης, ο οποίος θ’ απελευθερώσει -ήδη πριν το επίσημο τέλος του πολέμου- μεγάλο τμήμα της χώρας (κυρίως τα ορεινά της Κεντρικής Ελλάδας) από τα στρατεύματα κατοχής. Θ’ αυτοκτονήσει στις 15/6/1945, μετά τη διαγραφή και καταγγελία του από το Κόμμα του, αφού πρώτα θα διαφωνήσει και δεν θα ευθυγραμμιστεί, λίγους μήνες μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας. Το κεφάλι του θα κρεμαστεί από τα εχθρικά τάγματα στην κεντρική πλατεία της πόλης των Τρικάλων. “Αγαπήθηκε όσο λίγοι από το λαό, από τον οποίο και αυτός ο ίδιος προερχόταν και για τον οποίο έζησε, αγωνίστηκε και πέθανε”. Κατά τη διάρκεια των επόμενων δεκαετιών θα μετατραπεί σε σύμβολο για γενιές και γενιές του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος. Ένα πορτραίτο του -μαζί μ’ ένα του Μαρξ κι ένα του Τσε Γκεβάρα- περιέχονταν στη φωτογραφία που δημοσιοποιήθηκε στα ΜΜΕ από τη 17Ν, συνοδευόμενα από το “απαλλοτριωμένο πολεμικό υλικό” από την οργάνωση τα Χριστούγεννα του 1989, από ένα στρατόπεδο του ελληνικού στρατού στο Συκούριο της Λάρισας.

[18] Ευάγγελος Αβέρωφ Τοσίτσας [1910-1990]: βουλευτής και υπουργός στην μεταπολεμική περίοδο, αρχηγός της δεξιάς αξιωματικής αντιπολίτευσης στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 1980. Κληρονόμος μιας από τις ισχυρότερες και πλουσιότερες οικογένειες της Ηπείρου, εκείνης του βαρώνου και “μεγάλου ευεργέτη του εθνικού Κράτους” Μιχαήλ Τοσίτσα. Ο Ευάγγελος Αβέρωφ θεωρείται ένας από τους βασικούς ιστορικούς και ιδεολόγους “της ιδέας του εθνικού Κράτους που θέτει τον αντικομμουνισμό του και τον ευρωατλαντισμό του ως τους βασικούς αρμούς της ίδιας του της ύπαρξης”. Το καλοκαίρι του 1974 (μετά την εισβολή και την κατοχή ενός κομματιού της Κύπρου από πλευράς του τουρκικού στρατού, μέσω των πολεμικών επιχειρήσεων “Αττίλας 1 και 2”, με το πράσινο φως του “κοινού μεγάλου Αμερικάνου σύμμαχου”, έπειτα από την απόπειρα πραξικοπήματος made in NATO από τους συνταγματάρχες στην Αθήνα εναντίον της Κύπρου, ενάντια στον Μακάριο, πολιτικό – θρησκευτικό Ελληνοκύπριο ηγέτη και εκλεγμένο πρόεδρο της νεογέννητης ανεξάρτητης Κυπριακής Δημοκρατίας), ο Ευάγγελος Αβέρωφ θα είναι ο πολιτικός που θ’ αναλάβει το ρόλο κλειδί στις διαπραγματεύσεις και τις εσωτερικές διεργασίες ανάμεσα στα διάφορα κέντρα εξουσίας (δηλαδή, ανάμεσα στο διασπασμένο στρατιωτικό καθεστώς που βρισκόταν σε βαθιά κρίση, την πρεσβεία των ΗΠΑ και το σύνολο της “ευρωατλαντικής συμμαχίας” του ΝΑΤΟ, τις ισχυρές οικογένειες της ελληνικής μπουρζουαζίας και το παλιό “κοινοβουλευτικό πολιτικό προσωπικό” της), οι οποίες τελικά, και παρά το φόβητρο της επιστροφής των τεθωρακισμένων, ανέκαθεν έτοιμων να ξαναβγούν από τους στρατώνες, θα καταλήξουν στη “λύση της άφιξης από το Παρίσι του εξόριστου “εθνάρχη” Κωνσταντίνου Καραμανλή”. Ο Αβέρωφ θα είναι ο πρώτος υπουργός Εξωτερικών στην πρώτη πολιτική κυβέρνηση της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας. Δεν θ’ αναγνωρίσει ποτέ τον εμφύλιο πόλεμο (1944-49) ως τέτοιο, αλλά ως “μια νίκη του ηρωικού εθνικού Στρατού μας και των πολύτιμων συμμάχων και προστατών μας ενάντια στον ιθαγενή και διεθνή κομμουνιστικό συμμοριτισμό”. Μετά από ένα “ανεξιχνίαστο αυτοκινητιστικό δυστύχημα” στην Αθήνα στις 5/1/1976 που προκάλεσε το θάνατο του Αλέξανδρου Παναγούλη (πρώην πολιτικού κρατούμενου που αντιστάθηκε ηρωικά στα βασανιστήρια της στρατιωτικής αστυνομίας αφού πρώτα, στις 13/8/1968 είχε αποπειραθεί την τυραννοκτονία του δικτάτορα Γεωργίου Παπαδόπουλου), η τότε συντρόφισσα του Οριάννα Φαλάτσι είχε καταγγείλει τον Αβέρωφ ως τον εντολοδόχο της δολοφονίας του, στα πλαίσια μιας ευρύτερης επιχείρησης που σκόπευε στην αθώωση και τη συγκάλυψη των πολυάριθμων κρατικών και παρακρατικών συνεργατών των συνταγματαρχών, οι οποίοι συνέχισαν να υπηρετούν σε διάφορους τομείς (αστυνομία, στρατός, δικαστικό σώμα, πανεπιστήμια κ.λ.π) του Κράτους της νεοσύστατης κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας. Στις μέρες μας, στο εσωτερικό του κυβερνώντος κόμματος της ΝΔ, ο Αβέρωφ θεωρείται ως ο ιστορικός ηγέτης της ακροδεξιάς πτέρυγας του, ενώ ως αδιαμφισβήτητος διάδοχος του έχει αυτοανακηρυχθεί ο Αντώνης Σαμαράς, πρώην πρωθυπουργός (2012-15) σε μια από τις κυβερνήσεις συνεργασίας που ψήφισαν και εφάρμοσαν τα αντικοινωνικά και αντεργατικά μνημόνια, καθώς και τα μεσοπρόθεσμα προγράμματα κοινωνικού σφαγιασμού που ονομάστηκαν “προγράμματα διάσωσης και αναδιάρθρωσης της ελληνικής οικονομίας”, που επιβλήθηκαν με την καταστολή και τη λιτότητα, κατ’ εντολή του Βερολίνου, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) και του ΔΝΤ.

[19] Λούμπεν μεγαλοαστική τάξη”, γνωστή στην Ελλάδα ως ΛΜΑΤ: Νεολογισμός που εισήγαγε η 17Ν στις προκηρύξεις και τις διακηρύξεις της, από το 1986 κι έπειτα, για να περιγράψει την κυρίαρχη ελληνική τάξη, εκείνες τις οικογένειες εφοπλιστών, τραπεζιτών, βιομηχάνων, επιχειρηματιών, εκδοτών και εργολάβων διαφόρων ειδών, οι οποίες ήδη από τη σύσταση τους έδεσαν τις τύχες τους με τα συμφέροντα των μεγάλων δυτικών δυνάμεων (αρχικά με τη Μεγάλη Βρετανία κι έπειτα με τις ΗΠΑ και τη γερμανική ΕΕ), χρησιμοποιώντας -μέσω του πολιτικού προσωπικού τους- το Κράτος ως βαρέλι δίχως πάτο και πηγή για τον πλουτισμό τους και την μακροημέρευση της οικονομικής και πολιτικής ηγεμονίας τους στη σύγχρονη Ελλάδα. Δεν πρέπει να θεωρείται τυχαίο το γεγονός ότι το 1986 είναι η χρονιά που η δεύτερη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου θα αποπειραθεί (εν μέρει ανεπιτυχώς) να ξεκινήσει ένα μακρύ κύκλο προγραμμάτων λιτότητας, “για την αναδιάρθρωση”, υπό την αιγίδα της τότε ΕΟΚ και με τις “συμβουλές” του ΔΝΤ. Είναι όμως και η χρονιά (όπως έχει ήδη αναφέρει ο συγγραφέας) κατά τη διάρκεια της οποίας η 17Ν αρχίζει να περιγράφει στις αναλύσεις της τον επικείμενο κίνδυνο χρεοκοπίας της χώρας που οδήγησε -από το 2010 ως και σήμερα- στα μνημόνια και τα “μεσοπρόθεσμα προγράμματα” που επιβλήθηκαν από τον ευρωατλαντικό ιμπεριαλισμό και τον ελληνικό καπιταλισμό για τη “διάσωση της ελληνικής οικονομίας”.

[20] Δημήτρης Γληνός (1882-1943): δάσκαλος και συγγραφέας, ένας από τους βασικούς πρωταγωνιστές στη μάχη για τη “γλωσσική μεταρρύθμιση”. Το 1936 θα εκλεγεί βουλευτής του Λαϊκού Μετώπου, συνεργαζόμενος με το ΚΚΕ. Η μοναρχοφασιστική δικτατορία, που επιβλήθηκε στις 4 Αυγούστου του ίδιου χρόνου από τον Μεταξά, θα τον στείλει εξορία στο νησάκι της Ανάφης. Με την επιβολή της ναζιστικής – φασιστικής κατοχής της χώρας, ο Γληνός θα παραδοθεί από το δοσιλογικό Κράτος στις ιταλικές αρχές, οι οποίες θα τον απελευθερώσουν εξαιτίας της πολύ άσχημης κατάστασης της υγείας του. Θα είναι ένας από τους ιδεολογικούς ιδρυτές του ΕΑΜ και συγγραφέας της διακήρυξης “Τι είναι και τι θέλει το ΕΑΜ”. Θα πεθάνει τα Χριστούγεννα του 1943, αφού πρώτα είχε υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση και ετοιμαζόταν για να μεταβεί από την κατεχόμενη από το ναζισμό – φασισμό Αθήνα στην κεντρική Ελλάδα, η οποία είχε ήδη απελευθερωθεί με τα παρτιζάνικα όπλα, ώστε να συμμετάσχει στην “Κυβέρνηση του βουνού” που συγκρότησε -από το Μάρτη μέχρι το Σεπτέμβρη του 1944- τη “Λαϊκή Δημοκρατία της Ελεύθερης Ελλάδας”.

[21] Ιωάννης Μακρυγιάννης (1797-1864): συγγραφέας, πολιτικός και ένας από τους στρατιωτικούς διοικητές της ελληνικής επανάστασης του 1821. Τα Απομνημονεύματα του, ένα είδος προφορικής αυτοβιογραφίας -όπως επίσης και άλλα γραπτά του– αποτελούν κομμάτι των σημαντικότερων πρωτογενών πηγών της σύγχρονης ελληνικής ιστοριογραφίας.

[22] Η παρουσία του βιομηχανικού κολοσσού Siemens στην Ελλάδα χρονολογείται από το πρώτο μισό του περασμένου αιώνα. Στους σύγχρονους καιρούς, ήδη από το 1997 αλλά ιδιαίτερα από το 2008 κι έπειτα, ξέσπασε στην Ελλάδα το σκάνδαλο Siemens, το οποίο αφορά τα “μαύρα ταμεία” και τις μίζες στα δύο κυβερνητικά κόμματα (ΝΔ-ΠΑΣΟΚ), σε πολιτικούς και κρατικούς αξιωματούχους, μέσω των οποίων η γερμανική πολυεθνική μπόρεσε να φτιάξει ένα μονοπωλιακό σύστημα σε μια σειρά νευραλγικών τομέων (κυρίως σ’ εκείνο των δημόσιων τηλεπικοινωνιών του ΟΤΕ, αλλά όχι μόνο) της ελληνικής οικονομίας. Καθόλη αυτή την περίοδο το δημόσιο χρέος -πληρωμένο με τη σφαγιαστική πολιτική των μνημονίων- ανέβαινε στα ύψη. Έπειτα από διάφορες προανακριτικές εξετάσεις, μαρτυρίες, δίκες, κοινοβουλευτικές επιτροπές κ.λπ., οι οποίες εξελίχτηκαν κατά τη διάρκεια όλων αυτών των χρόνων που το Βερολίνο προωθούσε τη μιντιακή προπαγάνδα για τη “διεφθαρμένη και τεμπέλα Ελλάδα”, ο πρώην διευθύνων σύμβουλος της Siemens στην Ελλάδα, Μιχάλης Χριστοφοράκος, βρέθηκε και βρίσκεται ως σήμερα υπό προστασία, υπό καθεστώς ασυλίας στη Γερμανία. Ίσως δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι το 1946 ο πατέρας του, ο ιατρός Νικόλαος Χριστοφοράκος, υπήρξε ένας από τους κατηγορούμενους στις ελάχιστες δίκες που διεξήχθησαν στην Αθήνα μετά το τέλος του πολέμου, στην Ελλάδα του εμφυλίου πολέμου, ενάντια στους συνεργάτες των ναζιστικών στρατευμάτων κατοχής. Εκείνος όμως, σε αντίθεση με το γιο του (που καταδικάστηκε το 2017 και έμεινε γνωστός ως ο “καλλιεργητής του ελληνικού πολιτικού τοπίου”), είχε αθωωθεί λόγω “έλλειψης αποδεικτικών στοιχείων”…

Σημείωμα των εκδόσεων PGreco στο οπισθόφυλλο.

O Δημήτρης Κουφοντίνας ταύτισε τη ζωή του με τον αγώνα ενάντια σ’ ένα διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα, το οποίο φάνταζε πανταχού παρών και ανέγγιχτο. Η επαναστατική οργάνωση 17 Νοέμβρη, της οποίας υπήρξε μέλος, κινήθηκε ενάντια σ’ όλο αυτό, θέλοντας ν’ αποδείξει αντίθετα ότι το πολιτικό σύστημα δεν είναι -σε κάθε περίπτωση- ανίκητο.

Ο πρώην μαχητής, βρισκόμενος στη φυλακή, διαβάζει συνέχεια, μεταφράζει συγγραφείς επαναστάτες, γράφει όταν αυτό τού επιτρέπεται: πρόκειται για ένα νέο μέσο πάλης. Σε αυτό το βιβλίο – συνέντευξη, απαντώντας στις ερωτήσεις του Τάσου Παππά, ο Κουφοντίνας δεν απευθύνεται μονάχα στον αναγνώστη, αλλά απαντάει ουσιαστικά στον ίδιο του τον εαυτό, στοχάζεται για όσα υποστήριξε και υπερασπίστηκε, στα λάθη που έγιναν, γύρω από όλα όσα είναι ακόμα εφικτά να γίνουν. Με λίγα λόγια, μια συνέντευξη στην οποία μιλάει για την εμπειρία του στη 17 Νοέμβρη, όπου όμως φωτίζεται επίσης και η εμπειρία μιας από τις μαχόμενες οργανώσεις μαρξιστικού – λενινιστικού προσανατολισμού, από τις πιο ενδιαφέρουσες, αλλά και λιγότερο γνωστές, από όσες αναπτύχθηκαν στην Ευρώπη της δεκαετίας του ‘70.

Προλ.Πρωτ & ΚτΒ | Μια βιβλιοπαρουσίαση, ένα χρόνο μετά…

Προλ.Πρωτ & ΚτΒ | Μια βιβλιοπαρουσίαση, ένα χρόνο μετά…
CHI VIVRA’ VEDRA’ – ΟΠΟΙΟΣ ΖΗΣΕΙ ΘΑ ΔΕΙ
Αναλύσεις και Ανταποκρίσεις, Μαρτυρίες, Σημειώσεις και Συζητήσεις για την εξελισσόμενη πανδημία και την κατάσταση έκτακτης ανάγκης, την εδαφική στρατιωτικοποίηση και την οικονομία πολέμου, τις ταξικές αντιστάσεις και την κοινωνική αλληλεγγύη από την Ιταλία (και όχι μόνο) της Κρίσης.
[Μάρτης – Μάης 2020].
Την ερχόμενη Παρασκεύη 4 Ιουνίου στις 18.00. Στο άνοιγμα του τριήμερου books n’ beer kypseli fest που διοργανώνεται από το red n’ noir στη Στοά της Δημοτικής Αγοράς Κυψέλης (4/5/6 Ιουνίου 2021).
“Τα μέτρα προστασίας μας από τον Covid 19:
Στον καλά αεριζόμενο ημιανοιχτό χώρο της Στοάς Δημοτικής Αγοράς Κυψέλης θα υπάρχει αριθμητικός περιορισμός εισόδου που θα εξασφαλίζεται με τη χρήση αριθμημένων καρτελών, διαφορετικό σημείο εισόδου και εξόδου για την αποφυγή συνωστισμού, αντισηπτικά στην είσοδο και τα σταντ των εκθετ(ρι)ών, καθώς και υποχρεωτική χρήση μάσκας.
Η διαρρύθμιση των σταντ θα είναι τέτοια ώστε να αποφεύγεται η φυσική επαφή μεταξύ των επισκεπτ(ρι)ών και η απόσταση των θέσεων μεταξύ των εκθετ(ρι)ών έχει προβλεφτεί στο 1,5 μέτρο.
Οι εκδηλώσεις θα γίνονται κοντά στην είσοδο της Στοάς και υπάρχει πρόβλεψη για 20 μόνο καρέκλες σε αποστάσεις 1,5 μέτρου μεταξύ τους. Όμως τα ηχεία θα είναι στραμμένα προς την είσοδο για να μπορεί το κάθε πρόσωπο να παρακολουθεί όρθιο αλλά ασφαλές τις εκδηλώσεις από τον πεζόδρομο της Φωκίωνος Νέγρη από όπου υπάρχει και πλήρης οπτική επαφή με τις ομιλητ(ρι)ές.”
ολοκληρο το πρόγραμμα του τριημέρου στο rednnoir.gr

Κείμενο του πολιτικού κρατούμενου Πολύκαρπου Γεωργιάδη για τη “Νομική Συνηγορία υπέρ του Ισραήλ”

Ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο μεταφράστηκε και κυκλοφόρησε στα τέλη του 2020 από τις εκδόσεις Λειμών. Ενδιαφέρον όχι τόσο για το περιεχόμενό του, όσο για τη χρονική συγκυρία μέσα στην οποία εκδίδεται και τους σκοπούς τους οποίους εξυπηρετεί. Άλλωστε, με ειλικρίνεια οι συντελεστές της έκδοσης φανερώνουν πως στόχος τους είναι να συνεισφέρουν στο βάθεμα της ελληνοισραηλινής συμμαχίας, η οποία εξελίσσεται σε πολλαπλά επίπεδα (οικονομικό, ενεργειακό, στρατιωτικό, διπλωματικό, ακαδημαϊκό κλπ) [1]. Πρόκειται για τη “Νομική Συνηγορία υπέρ του Ισραήλ” του καθηγητή της Νομικής Σχολής του Harvard, Alen Dershowitz. Σύμφωνα με τον ίδιο τον συγγραφέα ξεκίνησε να επεξεργάζεται το βιβλίο το 1967 (προφανώς με αφορμή το ξέσπασμα του Πολέμου των Έξι Ημερών) και το ολοκλήρωσε το 2003, ενώ αφιερώνει την έκδοση στον Πρόεδρο του Ανώτατου Δικαστηρίου του Ισραήλ, Aharon Barak.

Η έκδοση του εν λόγω βιβλίου όχι μόνο τυχαία δεν είναι, αλλά εντάσσεται ξεκάθαρα μέσα στο πλαίσιο της επιχείρησης ιδεολογικής εξομάλυνσης που έχει σαν στόχο, από τα κυβερνητικά δελτία ειδήσεων και τις ακαδημαϊκές συνεργασίες μέχρι τις εκδόσεις βιβλίων όπως αυτό, να εξωραΐσει την εικόνα του ισραηλινού κράτους και να κάνει “μασάζ στους εγκεφάλους της ελληνικής κοινωνίας για να θεωρήσει ως φυσιολογική και αναπόφευκτη την πολυεπίπεδη συνεργασία Ελλάδας και Ισραήλ.

Τέτοιου είδους επιχειρήσεις ιδεολογικής εξομάλυνσης δεν είναι κάποιου είδους συνομωσίες που εξυφαίνονται από κάποιους σκοτεινούς κύκλους, αλλά αναπόσπαστο κομμάτι της ευρύτερης στρατηγικής των κρατών και υλοποιούνται στο φως της ημέρας, καθημερινά, δίπλα μας. Ας θυμηθούμε, για παράδειγμα, την “Ολοκληρωμένη Έκθεση του State Department για την Ελλάδα” (Αύγουστος 2018), στην οποία το αμερικανικό υπουργείο εξωτερικών εξέφραζε την ανησυχία του για τα αντιαμερικανικά αισθήματα και αντανακλαστικά της ελληνικής κοινωνίας και εκπονούσε σχεδιασμό για τη μεταστροφή του κλίματος. Για τη δημιουργία φιλοαμερικανικής τάσης στην Ελλάδα η έκθεση πρότεινε προς την πρεσβεία των ΗΠΑ στην Αθήνα να δώσει βαρύτητα στο ρόλο των ιδιωτικών ΜΜΕ, των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων, των εκπαιδευτικών και πολιτιστικών ιδρυμάτων που μέσα από συντονισμένη δραστηριότητα θα δημιουργήσουν: “μια νέα γενιά ηγετών φίλα προσκείμενη στις Ηνωμένες Πολιτείες και τις αξίες που αυτές πρεσβεύουν”. Επίσης: “Η Αποστολή θα εξακολουθήσει να προάγει ισχυρές σχέσεις μεταξύ των ΗΠΑ και της Ελλάδας μέσω δεσμών ανάμεσα σε πρόσωπα.

Τα εκπαιδευτικά και πολιτιστικά προγράμματα της Αποστολής για την Ελλάδα στοχεύουν στη νεολαία, τα κορίτσια και τη νέα γενιά ηγετών στο επιχειρείν και στην κοινωνία των πολιτών, αποσκοπώντας να προωθήσουν μια θετική άποψη για τους δεσμούς ΗΠΑ-Ελλάδας και να ενθαρρύνουν μια βαθύτερη κατανόηση των πολιτών”. Η πρεσβεία καλείται να εργαστεί επικοινωνιακά ώστε οι Έλληνες πολίτες να κατανοήσουν τις αμερικανικές προτεραιότητες στην περιοχή, ώστε: “να στηρίξουν τη συνεργασία για την ασφάλεια, τους οικονομικούς δεσμούς και την πολιτική συνεργασία για την ασφάλεια, τους οικονομικούς δεσμούς και την πολιτική εμπλοκή των ΗΠΑ”. Ανάμεσα σ’ αυτές τις προτεραιότητες των ΗΠΑ εντάσσεται και το βάθεμα της ελληνοισραηλινής συμμαχίας με το λεγόμενο “σχήμα 3+1” (άξονας Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ, υπό την αμερικανική κηδεμονία).

Εξάλλου, δεν είναι καθόλου τυχαίο πως ένα από τα βασικά συστατικά στοιχεία της νέας Μεγάλης Ιδέας του ελληνικού εθνικισμού είναι ο θαυμασμός για τον ισραηλινό μιλιταρισμό και ο ομολογημένος πόθος για τη μετατροπή της Ελλάδας σε “Δεύτερο Ισραήλ”. Σύμφωνα με τη νεοεθνικιστική αφήγηση η Ελλάδα και το Ισραήλ μοιράζονται κοινά χαρακτηριστικά, άρα έχουν και κοινά συμφέροντα: είναι δύο μικρά σε μέγεθος έθνη με τεράστιο ιστορικό βάθος, είναι μικρά κράτη με πληθυσμό μερικών εκατομμυρίων κατοίκων, είναι χώρες περικυκλωμένες από αμέτρητους και αιμοβόρους εχθρούς και βασική προϋπόθεση για την επιβίωσή τους σ’ αυτό το εχθρικό περιβάλλον είναι η μιλιταριστική τους οχύρωση, ο υπερεξοπλισμός τους και η υπαγωγή τους στους ενεργειακούς, οικονομικούς και στρατιωτικούς σχεδιασμούς των ΗΠΑ. Έτσι, ο ελληνικός εθνικισμός (θεσμικός και εξωθεσμικός, σοσιαλδημοκρατικός και νεοφιλελεύθερος) είναι πρόθυμος να δεχθεί το Ισραήλ ως κράτος-πρότυπο, το οποίο πρέπει να δεχθεί το Ισραήλ ως κράτος-πρότυπο, το οποίο πρέπει να μιμηθούμε. Ακόμα και σκληροί ακροδεξιοί αφήνουν στην άκρη για τακτικούς λόγους τον παραδοσιακό αντισημιτισμό τους για να βάλουν στο κέντρο την ισλαμοφοβία, μιας και ο μουσουλμανισμός είναι η κυρίαρχη θρησκεία της πλειοψηφίας των προσφύγων και μεταναστών.

Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει πως ο βαθιά ριζωμένος αντισημιτισμός του ελληνικού εθνικισμού έχει εξαφανιστεί, αλλά πλέον δεν είναι συμβατός με τις στρατηγικές επιδιώξεις του ελληνικού κράτους και τίθεται στο περιθώριο για να αναδυθεί ο θαυμασμός για τη σιδηρά πυγμή του Ισραήλ έναντι της “ισλαμικής βαρβαρότητας” (της τουρκικής συμπεριλαμβανομένης)…

Η “Νομική Συνηγορία υπέρ του Ισραήλ” εκδόθηκε στην Ελλάδα με πρωτοβουλία του καθηγητή και γεωπολιτικού αναλυτή Ιωάννη Μάζη, ο οποίος είναι γνωστός τουρκοφάγος εθνικιστής και στέλεχος της ακροδεξιάς πτέρυγας του ελληνικού κράτους.

Ο Μάζης δεν κρύβεται καθόλου και στο προλογικό του σημείωμα εντάσσει ξεκάθαρα την έκδοση του βιβλίου στις στρατηγικές επιδιώξεις του ελληνικού κράτους: “Ο ρόλος της Ελλάδος αποδεικνύεται ιδιαιτέρως κρίσιμος δια τη σταθερότητα και την ισορροπία ισχύος εις την Ανατολική Μεσόγειο, μέσω της προσφοράς και του αναγκαίου ναυτικού στρατηγικού βάθους δια το Ισραήλ. Αντιστοίχως, οι κοινές προκλήσεις είναι καταφανείς λόγω της προτεραιότητας εξισορροπήσεως του τουρκικού ηγεμονισμού και τις προκλήσεις συλλειτουργίας και συνυπάρξεως της Ελλάδος, της Κύπρου και του Ισραήλ, με άξονα την εκμετάλλευση και διαμετακίνηση των υδρογονανθράκων της περιοχής προς τη μείζονα καταναλωτική αγορά της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Προς τούτο, η κατανόηση της εν λόγω γεωγραφικής ζώνης ως ένα ενιαίο ενεργειακό σύμπλoκο συνιστά προϋπόθεση επιβιώσεως και μεγεθύνσεως των κερδών δια τα κράτη-παραγωγούς, καθ’ ότι η τελεσφόρηση ακροτελεύτιων επενδυτικών σχημάτων (βλ. East Med)[2] κρίνεται με γνώμονα την οικονομική βιωσιμότητά τους και άρα, δια της επάρκειας των κοιτασμάτων, εξασφαλιζόμενης μέσω της αθροίσεως των δυνατοτήτων. Καθίσταται, συνεπώς, σαφές ότι οι δύο βασικότατοι όροι συγκροτήσεως και συγκρατήσεως ενός συμμαχικού δεσμού, ήτοι η συναντίληψης απειλών και η σύγκλισης συμφερόντων, διαπιστώνονται εντός του πλαισίου της ελληνοϊσραηλινής περιπτώσεως. Κεντρική παράμετρος είναι η ωριμότης του πολιτικού συστήματος, επερχόμενη δια μέσου της ευρύτατης δυνατής ενημερώσεως δια το στρατηγικώς ευθυγραμμισμένο μετά της θέσεως μας δρώντα, που εν τη παρούσα ιστορική συγκυρία είναι το Ισραήλ. Η μετάφραση του παρόντος πονήματος του καθηγητού Alan Dershowitz εις την ελληνική γλώσσα συμβάλλει αναμφιβόλως προς την ανωτέρω κατεύθυνση υποβοηθώντας εις την πορεία αποστειρώσεως της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και ταχυδρομήσεώς της επί του διαδρόμου του ορθολογισμού, της εξυπηρετήσεως του εθνικού συμφέροντος και της δυναμικής διαχειρίσεως των τιθέμενων διλημμάτων ασφαλείας, μακράν των προκαταλήψεων και ιδεολογημάτων του πρόσφατου ή απώτερου παρελθόντος”[3].

Στο ίδιο στρατηγικό πλαίσιο εντάσσει την έκδοση του βιβλίου και ο Πρόεδρος του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου Ελλάδος, Δαυίδ Σαλτιέλ, ο οποίος στο δικό του προλογικό σημείωμα αφού στιγματίζει τη “δαιμονοποίηση” του Ισραήλ και τη “μονομέρεια” υπέρ της παλαιστινιακής πλευράς που επικρατεί εδώ και δεκαετίες, αναφέρει: “Σήμερα που οι σχέσεις Ελλάδας-Ισραήλ βρίσκονται το απόγειο της ανάπτυξής τους -με επίγνωση τω στρατηγικής σημασίας κοινών στόχων και συνείδηση για τα πολλαπλά αναπτυξιακά οφέλη που επιφέρουν- η κατάσταση αλλάζει, το πρίσμα αμβλύνεται, η πολιτική ανάλυση γίνεται σφαιρικότερη και λιγότερο εμπαθής”. Στο δικό του προλογικό σημείωμα για την ελληνική έκδοση ο ίδιος ο συγγραφέας αναφέρει πως σκοπός της έκδοσης είναι η ενίσχυση των προοπτικών αμοιβαίας κατανόησης μεταξύ Ελλάδας και Ισραήλ: “Είναι σημαντικό ότι η σχέση μεταξύ των δύο εθνών έχει ενδυναμωθεί προς το συμφέρον της περιοχής και ολόκληρου του πλανήτη”. Ομολογουμένως, πολύ ειδυλλιακή περιγραφή για την κυνική συμμαχία μεταξύ δύο εθνικισμών…

Πηγαίνοντας στο περιεχόμενο του πονήματος του Dershowitz μπορούμε να πούμε πως ο τίτλος του βιβλίου είναι άκρως ενδεικτικός, αλλά ταυτόχρονα παραπλανητικός. Δεν πρόκειται για μια απλή “Νομική Συνηγορία”, αλλά για το στήσιμο ενός δικαστηρίου-παρωδία που αυτό-αθωώνει και λιβανίζει το ισραηλινό κράτος.

Η αφήγηση είναι γνωστή: Το Ισραήλ είναι ένας παράδεισος ανεκτικότητας και δικαιωμάτων, η μοναδική δημοκρατία της Μέσης Ανατολής, διεξάγει αμυντικό πόλεμο επιβίωσης και είναι περικυκλωμένο από αμέτρητους εχθρούς που επιδιώκουν τον αφανισμό του, με τη συνενοχή και συνυπαιτιότητα της διεθνούς κοινότητας (με λαμπρή εξαίρεση τις ΗΠΑ). Το Ισραήλ δεν είναι ένα κράτος όπως όλα τ’ άλλα. Είναι ένα “κράτος-παρίας”, “ο εβραίος μεταξύ των κρατών” και εφόσον διεξάγει έναν αμυντικό πόλεμο επιβίωσης εξυπακούεται πως η κατοχή είναι νόμιμη άμυνα και η παλαιστινιακή αντίσταση μετατρέπεται αυτοστιγμεί σε τρομοκρατική δράση. Άλλωστε, οι παλαιστίνιοι δεν έχουν κανένα λόγο να παραπονιούνται καθώς το εδραιωμένο κράτος δικαίου του Ισραήλ φροντίζει για την ευμάρεια ακόμα και των εχθρικών πολιτών. Οπότε όλα είναι μέλι-γάλα και κάθε αντίσταση στην κατοχή είναι αδικαιολόγητη και βάρβαρη τρομοκρατία: “Εάν η κατοχή δικαιολογούσε την τρομοκρατία, τότε η Κου-Κλουξ-Κλαν (…) θα έπρεπε να θεωρείται οργάνωση μαχητών της ελευθερίας”. Και αλλού: “Η ισραηλινή κατοχή, σε αντίθεση ε τις άλλες πρόσφατες κατοχές, έχει φέρει σημαντικά οφέλη για τους παλαιστίνιους, συμπεριλαμβανομένης σημαντικής βελτίωσης στο προσδόκιμο ζωής, την υγειονομική περίθαλψη και την εκπαίδευση”.

Το αποικιοκρατικού ύφους αυτό επιχείρημα σίγουρα μας θυμίζει τη σκηνή από τη “Ζωή του Μπράιαν” των Μόντι Πάιθον στην οποία παρουσιάζονται τα οφέλη της ρωμαϊκής κατοχής της Ιουδαίας… Και αφού η κατοχή είναι τόσο ειδυλλιακή είναι φως φανάρι πως οι παλαιστίνιοι είναι αχάριστοι, καθώς απορρίπτουν τις γενναιόδωρες προτάσεις του φιλεύσπλαχνου και ειρηνόφιλου Ισραήλ. Και αφού σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις οι εθισμένοι στη βία παλαιστίνιοι υποστηρίζουν κατά 87% την “τρομοκρατική δράση”, τότε η συλλογική τους τιμωρία (όπως οι κατεδαφίσεις κατοικιών οικογενειών) είναι απλά νόμιμη άμυνα: “άκακη μορφή αποδόσεως συλλογικής ευθύνης” και “ήπια μορφή συλλογικής τιμωρίας”.

Γιατί, όμως, σε έναν αμυντικό πόλεμο πεθαίνουν περισσότεροι παλαιστίνιοι; Η απάντηση είναι απλούστατη: οι αιμοβόροι και αχάριστοι παλαιστίνιοι αδυνατούν να σκοτώσουν όσους ισραηλινούς θα ήθελαν εξαιτίας της εξαιρετικής ιατρικής περίθαλψης στο Ισραήλ, ενώ οι ίδιοι πεθαίνουν μαζικά επειδή είναι πεισματάρηδες και αρνούνται να νοσηλευτούν στο μεγαλόκαρδο Ισραήλ, προτιμώντας τους ανίκανους ομοεθνείς τους γιατρούς! Και πέρα από όλα αυτά, σε αντίθεση με τα όσα υποστηρίζει ο μεροληπτικός υπέρ της παλαιστινιακής πλευράς ΟΗΕ, δεν υφίσταται κάποιο άξιου λόγου προσφυγικό ζήτημα, αφού αυτό σκοπίμως παρουσιάζεται μεγαλοποιημένο από τους παλαιστίνιους και τη διεθνή κοινότητα. Οι πολεμοχαρείς παλαιστίνιοι, λοιπόν, απορρίπτουν συνεχώς τις αδιάκοπες προσπάθειες του Ισραήλ για ειρήνευση και απαντούν στη χείρα φιλίας που τους απλώνεται με “τρομοκρατική δράση”. Ολόκληρη η διεθνής κοινότητα επιβραβεύει την παλαιστινιακή τρομοκρατία, με μοναδικές αντιστεκόμενες δυνάμεις τις ΗΠΑ και το Ισραήλ.

Οι πάντες ενώνονται σε μια ανίερη συμμαχία κατασυκοφάντησης του αμυνόμενου Ισραήλ: τα Ηνωμένα Έθνη, ο Τρίτος Κόσμος, η διεθνής αριστερά, η άκρα δεξιά, η Διεθνής Αμνηστία, οι φεμινίστριες, οι ακαδημαϊκοί, τα ΜΜΕ, το Βατικανό, οι προτεσταντικές εκκλησίες, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας και φυσικά οι αντισιωνιστές εβραίοι που μισούν τον εαυτό τους και πρέπει να τους δει κανένας ψυχίατρος [4]. μια μοναδική αντι-ισραηλινή πανδημία έχει εξαπλωθεί παντού: “Ο κόσμος, συμπεριλαμβανομένων πολλών από τα μέσα ενημέρωσης, της ακαδημαϊκής κοινότητας, ακόμα και της διπλωματίας, φαίνεται να δέχεται την παλαιστινιακή βία ως πολιτιστική εκδήλωση”. Και αλλού: “Όσο πιο μοχθηρές, παράνομες και θανατηφόρες είναι οι παλαιστινιακές τρομοκρατικές επιθέσεις εναντίον αμάχων, τόσο μεγαλύτερη είναι η διπλωματική αναγνώριση που τους χορηγείται από τα Ηνωμένα Έθνη¨.

Η διεθνής κοινότητα πριμοδοτεί τους παλαιστινίους να επιλέγουν τον πόλεμο αντί της προσφερόμενης ειρήνης κι έτσι οι παλαιστίνιοι υιοθετούν την τρομοκρατία ως την πιο αποδοτική μέθοδο. Είναι μύθος πως οι παλαιστίνιοι αντιδρούν στην κατοχή, στην πραγματικότητα υπάρχει μόνο κυνική πολιτική επιλογή και ταυτόχρονη αδικαιολόγητη απομόνωση του Ισραήλ από τον ΟΗΕ (με μοναδική εξαίρεση τις ΗΠΑ βεβαίως-βεβαίως). Το ίδιο παράπονο εκφράζει και ο Μάζης: “Χαρακτηριστικό προκαταλήψεως και συσσωρεύσεως παρανοήσεων αναφορικώς με τη διεθνοδικαϊκή εικόνα του Ισραήλ είναι το γεγονός ότι ποσοστό 27% επί του συνόλου των καταδικαστικών ψηφισμάτων του ΟΗΕ σχετίζονται με το εν λόγω κράτος, ενόσω κατεξοχήν και εξ ορισμού απολυταρχικά κράτη -όπως επί παραδείγματι η Ζιμπάμπουε του αλήστου μνήμης Προέδρου Ρόμπερτ Μουγκάμπε ή η ΝΑΤΟϊκή Τουρκία- ουδέποτε έχουν καταδικαστεί -και μάλιστα επωνύμως- για τις πρακτικές τους και την εν γένει παντοιοτρόπως καταπάτηση της έννοιας και του περιεχομένου του Κράτους Δικαίου”. Τέλος, αξίζει να αναφερθεί η πλήρης υιοθέτηση από τον -κατά τ’ άλλα “φιλελεύθερο” και “ελευθεριακό”- Dershowitz της αναμασημένης θεωρίας των δύο άκρων και της ανιστόρητης εξίσωσης ναζισμού-κομουνισμού.

Σε ένα από αυτά τα πολλά σημεία βαθιάς άγνοιας και διαστρέβλωσης αναφέρει: “Δεν αποτελεί έκπληξη πως τα δύο ζητήματα που ενώνουν τους εξτρεμιστές της άκρας Δεξιάς και της άκρας Αριστεράς, είναι η άρνηση του Ολοκαυτώματος και η σταθερή υποστήριξη προς την παλαιστινιακή τρομοκρατία”. Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές συμπληρώνονται 76 χρόνια από την 27η Ιανουαρίου του 1945, όταν ο Κόκκινος Στρατός απελευθέρωσε το κολαστήριο του Άουσβιτς. Είναι φανερό, όμως, πως ορισμένοι δεν έχουν χωνέψει ακόμα πως στο Ράιχσταγκ καρφώθηκε η κόκκινη σημαία με το σφυροδρέπανο και όχι η αστερόεσσα…

ΙΙΙ

Ο εβραϊκός λαός κουβαλά στις πλάτες του μια τεράστια ιστορική εμπειρία και μια βαριά κληρονομιά αιώνων ξεριζωμού, διώξεων και αντισημιτικών πογκρόμ. Κουβαλά αιώνες περιθωριοποίησης, γκετοποίησης, χλευασμού και ρατσισμού. Και πάνω απ’ όλα, κουβαλά στη μνήμη του την κορυφαία φρίκη του Ολοκαυτώματος και της εντατικής βιομηχανοποίησης του θανάτου από τη ναζιστική κτηνωδία. Ακριβώς αυτή η ιστορική εμπειρία είναι που γεννά ένα εξίσου βαρύ ιστορικό χρέος για τον εβραϊκό λαό. Να μην επιτρέψει στο ισραηλινό κράτος να συνθλίψει την κληρονομιά αυτή κάτω από την μπότα του μιλιταρισμού, της κατοχικής βίας, της ρατσιστικής βαρβαρότητας και της νεοαποικιοκρατικής νοοτροπίας. Στον τόπο που ζούμε για αιώνες οι εβραϊκές κοινότητες αντιμετώπισαν τη δυσπιστία, τη μισαλλοδοξία, τη συκοφαντία και την αντισημιτική βία, που κορυφώθηκε κατά τη διάρκεια της ναζιστικής και φασιστικής κατοχής.

Δεκάδες χιλιάδες εβραίοι ξεριζώθηκαν απ’ αυτόν εδώ τον τόπο, είδαν τα σπίτια τους να λεηλατούνται και τους δικούς τους ανθρώπους να οδηγούνται στον αφανισμό. Δεκάδες χιλιάδες εβραίοι οδηγήθηκαν από την Ελλάδα στα στρατόπεδα εξόντωσης και λίγοι απ’ αυτούς κατάφεραν να σώσουν τις ζωές τους. Ταυτόχρονα, όμως, σ’ αυτόν εδώ τον τόπο χιλιάδες εβραίοι σώθηκαν από την αλληλεγγύη της Αντίστασης και εκατοντάδες απ’ αυτούς συμμετείχαν ενεργά στον αντικατοχικό αγώνα, στο πλευρό του Εαμικού κινήματος και του πολυεθνικού λαϊκού στρατού του ΕΛΑΣ.

Αυτή η ιστορική κληρονομιά δυστυχίας και πόνου, αλλά και φιλίας και αλληλεγγύης, δεν μπορεί ούτε να σβηστεί, ούτε να εκφυλιστεί από την αστική ελληνοϊσραηλινή συμμαχία, από τους τυχοδιωκτικούς πολεμοκάπηλους άξονες, από τις αιματοβαμμένες επενδύσεις, από τους ανταγωνισμούς για τον έλεγχο ενεργειακών και εμπορικών οδών, τις μιλιταριστικές οχυρώσεις που εμφανίζονται ως “άμυνα”, τους γεωπολιτικούς ελιγμούς και τις κυνικές απόπειρες για γεωστρατηγική αναβάθμιση. Βιβλία όπως η “Νομική Συνηγορία υπέρ του Ισραήλ” δεν εκπροσωπούν τη φιλία των δύο λαών, αλλά τη λυκοσυμμαχία των δύο αστικών τάξεων και των κρατών τους…

Σημειώσεις:

1. Οι δύο πιο πρόσφατες μεγάλες οικονομικές/ στρατιωτικές μπίζνες ανάμεσα στην Ελλάδα και το Ισραήλ είναι η δημιουργία εκπαιδευτικού κέντρου της Σχολής Πολεμικής Αεροπορίας στην Καλαμάτα και η πώληση της Ελληνικής Βιομηχανίας Οχημάτων σε ισραηλινή κοινοπραξία. Σε σχέση με την πρώτη πολεμική μπίζνα ύψους 1,68 δισεκατομμυρίων δολαρίων, η ισραηλινή πρεσβεία στην Αθήνα εξέφρασε την πεποίθηση πως: “ανοίγονται νέοι ορίζοντες συνεργασίας, στρατηγικής, οικονομικής και άλλης”, ενώ η Σχολή θα λειτουργεί στα πρότυπα της ισραηλινής σχολής πολεμικής αεροπορίας. Σύμφωνα με τον έλληνα υπουργό “Εθνικής Άμυνας”, Νίκο Παναγιωτόπουλο, η δημιουργία της Σχολής εντάσσεται στο Μνημόνιο Αμυντικής Συνεργασίας Ελλάδας-Ισραήλ: “με γνώμονα τα κοινά γεωστρατηγικά και γεωπολιτικά συμφέροντα των δύο χωρών στην περιοχή”. Σε σχέση με τη δεύτερη πολεμική μπίζνα με τη δημιουργία της νέας ΕΛΒΟ από το ισραηλινό κεφάλαιο, είναι ενδιαφέρουσα η αντίδραση της τουρκικής πλευράς, που το τελευταίο διάστημα κάνει απόπειρα εξομάλυνσης των σχέσεων της με το Ισραήλ. Γράφει η Yeni Safak: “Το Ισραήλ στην Ελλάδα: Αγόρασε εταιρία θωρακισμένων οχημάτων και θέλει να εγκατασταθεί μπροστά στη μύτη μας (…) Το Ισραήλ που προβάλλει ισχυρισμούς στην Ανατολική Μεσόγειο και την τελευταία περίοδο έχει πραγματοποιήσει πολλές ασκήσεις με την Ελλάδα τώρα αγόρασε τη μεγαλύτερη επιχείρηση θωρακισμένων οχημάτων της χώρας. Το κονσόρτσιουμ Plasan και SG Group του Ισραήλ απέκτησε την εταιρία ΕΛΒΟ που είναι ο βασικός προμηθευτής οχημάτων του Ελληνικού Στρατού”. Σε σχέση με την ακαδημαϊκή συνεργασία είναι χαρακτηριστική η συνάντηση πέρσι ανάμεσα στον πρέσβη του Ισραήλ, Γιόσι Αρμάνι, και τον πρύτανη του ΑΠΘ, στην οποία συζητήθηκε η ανάπτυξη ακόμα πιο στενών δεσμών ελληνικών και ισραηλινών ακαδημαϊκών ιδρυμάτων και η διερεύνηση νέων προοπτικών συνεργασίας, με σκοπό την ενδυνάμωση των ερευνητικών σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών και τη διασύνδεση της πανεπιστημιακής έρευνας με τις δυνάμεις της αγοράς.

2. Στο άρθρο του: “Η Γεωπολιτική των ρωσο-αμερικανικών ενεργειακών ανταγωνιστών. Τι συμβαίνει στο υποσύστημα των Βαλκανίων – Ποιες οι προοπτικές της Ελλάδας”, που δημοσίευσε στο Foreign Affairs τον Δεκέμβριο του 2017, ο Ιωάννης Μάζης προχωρά στην απροκάλυπτη διαφήμιση της συμφωνίας για την κατασκευή του αγωγού East Med, η οποία εντάσσεται στον ευρύτερο ευρωατλαντικό σχεδιασμό για μείωση της ρωσικής και τουρκικής επιρροής στην περιοχή. Ο Μάζης γράφει σχετικά: “Η στρατηγική σημασία του αγωγού αυτού για την Αθήνα και την Κυπριακή Δημοκρατία, αλλά και για το Ισραήλ και την Αίγυπτο του Προέδρου Αλ Σίσι (και όχι του Μόρσι και των Αδελφών Μουσουλμάνων) όπως και οι επιρροές των πετρελαϊκών επιχειρήσεων οι οποίες ήδη επένδυσαν και θα συνεχίσουν να επενδύουν στην περιοχή της ΑΟΖ της Κυπριακής Δημοκρατίας, διαφώνησαν περίτρανος κατά την πρόσφατη σειρά τουρκικών προκλήσεων στην περιοχή. Ο γραφών τα είχε από πολλού χρόνου υποστηρίξει και αισθάνεται δικαιωθείς από τις εξελίξεις”. Πέρα από το ύφος πλασιέ επιχειρηματικών συμφερόντων και το γραφικό τόνο αυτοδικαίωσης, η αλήθεια είναι πως πράγματι ο Μάζης είναι από τους συνεπέστερους προπαγανδιστές του γεωστρατηγικού άξονα Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ-Αιγύπτου.

3. Στον ίδιο πρόλογο ο Μάζης εγκυβωτίζει ένα παλαιότερό του κείμενο που φιλοξενήθηκε στην προσωπική ιστοσελίδα του επικοινωνιολόγου Ζαν Κοέν. Τίτλος του κειμένου είναι: “Ο βασικός νόμος για το κράτος-έθνος του εβραϊκού λαού”. Εκεί ο Μάζης προχωρά σε εκτενή επίθεση εναντίον του Τζορτζ Σόρος, τον οποίο χαρακτηρίζει ως εχθρό του έθνους-κράτους και χρηματοδότη αντι-ισραηλινής δράσης και προπαγάνδας. Έτσι, ο Σόρος δέχεται ταυτόχρονη επίθεση τόσο από αντισημίτες συνωμοσιολόγους όσο και από φιλοσιωνιστές εθνικιστές, με αποτέλεσμα να απλώνεται μια ομίχλη γύρω του που συσκοτίζει τον πραγματικό του ρόλο ως πλουτοκράτη. Όσον αφορά τον Ζαν Κοέν που φιλοξένησε το συγκεκριμένο άρθρο, όπως ο ίδιος αναφέρει στο βιογραφικό του υπήρξε ανεπίσημος δίαυλος Ελλάδας-Ισραήλ μέχρι το 1990, σύμβουλος διαφόρων ελληνικών κυβερνήσεων σε θέματα Μέσης Ανατολής και σύμβουλος επικοινωνίας διαφόρων πολιτικών ηγετών, όπως ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, ο Κυριάκος Μητσοτάκης και ο Γεράσιμος Αρσένης. Έχει παίξει, δηλαδή, ειδικό ρόλο στην εγκαθίδρυση διπλωματικών σχέσεων Ελλάδας-Ισραήλ επί πρωθυπουργίας Μητσοτάκη το 1990 όσο και στο πρώτο σύμφωνο ελληνοϊσραηλινής στρατιωτικής συνεργασίας που υπέγραψε το 1994 ο Αρσένης και προέβλεπε κοινά στρατιωτικά γυμνάσια ανάμεσα στις δύο χώρες, συμπεριλαμβανομένων και προσομοιώσεων βομβαρδισμών και πυραυλικών επιθέσεων. 4. Ο Dershowitz γράφει σχετικά: “Υπήρχε πάντοτε ένα μικρό στοιχείο εντός της εβραϊκής κοινότητας, που για ανεξήγητους, ως επί το πλείστων, λόγους έχει υπάρξει υπερβολικώς επικριτικό για οτιδήποτε σχετίζεται με τον Ιουδαϊσμό, τους Εβραίους ή το εβραϊκό κράτος. Στο νου έρχονται άμεσα τα ονόματα των Κάρλ Μαρξ, του Νόαμ Τσόσκι και του Νόρμαν Φινκελστάιν. Οι λόγοι γι’ αυτό έγκειται περισσότερο στη σφαίρα του Ζίγκμουντ Φρόϋδ και του Ζαν Πωλ Σαρτρ, παρά σ’ εκείνη της πολιτικής συζητήσεως ή των ΜΜΕ”. Και μ’ αυτό το βολικό “επιχείρημα” τακτοποιείται τσάκα-τσάκα το αγκάθι των εβραίων αντισιωνιστών…

Πολύκαρπος Γεωργιάδης

Φυλακές Λάρισας, 27/1/2021

(ημέρα μνήμης για τα θύματα του Ολοκαυτώματος)

πηγή: taksiki-antepithesi.gr

“Τα δέκα χρόνια που συγκλόνισαν τον κόσμο”: Ένας διάλογος με τον R. Sciortino [Μέρος Γ]

Διάλογος για ένα βιβλίο, έναν ιό και άλλες “κατολισθήσεις”.

Μια συνέντευξη του Raffaele Sciortino στο περιοδικό Ιl Lato Cattivo *.

Δημοσιεύθηκε στις 6/6/2020 στο illatocattivo.blogspot.com

Αγωνιστικές ευχαριστίες στον αναρχικό φίλο και σύντροφο G.G, για την επισήμανση και την αποστολή αυτού του πολύ ενδιαφέροντος υλικού καθώς και για τις θεωρητικές αναλυτικές συζητήσεις: αυτές που αποτελούν διαχρονικά το γόνιμο λίπασμα για κάθε διαλεχτική σκέψη που δεν φοβάται τη σύνθεση, για κάθε συλλογική άμεση δράση που παλεύει “για τα μικρά και τα μεγάλα”, συνεχίζοντας να στοχεύει στην κοινωνική-ταξική απελευθέρωση από τα θανατηφόρα δεσμά της κρατικής-καπιταλιστικής-ιμπεριαλιστικής εξουσίας.

Η μετάφραση αφιερώνεται στον φίλο και σύντροφο,

κομμουνιστή πολιτικό κρατούμενο Πολύκαρπο Γεωργιάδη.

Προλεταριακή Πρωτοβουλία,

με την υποστήριξη της Κίνησης της Βιολέττας [ΚτΒ]

Αθήνα, Νοέμβρης-Δεκέμβρης 2020.

Ακολουθεί η μετάφραση του τρίτου και τελευταίου μέρους της συνέντευξης στα ελληνικά.

Για Εισαγωγή & Μέρος Α : πατήστε ΕΔΩ

Για Εισαγωγή & Μέρος Β : πατήστε ΕΔΩ

ILC: Στο βιβλίο σου δίνεται μια κάποια έμφαση στην έννοια του ιμπεριαλισμού και τη δυσμένεια στην οποία έχει περιπέσει. Κατά τη γνώμη μας, υπάρχουν δυο βάσιμοι λόγοι, με διόλου αμελητέο το γεγονός ότι χρησιμοποιήθηκε για να σημάνει τα πάντα και το αντίθετο των πάντων, και μερικές φορές για να νομιμοποιήσει τεράστιες αθλιότητες. Παρ’ όλα αυτά, το ζήτημα της επαναφοράς και επανεπεξεργασίας του πρέπει να τεθεί. Σε αυτό το σημείο, αξίζει να υπενθυμίσουμε ότι στη μπροσούρα του Ο ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού [1], ο Λένιν θεωρητικοποιούσε την είσοδο σε μια νέα φάση της καπιταλιστικής ανάπτυξης, ουσιαστικά χαρακτηρισμένης από τη συγχώνευση του βιομηχανικού με το τραπεζιτικό κεφάλαιο και την πρωτοκαθεδρία των μονοπωλίων και των τραστ. Η επικαιρότητα αυτής της θεωρητικοποίησης εξαρτάται από το πόσο επίκαιρα είναι και τα φαινόμενα που σκόπευε ν’ αναλύσει με αυτή. Μια επικαιρότητα που πρέπει να διαπιστωθεί εμπειρικά. Για παράδειγμα, ποια είναι η κατάσταση των υπαρχόντων μονοπωλίων; Ποια είναι η -παντού και πάντα- σχετική ικανότητα αποφυγής της ανταγωνιστικότητας ή -με μαρξιστικούς όρους- δραπέτευσης από το γενικό ισοζύγιο του ποσοστού κέρδους; Αυτό είναι το ένα πρόβλημα. Έπειτα, προς υπεράσπιση της αλήθειας, πρέπει να ειπωθεί ότι η μπροσούρα του Λένιν δεν χάραζε μια ιδιαίτερη αντίληψη για τη σχέση μεταξύ των κεντρικών καπιταλιστικών και των περιφερειακών χωρών, παρά μόνο από την οπτική της εξαγωγής των κεφαλαίων και της αποικιοκρατίας, δηλαδή μέσω ενός δεδομένου -αν μη τι άλλο- χειροπιαστού. Ούτε διατύπωνε μια αντιπαράθεση ανάμεσα στο ιμπεριαλιστικό και σ’ ένα μη-ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο. Κατά τη γνώμη μας, πρέπει να ξαναπιάσουμε την ίδια τη θεωρία της εργατικής αριστοκρατίας. (Τα μονοπώλια δεν αναδιανέμουν αυθορμήτως τα υπερκέρδη τους. Οι αυξημένες τιμές -από τις οποίες πηγάζει και η κυριαρχία τους- δεν είναι διόλου ευνοϊκές για τις τσέπες των μισθωτών στις κεντρικές χώρες). Αυτή η θεωρία δεν ισχυρίζεται ότι οι εργάτες των κεντρικών χωρών συμμετέχουν στην εκμετάλλευση των εργατών στις περιφερειακές ή τις ημι-περιφερειακές χώρες, όπως -αντίθετα- υποστήριζε ο Arghiri Emmanuel [2] στα τέλη της δεκαετίας του 1960, με μια εξωφρενική θεωρία, τόσο ως προς τις προϋποθέσεις της όσο και ως προς τα συμπεράσματα της, (Συνοπτικά, οι χώρες εννοημένες ως χωριστά κοπάδια της παραγωγής). Τέλος, σκιαγραφώντας το ανώτατο στάδιο, ο Λένιν ανατρέχει στη πιο σύγχρονη φάση που διατυπώνεται με τον υπότιτλο Το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο του Hilferding [Λονδίνο, 1910], το έργο το οποίο μαζί με το Ο ιμπεριαλισμός του Hobson [1902] [3] αποτέλεσαν και τις βασικές πηγές της έμπνευσης του. Από αυτές τις σύντομες αναφορές θα μπορούσε να εξαχθεί η ακόλουθη οπτική: ο ιμπεριαλισμός -πρώτα και κύρια- ως “νέα εποχή πολέμου και επανάστασης”, όχι αναγκαστικά ανώτατης με την έννοια της απώτατης, η οποία όμως (σε κάθε περίπτωση) αποτελεί μια ασυνέχεια στο βαθμό εκείνο που (στο εσωτερικό της) η ενδοκαπιταλιστική σύγκρουση δεν μπορεί πλέον να επιλυθεί με “καθαρά” οικονομικούς όρους ή διαμέσου περιφερειακών συρράξεων. Ταυτόχρονα, το ζήτημα του κομμουνισμού επανέρχεται στην ημερήσια διάταξη σε κεντρικές περιοχές της συσσώρευσης. Επομένως, ο ιμπεριαλισμός ως μια φάση -όχι μοναδική, αλλά περιοδικά επίκαιρη- κατά τη διάρκεια της οποίας επικρατεί η αντίθετη τάση από εκείνη για την “ειρηνική συνύπαρξη” μεταξύ των βασικών καπιταλιστικών πόλων και την ενοποίηση της παγκόσμιας αγοράς. Με αυτή την έννοια, αποπειραθήκαμε να εννοήσουμε το 2008 (τη χρονιά της παγκόσμιας κρίσης, αλλά και της σύγκρουσης στη Γεωργία που αποτέλεσε το πρώτο σημάδι της ρώσικης ανάκαμψης στο γεωπολιτικό πεδίο), ως το σημείο καμπής από την αμερικάνικη μονοπολική συνθήκη (=ενοποίηση της παγκόσμιας αγοράς) στη σταδιακή επαναφορά της γεωστρατηγικής διένεξης (=θρυμματισμός της παγκόσμιας αγοράς). Συμφωνείς; Σε ικανοποιεί αυτός ο ορισμός της έννοιας του ιμπεριαλισμού;

RS: Πρόκειται σίγουρα για μια όψη του ζητήματος αλλά ακριβώς μονάχα γι’ αυτό, δηλαδή για μια όψη του. Η επανεμφάνιση της ανοιχτής ιμπεριαλιστικής αντιπαράθεσης, με μια αποτύπωση της και στο στρατιωτικό επίπεδο, πραγματώνεται σήμερα μέσα σε μια συνθήκη αρκετά διαφορετική από εκείνη που είχε σκιαγραφήσει ο Λένιν, καθώς και από εκείνη μέσα στην οποία έλαβε χώρα η πλούσια συζητήση του μαρξισμού εκείνης της εποχής, ο οποίος και χαρακτηριζόταν ακόμα από τα όρια που θέτονταν από τη σχετικά περιορισμένη επέκταση (σε παγκόσμιο επίπεδο) του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής (ΚΤΠ). Η απόπειρα προβολής της στο σήμερα, ανάμεσα σ&ep